Πολλά έχουν ειπωθεί για την ταινία «Σπασμένη Φλέβα», όχι όμως όσα θα έπρεπε, για την πιο συγκλονιστική σκηνή της ταινίας αυτής. Όσοι την έχουν δει γνωρίζουν καλά σε ποια αναφέρομαι. Πρωταγωνίστριά της, η Μαρία Κεχαγιόγλου, η οποία βουτάει για δεύτερη φορά (μετά την «Ψυχή στο Στόμα») στο σύμπαν του Γιάννη Οικονομίδη, ενσαρκώνοντας έναν ρόλο κομβικό, που κουβαλάς μαζί σου, βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα.
Ηθοποιός με σπουδαία πορεία στον χώρο, η Μαρία Κεχαγιόγλου διασταυρώθηκε με τέχνη όταν έφυγε από την πόλη της για σπουδές, βρίσκοντας σε αυτήν ένα αναπάντεχο καταφύγιο. «Ήξερα ότι ήθελα να φύγω μακριά, να ζήσω χωρίς τους περιορισμούς της μικρής κοινωνίας, αλλά μέχρι εκεί. Τα άλλα ήρθαν χωρίς να τα έχω σχεδιάσει».
Είναι από τις σπάνιες φορές που η ίδια επιλέγει να μιλήσει για τη ζωή εκτός δουλειάς. Για την φωτογράφιση ήθελε κάτι διαφορετικό. Στην ταινία, την βλέπουμε με τη σειρά της να προσπαθεί να επιβιώσει από τον βούρκο που την βύθισαν, να γλιτώσει από το θρίλερ που διαδραματίζεται μέσα σε τέσσερις τοίχους, σε εκείνα τα μεγάλα και πολυτελή διαμερίσματα που απ' έξω ζηλεύεις τις ανέσεις τους και όταν είσαι μέσα τους, με δυσκολία αναπνέεις. Για τη συνέντευξή μας, προτίμησε να βγούμε εκεί που αισθάνεται καλύτερα, έξω στη φύση.

Από το Διδυμότειχο, στη Φιλοσοφική στα Γιάννενα, ύστερα στο Εθνικό. Πώς έρχεται η επιλογή της υποκριτικής; Ήταν κάτι ξαφνικό ή κάποια ανείπωτη έως τότε επιθυμία;
«Δεν ξέρω, είναι τόσο πίσω όλο αυτό, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Όταν παίρνει κανείς μια απόφαση που του αλλάζει τη μέχρι τότε ζωή, δεν έχει ακριβώς επίγνωση. Προφανώς υπάρχουν πράγματα που δουλεύουν υπογείως, που δεν τα ομολογεί ούτε στον εαυτό του, και κάποια στιγμή έτσι απλά ακολουθεί μια παρόρμηση, έχοντας πλήρη άγνοια, για το τι είναι αυτό που διαλέγει. Είναι φυσικά και η ηλικία, που όταν είσαι νέος τα βλέπεις και σαν παιχνίδι τα πράγματα.
Αυτό που μπορώ να πω όμως είναι ότι είχα από πάντα ένα είδος αμηχανίας απέναντι στο κόσμο. Μια δυσκολία, δεν ήξερα πώς να ζήσω, από πού να αντλήσω χαρά. Είχα δυσκολία και στην επικοινωνία, κάτι με εμπόδιζε, προφανώς ο εαυτός μου, η δυσπιστία μου, το κλείσιμό μου, ένα κούμπωμα που το έχω ακόμη στην κοινωνική μου ζωή. Αυτά τα εμπόδια λοιπόν χάνονταν μαγικά όταν άρχισα να βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Η ντροπή της ζωής εξαφανιζόταν. Είναι η μαγική δύναμη του θεάτρου να μεταμορφώνει, να απελευθερώνει, να αναδύει άλλους εαυτούς, που τους καταπιέζουμε».
Πώς ήταν η ζωή για μια έφηβη στην επαρχία, και ειδικά για μια έφηβη που ενδέχεται να έχει καλλιτεχνικές ανησυχίες (αν κρίνω από την πορεία του να ακολουθήσει τελικά το θέατρο).
«Δεν είχα καλλιτεχνικές ανησυχίες, αλλά είχα μια γενικότερη ανησυχία. Ασυνείδητα με απασχολούσε το τι ζωή θα ζούσα. Ήξερα ότι ήθελα να φύγω μακριά, να ζήσω χωρίς τους περιορισμούς της μικρής κοινωνίας, μέχρι εκεί. Τα άλλα ήρθαν χωρίς να τα έχω σχεδιάσει. Τα έφερε η τύχη, οι άνθρωποι που γνώρισα και οι συγκυρίες».

Οι δικοί σας, πώς αντιμετώπισαν την απόφασή σας να γίνετε τελικά ηθοποιός;
«Δεν τους ήταν εύκολο, αλλά δε με εμπόδισαν κιόλας. Δεν τους είχα πει ότι θα έδινα εξετάσεις σε δραματικές σχολές, τους το ανακοίνωσα όταν είχα ήδη περάσει στο Εθνικό. Θυμάμαι πολύ καλά τη στιγμή που τους το είπα. Με άκουγαν κεραυνοβολημένοι. Ούτε που ήξεραν τι είναι όλο αυτό. Αλλά με στήριξαν με όλους τους τρόπους και στις σπουδές και αργότερα όταν δούλευα πολύ και μεγάλωνα την κόρη μου. Τους χρωστώ πολλά γιατί παρόλο που δεν ήταν καθόλου στην κουλτούρα τους, το σεβάστηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του. Ειδικά η μάνα μου που είναι η πιο συντηρητική και είχε τη μεγαλύτερη αντίσταση, ήταν δίπλα μου και είναι ακόμη».
Ξεκίνησε τότε μια νέα ζωή; Φοβηθήκατε τα πρώτα χρόνια μήπως ρισκάρετε κάτι μπρος στη «στρωμένη ζωή» που πρόσφερε η σχολή σας;
«Όχι, δεν ήθελα στρωμένη ζωή, αναζητούσα ελευθερία. Και γνώση. Όλοι δικαιούμαστε, έστω μία, επαναστατική πράξη, αυτή ήταν η δική μου».
Έχετε μιλήσει για τον μισογυνισμό που βιώνει μια γυναίκα ηθοποιός. Αυτό το «θεατρίνα» θα σβήσει ποτέ;
«Ναι, αυτό το ‘θεατρίνα’ εκτός της υποτίμησης για τη γυναίκα ηθοποιό, δηλώνει και υποτίμηση για την ίδια τη δουλειά του ηθοποιού. Δε σώζεται από πουθενά κι όμως κάποιος μπορεί να το ξεστομίσει εύκολα. Πόσο ριζωμένα είναι αυτά και τόσα άλλα μέσα μας».
Βλέποντας όλες αυτές τις δουλειές που έχετε κάνει, αναρωτιόμουν αν έχετε παγιδευτεί ποτέ στο τρυπάκι του «η δουλειά είναι η ζωή μου». Και πόσο δύσκολο είναι να βγει κάποιος από αυτό; Αφήσατε ποτέ σε δεύτερη μοίρα την προσωπική σας ζωή;
«Πολλές φορές. Δε γίνεται να μη το κάνεις. Είναι σύμφυτο με τη δουλειά μας. Αν θες να είσαι ‘κανονικός’ ,δε διαλέγεις αυτή τη δουλειά. Αν έχεις ταλέντο στο να ζεις και να απολαμβάνεις και να χαίρεσαι τη ζωή, δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο. Ο ηθοποιός φυσικά και έχει την προσωπική του ζωή, η οποία μπορεί να είναι και αρμονική, αλλά ένα κομμάτι του πάντα κοιτάζει κάπου αλλού. Υπάρχει ένας μόνιμος διχασμός. Όπως όταν είσαι ερωτευμένος».

Να πούμε και για τη «Σπασμένη Φλέβα». Πώς ήρθε η συνεργασία, πώς ο ρόλος και πώς νιώσατε διαβάζοντας για τη γυναίκα που υποδύεστε;
«Με τον Οικονομίδη είμαστε παλιοί γνώριμοι, από τη ‘Ψυχή στο Στόμα’. Βέβαια έχουν μεσολαβήσει 20 χρόνια από τότε, και τώρα που ξανασυναντηθήκαμε ήταν ακόμη πιο ωραία. Πιο ώριμοι και οι δύο. Τον εκτιμώ και τον θαυμάζω πολύ, γιατί έχει αιχμηρή ματιά, είναι ευφυής και ευαίσθητος, βάζει ψηλά τον πήχη, είναι μαχητής. Επιπλέον εμπνέει τους συνεργάτες γύρω του και τους ενώνει. Δημιουργεί δεσμούς, φιλίες.
Όσο για το σενάριο που έγραψε μαζί με τον Μουρίκη με κέρδισε αμέσως, το ίδιο και ο ρόλος και από κει και πέρα τα υπόλοιπα ήταν δουλειά. Πρόβες, πρόβες πολλές, χρόνος που τον διαθέσαμε με χαρά και όρεξη, και από μεριάς μου νιώθω ευγνωμοσύνη για αυτό που ζήσαμε και στο δημιουργικό κομμάτι και στο ανθρώπινο».
Μου έκανε εντύπωση στην ταινία, πως, ενώ βλέπουμε τον χαρακτήρα που υποδύεστε, στην αρχή, να είναι πράγματι πολύ δυναμικός όταν μαθαίνει τι συμβαίνει, να «τα βρίσκει» τελικά με τον σύζυγό της, ενώ έχουν προηγηθεί όσα πολύ σοβαρά έχουν προηγηθεί… Τι συμβολίζει αυτή η επιλογή στο σενάριο και αυτός ο ανθρωπότυπος της γυναίκας;
«Δε συμβολίζει κάτι, είναι ένας πολύ ανθρώπινος και κατανοητός χαρακτήρας, και οι αντιφάσεις που έχει την κάνουν ενδιαφέρουσα. Διαφορετικά θα ήταν μονοδιάστατη. Κανένας άνθρωπος όμως δεν είναι μονοδιάστατος».
Μάς αρέσει κατά βάθος να ζούμε σε αυταπάτες;
«Δεν μπορώ να μιλήσω γενικά, αλλά και ειδικά, αυτή η γυναίκα δεν έχει αυταπάτες. Πιστεύω ότι έχει συνείδηση, μόνο που δεν είναι σε θέση να σκαλίσει και πολύ. Πολλές φορές επειδή θέλουμε να ξεπεράσουμε κάτι δυσάρεστο, προσπαθούμε να το αφήσουμε γρήγορα πίσω μας, ίσως επειδή γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πράγματα που δεν αντέχουμε να τα αντικρύσουμε».

Η σκηνή με τον σύζυγό της που τελικά τον κινητοποιεί, όπως είπε και ο ίδιος ο Οικονομίδης, ήταν κομβική. Τι θυμάσαι όσο τη γυρίζατε; Τι σκεφτόσασταν, πόσο εύκολα ή όχι βγήκε;
«Η σκηνή αυτή είχε βρεθεί από τις πρόβες και ο Γιάννης δεν την πολυπείραζε, δεν μας εξαντλούσε. Βάζαμε ή βγάζαμε μόνο φρασούλες. Τώρα στο γύρισμα ήταν άλλο πράγμα. Βέβαια ήμασταν πάρα πολύ συγκεντρωμένοι, όλοι μας, και το συνεργείο, και βγήκε με τις πρώτες λήψεις. Το ξέραμε όλοι ότι δεν γίνεται να παιχτεί πολλές φορές, θα πέφταμε κάτω».
Απαιτητικό ρεπερτόριο εν γένει, πολλές και διαφορετικές δουλειές, βραβεία και όμως, επιλέγετε να διατηρείτε χαμηλό προφίλ. Είναι μια επιλογή να ισορροπήσει κανείς κόντρα στην έκθεση του επαγγέλματος ή μια απλή συνειδητοποίηση ότι πρόκειται για ένα επάγγελμα;
«Είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος, δεν μου ταιριάζει η έκθεση εκτός της δουλειάς».
Έχω την εντύπωση ότι δεν είστε από τους ανθρώπους που αφήνουν κάτι να «ξεφύγει» από τον έλεγχό τους. Για παράδειγμα «να την ακούσει» κάπως με όλα αυτά που έχει κάνει.
«Δεν ξέρω, μπορεί και να την άκουσα κάποια στιγμή. Συμβαίνει. Θυμάμαι μια κουβέντα που μου είχε πει παλιά ο Οικονομίδης όταν του γκρίνιαζα για μια συνεργασία που είχα στο θέατρο… "Έλα ρε Μαρία μην παίρνεις και τόσο σοβαρά τον εαυτό σου.." Είχε δίκιο. Τέλος πάντων, τώρα πια δεν με πολυνοιάζουν όλα αυτά».

Σε αυτό το πλούσιο βιογραφικό θα έλεγε κανείς ότι έχει μπροστά του, μια γυναίκα που μέσα από τη δουλειά της τα έχει ζήσει όλα. Και όμως θα λέγατε ποτέ ότι μπορείτε να «χορτάσετε» αυτή τη δουλειά;
«Αντιθέτως η αγάπη για τη δουλειά μου, για την τέχνη μου, μεγαλώνει. Αυτό που πάντα με ενδιέφερε είναι να γίνω μια καλή ηθοποιός και να συνεχίσω να εξελίσσομαι. Σ' αυτό ήμουν προσανατολισμένη, για αυτό δούλεψα. Αυτό δεν τελειώνει ποτέ, είναι μια εσωτερική ανάγκη να κάνεις κάτι, όσο το δυνατόν καλύτερα».
Τι είναι αυτό που σας έμαθε η ζωή που δεν το ξέρατε νωρίτερα;
«Ότι η ζωή είναι το μεγαλύτερο θαύμα».
Υπάρχει κάτι που σας λείπει από παλιά και χάνεται στην εποχή μας;
«Φως μού λείπει και οξυγόνο».
Όνειρα για το μέλλον;
«Ονειρεύομαι κι άλλες συναντήσεις με όμορφους ανθρώπους».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.