Μενού

“Scream” 30 χρόνια μετά: Αιματηρό reunion στην εποχή της ΑΙ

scream
  • Α-
  • Α+

Πολυτελές σπίτι στην ερημιά με κήπο, πισίνα κι αμέτρητες πόρτες και παράθυρα -θες τρεις μέρες ή επτά “Scream” για να κλειδαμπαρώσεις. Μια νεαρή ξανθή (Ντρου Μπάριμορ) ψήνει αμέριμνη ποπ κορν και ψάχνει τις βιντεοκασέτες. Τα κουζινομάχαιρα δεσπόζουν στον πάγκο της κουζίνας. Το τηλέφωνο -σταθερό- επιμένει να χτυπά. Μια άγνωστη αντρική φωνή αναζητά κουβέντα. Το ποπ κορν ψήνεται, ενώ η φωνή ρωτά: “Ποια είναι η αγαπημένη σου ταινία τρόμου;”    

Κάπως έτσι, η ταινία που άλλαξε το σινεμά τρόμου πριν από 30 χρόνια, έθεσε τις βάσεις ενός franchise που συνεχίζει ακάθεκτο στη νέα χιλιετία. Το “Scream 7” μόλις έδειξε τα μαχαίρια του, πραγματοποιώντας το καλύτερο άνοιγμα στην ιστορία του στο αμερικανικό box office (με 64,1 εκατ. δολάρια) και προσεγγίζοντας από το ξεκίνημα του κιόλας τα 100 εκατ. δολάρια παγκοσμίως (συνολικά 97,2 εκατ. δολ.). Ενθουσιώδη υποδοχή βρήκε και στην Ελλάδα, όπου άνοιξε καλύτερα από κάθε άλλη ταινία της σειράς κι ανέβηκε στην κορυφή του box office (με 33.750 εισιτήρια). 

Με την ιδέα για την όγδοη συνέχεια να έχει ήδη βρεθεί, όπως αποκάλυψε ο παραγωγός του, το μέλλον του σήμερα δείχνει λαμπερό -και πολύ αιματοβαμμένο. Πριν, όμως, φτάσουμε στο 7, ας θυμηθούμε πώς άρχισαν όλα, μια εβδομάδα πριν από τα Χριστούγεννα του 1996.

Το φαινόμενο, που ανέτρεψε τον τρόμο   

Το πρώτο “Scream” ήταν μια ευφυώς ζυγισμένη κι έξυπνα γραμμένη παρωδία των αδέξιων slasher της δεκαετίας του ’80, που ανέτρεψε τα δεδομένα τρόμου όπως τα ξέραμε κι άφησε ξεκάθαρο στίγμα στις δεκαετίες που ακολούθησαν. 

Σατίρισε τις φόρμουλες, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και τη δίχως λόγο βία, παρουσιάζοντας την ακόμα πιο άσκοπη και αιματηρή. Και σε μια εποχή που είχε αφήσει πίσω της τις εξαλλοσύνες -και τα “Παρασκευή και 13”- των ‘80s για να στραφεί σε πιο ψυχολογικές - καλλιτεχνικές horror προτάσεις, όπως “Η σιωπή των αμνών” (1991) ή το “Seven” (1995), επανέφερε στον τρόμο το στοιχείο του fun. 

Διαβάστε Επίσης: Φρανκενστάιν: Η τραγική ιστορία και η βαθιά επιρροή ενός διαχρονικού «τέρατος»

Από το πρώτο κιόλας 12λεπτο του, τιμά κι ανακυκλώνει τις παραδόσεις των ‘80s, ενώ παράλληλα τις αποδομεί και τις ανατρέπει: προσφέρει δύο φουλ αιματοβαμμένους φόνους κι ένα δολοφόνο με μάσκα και αδυναμία στα θρίλερ, ενώ δολοφονεί αγρίως μέχρι και το κοριτσάκι του ΕΤ, την τινέιτζερ πια Ντρου Μπάριμορ, που όλοι περίμεναν πως θα ήταν η πρωταγωνίστρια, καθώς επάνω της είχε στηθεί όλο το promo. Αμ δε.   

Η ταινία ξάφνιασε, αγαπήθηκε, επηρέασε. Στάθηκε η αρχή ενός κινηματογραφικού φαινομένου, που καλλιέργησε τάσεις και οδήγησε σε ένα είδος τρόμου, που συνδυάζει τη φρίκη με τη νοσταλγία, τη σάτιρα και την αυτοαναφορικότητα. Εξαιτίας της, τα χρόνια που ακολούθησαν βγήκαν δεκάδες φιλμ με παρόμοια πόστερ, διαλόγους και μουσικές, λαμπερούς τινέιτζερ ως κεντρικούς ήρωες, τρελούς δολοφόνους με μάσκες, αιματοβαμμένες σφαγές, σινεφίλ αναφορές και εξωφρενικές ανατροπές.

Η άδοξη συνέχεια και η αλλαγή σελίδας

Το “Scream 2”, που βγήκε ακριβώς ένα χρόνο μετά, κατάφερε να σταθεί στο ύψος του πρωτότυπου, στο “Scream 3” (2000) όμως η ισορροπία τρόμου και σάτιρας έγειρε υπέρ της δεύτερης, παραμορφώνοντας ουσιαστικά την ίδια την ίδια την πεμπτουσία του franchise, που με την αλλαγή του αιώνα φάνηκε να τελειώνει άδοξα. 

Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μια δεκαετία για να ξαναβρεθούν στο “Scream 4” (2011) ο σεναριογράφος Κέβιν Γουίλιαμσον και ο σκηνοθέτης Γουές Κρέιβεν για μια επανεκκίνηση, που αύξησε την ποσότητα αίματος και επανέφερε την ισορροπία. Όσο αξιοπρεπής κι αγαπητή στους φαν, όμως, κι αν ήταν η τέταρτη έκδοση, οι πολύ μέτριες εισπράξεις στην Αμερική (σε συνδυασμό με τον θάνατο του Γουές Κρέιβεν το 2015), έδειξαν ότι το franchise είχε πια ολοκληρώσει τον κύκλο του κι ο Ghostface είχε φύγει για τα καλά -ή τα κακά, αν κυριολεκτούμε. 

Ωστόσο, το “Scream” βρήκε τον τρόπο να επανέλθει το 2022, προσαρμοσμένο πια στις τάσεις, τις νόρμες και τις ανάγκες των τινέιτζερς της νέας εποχής, με στόχο να κεντρίσει τη νοσταλγία των παλιών, αλλά και να προσελκύσει κοινό από γενιές θεατών, που ήταν αγέννητοι, όταν ο Ghostface έκανε το πρώτο του κινηματογραφικό κουίζ. Περιέργως ή όχι, κάτι κατάφερε.

Το 2023, το “Scream 6” είναι η πρώτη ταινία της σειράς χωρίς τη μόνιμη πρωταγωνίστρια Νιβ Κάμπελ (που χαρακτηρίζει οικονομικά προσβλητική την πρόταση που της υποβλήθηκε), ωστόσο γίνεται και η πιο κερδοφόρα, συγκεντρώνοντας 169 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως -και θεωρείται μαζί με το “Scream 4” οι καλύτερες, φυσικά πίσω από την πρώτη. Μια δεύτερη ζωή για το franchise έχει πλέον ξεκινήσει.

Το “Scream” στην εποχή της ΑΙ 

Η δυναμική επάνοδος του “Scream” επιβεβαιώνεται με τη θερμή πρώτη υποδοχή της έβδομης ταινίας, η οποία σηματοδοτεί μια βίαιη επιστροφή στις ρίζες, ένα άκρως αιματηρό reunion παλιών ηρώων και γνωστών μοτίβων. Η Νιβ Κάμπελ είχε 7.000.000 λόγους να επιστρέψει, η Κόρτνεϊ Κοξ είναι επίσης παρούσα, όπως κι ένας νέος παλιός Ghostface, αλλά κι ο σεναριογράφος του πρώτου και των πιο επιτυχημένων “Scream”, Κέβιν Γουίλιαμσον -ενώ τη νέα γενιά εκπροσωπεί επάξια η ‘Ιζαμπελ Μέι.    

Το “Scream 7” δεν αποφεύγει τη γνωστή “ακαταστασία” της πλοκής και τις καθιερωμένες παραφωνίες (με αποκορύφωμα την τελική αποκάλυψη που κινείται ανάμεσα στα όρια του εξωφρενικού και του απλώς γελοίου), ενώ κάνει προσπάθεια να ψηλαφίσει τους φόβους και τις αγωνίες της εποχής. (ΑΙ πες αλεύρι…) 

Επικεντρώνεται σε μια μικρή, ήσυχη πόλη βγαλμένη κατευθείαν από το “Gilmore Girls”. Η επιζήσασα από τα προηγούμενα, Σίντνει Πρέσκοτ (Νιβ Κάμπελ) είναι μαμά με ευτυχισμένη οικογένεια, που βλέπει την απειλή του Ghostface να επιστρέφει, με στόχο αυτή τη φορά την έφηβη κόρη της. Όλοι είναι ύποπτοι, ο δολοφόνος μπορεί να είναι παλιός γνωστός ή όχι, ένας ή περισσότεροι, ενώ ο αστυνομικός σύζυγος της κάνει ακριβώς ό,τι κάνουν οι σύζυγοι αστυνομικοί στις ταινίες τρόμου: εμφανίζεται κατόπιν εορτής. 

Οι φόνοι είναι τουλάχιστον βάρβαροι, η βία υπερβολική, ενώ δεν λείπει μια δόση ειρωνείας της γενιάς Ζ και το γνωστό meta – στοιχείο, που κάνει π.χ. τους ήρωες να αναφέρονται ανοιχτά σε προηγούμενες ταινίες και να αναρωτιούνται γιατί η Κάμπελ έχασε την πιο πρόσφατη -προφανώς γιατί είχε δουλειά στο “Lincoln Lawyer”. 

Η αφήγηση ξεκινά καλά, όμως από την ώρα που αρχίζουν οι φόνοι, η πλοκή εκτροχιάζεται, ενώ οι πρωταγωνιστές λειτουργούν όλο και πιο παράλογα (η Σίντνεϊ και η κόρη της καταφεύγουν σε ένα μυστικό δωμάτιο ασφαλείας για να αποφύγουν τον δολοφόνο, όμως το εγκαταλείπουν δευτερόλεπτα μετά! Γιατί έχεις ένα δωμάτιο σχεδιασμένο να σε φυλάει από ψυχοπαθείς δολοφόνους, αν δεν το χρησιμοποιείς όταν σε κυνηγάει ένας ψυχοπαθής δολοφόνος;)   

Το φινάλε, που μοιάζει σαν να επινοήθηκε επί τόπου, αφήνει την κοινή λογική στην άκρη και βάζει στο παιχνίδι την ΑΙ. Αλλά ας μην κάνουμε spoiler. Συνολικά, το “Scream 7” προσθέτει ένα νοσταλγικό, αιματηρό, εξωφρενικό, αλλά επαρκώς διασκεδαστικό νέο κεφάλαιο σε μια παλιά ιστορία, που -οφείλουμε τουλάχιστον να της αναγνωρίσουμε ότι- πασχίζει φιλότιμα να σταθεί στο σήμερα.  

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.