Ήταν ένα από τα τελευταία ζεστά πρωινά του φθινοπώρου και με τον Ερρίκο Λίτση είχαμε την ίδια ιδέα. Φτάσαμε και οι δυο αρκετά νωρίτερα από την ώρα που είχαμε συμφωνήσει. Στη γειτονιά που γεννήθηκε και ζει μέχρι σήμερα, στα Άνω Πετράλωνα, τον γνωρίζουν και τον χαιρετάνε όλοι. Κάποιοι άνθρωποι δημιουργούν αβίαστα ένα κλίμα οικειότητας και χωρίς να το καταλάβουμε η συζήτηση έχει ήδη αρχίσει, πριν καν πατήσω το Rec.
Από την πρώτη του δουλειά, την ταινία το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη μέχρι και τη σειρά του Mega «Έχω Παιδιά», ο καρατερίστας ηθοποιός Ερρίκος Λίτσης έχει διαγράψει μια σημαντική διαδρομή, πετυχαίνοντας να αποτυπώνεται στο μυαλό μας μέσα από κάθε νέα του δουλειά και κάθε νέο ρόλο. Γιατί ο Ερρίκος Λίτσης κάνει τον χαρακτήρα του πρωταγωνιστή, είτε είναι είτε όχι.
Αυτή τη φορά, με αφορμή την παράσταση «Κέικ» στο Θέατρο Εμπορικόν στην οποία πρωταγωνιστεί, μιλά στο Personas για την προσωπική του διαδρομή, η οποία ξεκίνησε με φόντο τα Άνω Πετράλωνα και εφαλτήριο τη δίψα του ανθρώπου να ζει, κάνοντας αυτό που του αρέσει.
Ευχαριστούμε πολύ το μαγαζί «Πλατεία» στην Πλατεία Μερκούρη, στα Άνω Πετράλωνα για τη φιλοξενία.
«Μαζί με τα πρώτα τσιγάρα που καπνίζαμε, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε και το τι συμβαίνει στην Ελλάδα»
«Γεννήθηκα και ζω στα Άνω Πετράλωνα. Τα νεανικά μου χρόνια εδώ ήταν καλά, με την έννοια ότι δεν ξέραμε ποιο είναι το κακό. Δεν είχαμε ένα μέτρο σύγκρισης δηλαδή. Δεν είναι όπως τώρα ανοίγεις μια τηλεόραση και βλέπεις άλλους κόσμους. Ή μπαίνεις στο ίντερνετ και βλέπεις άλλους κόσμους. Ειδικά στα Πετράλωνα είμαστε τυχεροί, με τον λόφο του Φιλοπάππου - που εμείς ακόμα και σήμερα το λέμε το βουνό - είχαμε και μια αίσθηση χωριού.
Έβλεπα πάντα πολύ κινηματογράφο. Αλλά όχι με την έννοια ότι θέλω να γίνω ηθοποιός, τουλάχιστον δεν το καταλάβαινα αυτό. Θέατρο λιγότερο. Είχα εκφράσει κάποια στιγμή την επιθυμία για σχολή Καλών Τεχνών. Γιατί όπως σου είπα, πιανόμουν λίγο με ζωγραφική, με τα χρώματα. Αλλά οι συνθήκες ήταν άλλες. Και οι πιέσεις από την οικογένεια. Πήγαινα για κάτι πιο πρακτικό.
Ακολούθησα τελικά σπουδές, αλλά έτυχε να είναι ακριβώς στο μεταίχμιο, την εποχή του Πολυτεχνείου δηλαδή ήμουν πρωτοετής. Στα 17 μου, μαζί με τα πρώτα τσιγάρα που καπνίζαμε, αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε και το τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Πολιτικοποιηθήκαμε. Όλα αυτά, μας βγάλανε από το να γίνουμε καθημερινοί άνθρωποι. Οπότε, εκ των πραγμάτων, ακολούθησα κι εγώ κάποια άλλη πορεία. Η άνοιξη της Μεταπολίτευσης έφερε και μια άνοιξη στη γνώση. Σπούδασα λοιπόν στην Ανώτατη Βιομηχανική σχολή, στον κλάδο της Στατιστικής και ύστερα γράφτηκα και στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων, το οποίο και εγκατέλειψα στο 3ο έτος. Το μυαλό μας γέμιζε τότε με άλλα πράγματα, τα οποία αυτά όλα, εγώ τα "εξαργύρωσα", όταν πια έσκασε μέσα στο κεφάλι μου η υποκριτική».

«Όσο έχεις τους γονείς σου δεν το βλέπεις το ταβάνι. Έχεις μια αίσθηση αθανασίας»
«Οι γονείς μου πέθαναν τη δεκαετία του 1990. Το 1996 η μητέρα μου και το 1997 ο πατέρας μου. Ήταν μάλλον ξαφνικό, παρόλο που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου. Όλο αυτό μου δημιούργησε μια υπαρξιακή σύγχυση. Εκείνη την εποχή ήμουν DJ σε Ελληνάδικο, που είχε ξεκινήσει από το 1990, που ήταν και της μόδας τότε, τη δεκαετία του 1990. Αυτοί οι θάνατοι με ταρακούνησαν, μου υπενθύμισαν το περατό της ζωής. Ξαφνικά είδα το ταβάνι πάνω από το κεφάλι μου.
Όσο έχεις τους γονείς σου δεν το βλέπεις το ταβάνι. Έχεις μια αίσθηση αθανασίας. Άμα φύγουν οι γονείς σου, αυτή χάνεται. Αυτή λοιπόν η αίσθηση που χάθηκε τότε, που τότε δεν μπορούσα να την ορίσω έτσι όπως την ορίζω σήμερα, με έφερε σε μια υπαρξιακή ανησυχία, τι κάνω από εδώ και πέρα. Θα παραμείνω DJ σε Ελληνάδικο, "μέσα σε καπνούς και σε βρισιές" που λέγεται το τραγούδι και αυτό μέχρι πότε; Ήμουν ήδη 42 ετών. Παντρεμένος τότε. Οι φίλοι μου μου υπενθύμισαν ότι έχω ταλέντο στην ηθοποιία. Ότι πάντα έλεγα και ήθελα να γίνω ηθοποιός. Αφού ξεπέρασα το πρώτο σοκ και άρχισα να ψάχνω πάλι δουλειά στα DJ ηλικία, κατάλαβα ότι μεγάλωσα. Γιατί μίλαγα στο τηλέφωνο για δουλειά, μου λέγανε πόσο χρονών είσαι, τους έλεγα 42 και μου το κλείνανε.
Και ξαφνικά κατάλαβα ότι έχω μεγαλώσει. Το αφεντικό που μιλούσαμε στο τηλέφωνο για δουλειά ήταν 30 και εγώ 42. Ανοίγανε μαγαζιά και θέλανε DJ. Και σου λέει το πατέρα μου θα πάρω DJ; Κάπως έτσι το βλέπανε. Οπότε κατάλαβα ότι δεν υπάρχει μέλλον σε αυτή την ιστορία. Με τις σπουδές είχα πάρει διαζύγιο πολλά χρόνια για να ακολουθήσω αυτά που είχα σπουδάσει. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα, με λίγο βαριά καρδιά, γιατί δεν το πολυπίστευα. Γράφτηκα στο Θέατρο των Αλλαγών. Περισσότερο για να ξεφύγω από την καθημερινότητα που είχε αρχίσει και με ρούφαγε».
Το δαχτυλίδι, αν δεν μου πει ο σκηνοθέτης να το βγάλω, το φοράω πάντα. Αντιπροσωπεύει τον πόθο του πατέρα μου να γίνει ηθοποιός.
«Μαλάκα Ερρίκο, εδώ έχουμε φτιάξει κάτι πολύ μεγάλο, κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί».
«Μέχρι που μέσα από μια αγγελία ζητάγανε ηθοποιούς 40 με 45 χρονών και με όλο το θράσος το ότι θα πάω όπου με βγάλει, πήγα και για καλή μου τύχη αυτός που ζητούσε τον ηθοποιού ήταν ο Γιάννης Οικονομίδης ο οποίος τότε ήθελε να κάνει μια άλλη ταινία, την οποία δεν την έκανε ποτέ. Μέσα από αυτή τη γνωριμία γεννήθηκε και η ιδέα του να κάνουμε μια ταινία που εκ των υστέρων είναι αυτή που σήμερα την ξέρουμε, το Σπιρτόκουτο. Αυτή ήταν και η αρχή που πυροδότησε μια ολόκληρη πορεία με τη γνωριμία με τον Γιάννη και με την δημιουργία του Σπιρτόκουτου στην οποία έχω συνδράμει και σεναριακά.

«Η σχέση μου με τον Οικονομίδη, με δίδαξε πολλά πράγματα γύρω από την υποκριτική, είναι αυτό που πυροδότησε μια πορεία που είναι σαν το Big Bang, που λέει ότι το σύμπαν ακόμα διαστέλλεται. Το Big Bang ήταν το σπιρτόκουτο και το προσωπικό μου σύμπαν ακόμα διαστέλλεται. Μες στη γη υπάρχει και το ουράνιο και το χρυσάφι και το διαμάντι αλλά κάποιος πρέπει να σκάψει για να το βγάλει στην επιφάνεια. Του αναγνωρίζω ότι πραγματικά έσκαψε μέσα σε μένα και έβγαλε όλο αυτό που βλέπουμε στο σπιρτόκουτο. Όταν πρωτοβγήκε αυτή η ταινία ο κόσμος τα αντιμετώπισε με αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα. Πολλοί δηλαδή την αγάπησαν αμέσως και άλλοι είπαν τι χάλια είναι αυτά.
Δεν είναι κάτι εύκολο για μένα για κανέναν όλο αυτό το πράγμα πήρε 6 μήνες για να χτιστεί τα γυρίσματα διήρκησαν 4 βδομάδες αλλά η δημιουργία ήταν 6-7 μήνες από το πρωτόλειο σενάριο, που δεν ήταν σενάριο αλλά ένα treatment που έφερε ο Γιάννης ο Οικονομίδης που έγινε σενάριο μέσα από αυτοσχεδιασμούς που κάναμε οι ηθοποιοί μεταξύ μας. Εκείνη την εποχή δεν είχαμε και άλλη δουλειά, εγώ υποστηρίχθηκα εκείνη την εποχή οικονομικά από την πρώην γυναίκα μου, την έχω ευχαριστήσει δημόσια για αυτό. Όταν ολοκληρώθηκαν τα γυρίσματα, μού έδωσε ο Οικονομίδης να δω μια σε κασέτα VHS την οποία και έχω ακόμα με δέκα λεπτά μονταρισμένο Σπιρτόκουτο. Όταν το είδα, τότε συνειδητοποίησα τι έχουμε φτιάξει και είπα “Μαλάκα Ερρίκο εδώ έχετε φτιάξει κάτι πολύ μεγάλο, κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί”.
Τότε είχαμε μια σχέση φιλίας με τον Γιάννη, η οποία μάλιστα έφερε μετά από λίγα χρόνια και την επόμενη ταινία «Η Ψυχή στο Στόμα» που ήταν ακόμα μια πιο ολοκληρωμένη ταινία γύρω από το θέμα οικογένεια και τις εργασιακές σχέσεις. Υπήρχε μια φλόγα δημιουργική η οποία έκανε τον κύκλο της με αυτές τις δύο ταινίες, που για μένα είναι και οι καλύτερες θεματολογικά του Γιάννη Οικονομίδη - όχι τεχνικά, σαφώς και το "Μικρό ψάρι" ή ακόμα και η "Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς" που έκανε είναι πολύ καλύτερες ίσως τεχνικά - οι άλλες έχουν κάτι το πιο ερασιτεχνικό, μιλάω σαν εικόνα - αλλά σίγουρα νομίζω ότι είναι οι καλύτερες του κατά τη γνώμη μου. Θες να πεις ότι παινεύω και τα γένια μου, μπορεί να είναι και έτσι (σ.σ. γέλια)».

«Ηθοποιός ένιωσα ότι είμαι μετά την "Ψυχή στο Στόμα". Μια ταινία που ήταν δυο φορές πιο δύσκολη για μένα από ότι το Σπιρτόκουτο. Όταν ολοκληρώθηκε, εκεί ένιωσα πάρα πολύ περήφανος και είπα ότι έχουμε κάνει πραγματικά μια πολύ καλή ταινία με το Γιάννη και με τους συναδέλφους. Από εκεί και μετά όταν με ρωτούσαν τι δουλειά κάνω, έλεγα ότι είμαι ηθοποιός. Μέχρι τότε, έλεγα ότι ασχολούμαι με την ηθοποιία».
«Αν δεν περνάς καλά, δεν έχει νόημα να το κάνεις»
«Στη συνέχεια άρχισαν να έρχονται πολύ σημαντικές συνεργασίες. Ακολούθησε η ταινία Delivery (2004) του Νίκου Παναγιωτόπουλου ο οποίος με είχε δει από το Σπιρτόκουτο και με κάλεσε να παίξω. Μια πολύ σπουδαία συνεργασία για μένα, καθώς ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ήταν ένας σκηνοθέτης, τον οποίον παρακολουθούσα χρόνια πριν. Ύστερα ακολούθησε και η πρώτη μου διαφήμιση με τον Θανάση Βέγγο. Ήρθε και η ταινία Τσίου (2005) του Μάκη Παπαδημητράτου και φυσικά πολλά άλλα που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους.
Ένιωθα σιγά σιγά ότι είχα μετατοπιστεί, είχε αλλάξει ο κόσμος μου. Αυτό ήταν που έφερε και μετά αν θέλεις και την ολοκληρωτική αλλαγή στον τρόπο ζωής μου. Χώρισα τότε. Ήθελα να τα ξαναπάρω και να τα ξαναδώ όλα από την αρχή. Τότε ένιωσα ότι βρήκα αυτό που έψαχνα εδώ και πολλά χρόνια. Δεν ήταν το θέμα αν θα βγάλω λεφτά ή όχι, άρχισα να ζω κι από αυτό σιγά σιγά. Δεν έκανα περιουσίες γιατί τα λεφτά στο θέατρο και στο σινεμά είναι περιορισμένα, δεν μπήκα στην τηλεόραση που εκεί τα οικονομικά είναι κάπως καλύτερα.
Έχω περάσει και πολύ δύσκολες εποχές. Τότε στην κρίση, αναγκάστηκα και πούλησα μια βέσπα για να πληρώσω λογαριασμούς, ξεπούλησα κάτι δίσκους βινυλίου και όλοι μάλιστα δεν το πιστεύαν, μου έλεγαν "εσύ ο Ερρίκος ο Λίτσης που έχεις κάνει το Σπιρτόκουτο;". Δεν είναι όμως το οικονομικό που μέτραγε ποτέ. Πάνω απ' όλα κάνω τη δουλειά που μου αρέσει και μου δίνει ακόμη ενέργεια».

Το δαχτυλίδι που φοράω, αν δεν μου πει ο σκηνοθέτης να το βγάλω γιατί δεν ταιριάζει στον ρόλο, το φοράω πάντα. Είναι το φετίχ μου θα έλεγα, γιατί αντιπροσωπεύει τον πόθο του πατέρα μου να γίνει ηθοποιός και το πήρα αφού έφυγε από τη ζωή. Ο πατέρας μου ήθελε να γίνει ηθοποιός, αλλά λόγω του ότι τον πρόλαβε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν πρόλαβε ποτέ να πραγματοποιήσει το όνειρο του.
Εμένα πρόλαβε να με δει μόνο στο ερασιτεχνικό θέατρο σαν ηθοποιό, γατί όπως είπαμε, οι γονείς μου πέθαναν και μετά εγώ ασχολήθηκα με την ηθοποιία επαγγελματικά. Σαν φόρο τιμής φοράω αυτό το δαχτυλίδι που αντιπροσωπεύει τον πόθο του πατέρα μου και το ότι δεν με έχουν δει οι γονείς μου - τουλάχιστον εν ζωή, γιατί μπορεί να είναι κάπου αλλού και να με βλέπουνε - ως ηθοποιό».

«Με ενδιαφέρει αν είναι δυνατόν, κάθε ρόλος μου να μην μοιάζει με τον προηγούμενο.
Μετά το Σπιρτόκουτο, μου ζητήσανε κάποιοι να παίζω το ρόλο του φωνακλά, το οποίο και το απέφευγα, το να γίνει δηλαδή μια μανιέρα, ή μου δίνανε κάποιους ρόλους που να ήταν πάντα οι σκληροί. Δεν ξέρω από πού προέκυψε αυτό το σκληρός γιατί λ.χ. στο Σπιρτόκουτο δεν ήταν σκληρός ο χαρακτήρας μου. Μάλιστα αν ψάξει κανείς όλες τις δουλειές που έχω κάνει, έχω παίξει αρκετούς κωμικούς ρόλους.
Το επάγγελμα του ηθοποιού είναι πρώτα απ' όλα μια μεγάλη διασκέδαση και αυτό προσπαθώ να περάσω πάντα. Μην τα παίρνουμε όλα στα σοβαρά, θέατρο κάνουμε δεν πάμε στο φεγγάρι. "Μια ταινία κάναμε, ηρεμήστε" (σ.σ. γέλια). Να το διασκεδάζουμε έχει σημασία και αυτό με απελευθερώνει. Όταν νιώθω δυσκολίες στο χτίσιμο μιας δουλειάς, λέω μέσα μου, "Ερρίκο, κανείς δεν σε υποχρεώνει για κάτι, αν δεν σου αρέσει, δεν το κάνεις. Δεν έχει σημασία αν δεν βγάλω χρήματα, θα βρεθεί κάτι άλλο. Αν δεν περνάς καλά, δεν έχει νόημα να το κάνεις. Υπήρξαν φορές που δεν ένιωσα καλά μέχρι τέλους, αλλά μου δώσανε τελικά άλλα καλά πράγματα, τα οποία τα έχω κρατήσει».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.