Καθημερινή πρωί, έξω από το θέατρο Ιλίσια. Η πλέιλιστ που έπαιζε στα ακουστικά είχε φτάσει στο «Come As You Are» των Nirvana μέχρι τη στιγμή που άκουσα τη φωνή της πίσω μου. Δεν ξέρω πώς εξελίχθηκε απότομα σε μια τόσο μιλένιαλ στιγμή κομμένη και ραμμένη πάνω της. Η Φωτεινή Αθερίδου με χαιρετάει με ένα ζεστό χαμόγελο και έναν καφέ στο χέρι.
Κατευθυνθήκαμε προς στη σκηνή, για να τα πούμε λίγο, πριν ξεκινήσει η συνέντευξη. Κι όμως, ήταν λες και άτυπα, είχε ήδη αρχίσει. Η Φωτεινή Αθερίδου επικοινωνεί και αλληλεπιδρά σαν να έχει απέναντι της κάποια φίλη, κινείται και μιλάει ανεπιτήδευτα, αυτοσαρκάζεται συνεχώς. Και είμαι σίγουρη ότι όλα αυτά, βρίσκονται στην κορυφή της κλίμακας των πιο στάνταρ σκέψεων που μπορεί να κάνει κανείς για εκείνη, από την πρώτη στιγμή.
Η ιστορία της Φωτεινής Αθερίδου έχει ως αφετηρία τα όνειρα που έκανε στο υπνοδωμάτιό της, τις ωραίες και τις άσχημες μέρες, τα χρόνια στο Θέατρο Τέχνης και τα χρόνια ώσπου να βρει τον εαυτό της. Έχει κρίσεις πανικού, κείμενα - παυσίπονα, εκρήξεις χαράς και εκρήξεις θυμού. Έχει φίλιες, έρωτα και αγάπη. Έχει "παίρνω μια βαθιά ανάσα και βουτάω".
Πριν όμως πούμε για όλα αυτά, θέλω πολύ να μου πει πώς έβαλε σκέψεις και συναισθήματα σε τάξη και έγραψε ένα έργο για όλες (και όλους) μας. Το τελευταίο της θεατρικό κείμενο είναι η «Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου», μια υπαρξιακή κωμωδία στην οποία ξεδιπλώνονται μερικές από τις πιο άβολες, περίεργες ακόμη και δύσκολες στιγμές της ζωής της Αγάπης (την οποία υποδύεται η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη), που όμως, αναδύονται, με χιούμορ και τρυφερότητα. Η παράσταση ακουμπά στη λογική του stand-up. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος, ενώ τη μουσική, οι Σκιαδαρέσες.

«Νιώθω πολλές φορές η χειρότερη σε όλα, αλλά πια, με αγαπώ που είμαι έτσι»
«Σπάνια σκέφτομαι ότι θέλω να κάτσω γράψω ένα συγκεκριμένο έργο. Συνήθως ξεκινάω με μια ιδέα ή μια ανάγκη, και αυτή με πηγαίνει. Αλλά με οργανώνει κιόλας. Μπορείς να γίνεις δημιουργικός με την τριβή και τα deadlines. Παλαιότερα, πριν κάνω τα παιδιά, μπορεί να είχα όλο τον χρόνο μπροστά μου, κι όμως έγραφα και τελικά άφηνα πόσα πράγματα στη μέση.
"Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου" είναι ένα πολύ προσωπικό έργο. Ένα έργο που θέλω όσοι έρθουν να το δουν, να γελάσουν, να περάσουν καλά και ίσως, και να συγκινηθούν. Στην παράσταση βλέπουμε την Αγάπη (την υποδύεται η Χριστίνα Χειλά - Φαμέλη) που συνομιλεί με το κοινό και προσπαθεί να εξηγήσει για ποιο λόγο προσπαθεί σε όλη της ζωή, να είναι ο πιο συμπαθητικός άνθρωπος που έχουν γνωρίσει όλοι. Θέλει όλοι να έχουν να πουν τα καλύτερα για εκείνη αλλά η ζωή συνεχώς της αποδεικνύει ότι είναι χειρότερη του κόσμου. Η ίδια μονίμως ακυρώνεται. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της αφήγησης, εγώ και ο Μιχάλης Τιτόπουλος κάνουμε τους ρόλους όλης της ζωής της. Τους γονείς, τους φίλους, έρωτες, δασκάλους, ανθρώπους που παίξανε ρόλο στις κρίσεις πανικού κτλ.
Το να θέλω να με συμπαθούν όλοι και να είμαι αποδεκτή, είναι κάτι που το είχα και εγώ από μικρή πολύ έντονα. Υπέφερα οριακά από αυτήν μου την ανάγκη. Μεγαλώνοντας αποδέχθηκα ότι μπορεί και να μην συμβαίνει αυτό προφανώς. Όταν όμως αυτό δεν το καταλαβαίνεις και δεν το παίρνεις απόφαση, πέφτεις σε πολλά δράματα. Σημασία όμως δεν έχει να είσαι ο καλύτερος, σημασία έχει να είσαι εσύ. Αυτό πραγματεύεται και το έργο. Νιώθω πολλές φορές η χειρότερη σε όλα, αλλά πια με αγαπώ που είμαι έτσι. Και κάπως έτσι έγραψα το έργο».

«Η κωμωδία είναι κάτι που μ' αρέσει πολύ, αλλά δεν το καταλαβαίνω ότι γράφω έτσι, δεν γράφω επί τούτου κωμικά δηλαδή. Μού βγαίνει αυθόρμητα. Στη ζωή μου διακωμωδώ καταστάσεις όλη την ώρα. Ακόμη και τις συμφορές. Σε μια δύσκολη κατάσταση, μού δίνω το πολύ δυο μέρες. Την άλλη μέρα πρέπει οπωσδήποτε να βγω από οτιδήποτε με βασανίζει. Μέχρι και στον θάνατο προσπαθώ να έχω άμυνες. Αλλά αυτό δεν είναι το υγιές, αυτό είναι μπλόφα.
Καμιά φορά, θα ήθελα να μπορώ να βυθιστώ στη θλίψη ώστε να μπορέσω να τη ζήσω. Γιατί έρχονται συχνά και ξεσπάνε πράγματα μέσα μου αργότερα, επειδή δεν τους έδωσα ποτέ χώρο και χρόνο. Οι γονείς μου δεν είναι έτσι. Η μαμά μου ειδικά, είναι το ακριβώς αντίθετο. Μπορεί γι' αυτό να μου βγαίνει και να φέρομαι έτσι, αντιδραστικά. Δεν το μπορώ το δράμα».

Τα πρώτα βήματα
«Απ' όταν ήμουν στο σχολείο ήθελα να γίνω ηθοποιός αλλά, δεν το επικοινωνούσα. Στο λύκειο δυσκόλεψε η κατάσταση οπότε έπρεπε πια να το πω. Έδωσα πανελλήνιες αλλά το καλοκαίρι εκείνο μετά το σχολείο, έκανα προετοιμασία για να δώσω εξετάσεις σε δραματική σχολή. Πέρασα στο Θέατρο Τέχνης. Οι γονείς μου δεν αντέδρασαν ποτέ στην επιλογή μου αυτή. Άλλωστε στον χώρο ήταν και αυτοί πάντα, σου λέει, τουλάχιστον θα έχουμε και εμείς μια άποψη να της πούμε αν χρειαστεί. Αν και ο πατέρας μου γενικά δεν ανακατεύεται με τις επιλογές μου. Επαγγελματικές ή προσωπικές. Μόνο αν τον ρωτήσω κάτι.
Όσο σπούδαζα δεν μπορώ να πω ότι ένιωθα καλά σαν ηθοποιός. Δεν είχα βρει τον εαυτό μου, τον χώρο μου, το παίξιμό μου. Αργότερα γκρέμισα κάποια πράγματα που με βάραιναν.
Η πρώτη μου δουλειά μετά τη σχολή ήταν σε ένα δικό μου έργο, γιατί δεν με είχε πάρει κανείς έως τότε σε όσες οντισιόν είχα πάει. Πήγαινα θυμάμαι σε ό,τι οντισιόν γινόταν, είχα γυρίσει όλα τα παιδικά θέατρα της Αθήνας (σ.σ. γέλια). Δεν με έχουν πάρει ποτέ από οντισιόν, μονάχα ο Γιάννης Κακλέας, για την παράσταση «Συρανό ντε Μπερζεράκ», γιατί είχα κάνει ένα δικό μου κείμενο και του είχε αρέσει.
Ευτυχώς δεν με είχε προβληματίσει όλο αυτό ποτέ. Είχα άγνοια κινδύνου. Για ό,τι δεν ερχόταν έλεγα, θα γράψω εγώ κάτι».

«Στη γενιά μου παρατηρώ ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι αυτοδημιούργητοι. Γράφουν, παίζουν, σκηνοθετούν, ανεβάζουν παραστάσεις. Νομίζω το απαιτεί η εποχή. Γι' αυτό και βλέπουμε και πάρα πολλές παραστάσεις να ανεβαίνουν. Μακάρι ο κόσμος να μπορεί να πηγαίνει σε όλες. Γιατί πραγματικά το σκέφτομαι ότι είναι πολυτέλεια - όταν κάνει 18 και 20 ευρώ ένα εισιτήριο - για τον κόσμο να πηγαίνει στο θέατρο. Λέμε ότι είμαστε Ευρώπη αλλά ένας βασικός μισθός, είναι τρομερά δυσανάλογος σε σχέση με την ακρίβεια που επικρατεί».
«Mπορώ να καταλάβω μια κυρία στον δρόμο, που επειδή βλέπει τηλεόραση ξέρει τον μπαμπά μου, αλλά, δεν μπορώ να καταλάβω τη σύγκριση»
«Υπήρχε σχεδόν πάντα η ταμπέλα της "κόρης του Αθερίδη". Από τη μία το κατανοώ, αλλά από την άλλη, πολλές φορές γινόταν με τρόπο που δεν ήταν λογικός. Παραδείγματος χάριν, μπορώ να καταλάβω μια κυρία στον δρόμο που επειδή βλέπει τηλεόραση ξέρει τον μπαμπά μου, αλλά, δεν μπορώ να καταλάβω τη σύγκριση ή την προκατάληψη. Νομίζω έχω φτιάξει μέσα σε αυτά τα χρόνια μια δική μου ταυτότητα. Ο πατέρας μου άλλωστε ανήκει και σε μια γενιά με τελείως άλλους κώδικες, άλλο χιούμορ και αισθητική.
Λόγω του μπαμπά μου, βίωνα τη δημοσιότητα από μικρή κάπου παραδίπλα μου. Οπότε δεν το ένιωσα ποτέ ξαφνικά να συμβαίνει. Ήταν πάντα στο σπίτι μου. Φαντάσου από μικρή θυμάμαι σκηνικά να μας τραβάνε κάμερες ή να γράφουν κλπ. Τότε ήταν τελείως άλλες εποχές, με παπαράτσι κλπ. Πια όμως υπάρχει κάτι άλλο, που δεν ξέρω μήπως είναι και χειρότερο. Αυτό το cancel. Πια φοβάσαι για το τι θα πεις μην και παρεξηγηθεί. Πρέπει λίγο να το βρούμε. Εννοείται πρέπει να υπάρχει ένας σεβασμός γιατί υπάρχουν τρόποι και τρόποι που μιλάμε. Το θέμα είναι να αλλάξει ο τρόπος που σκεφτόμαστε. Και το τι θεωρείται ή όχι αστείο».

«Πρώτη φορά πήγα κόντρα στον εαυτό μου και τόλμησα να κάνω κάτι που έτρεμα»
«Νοσταλγώ μια ξεγνοιασιά που δεν θα ξαναέχω ποτέ στη ζωή μου, αλλά, δεν θα ήθελα να επιστρέψω σε εποχές που ήμουν πιο νέα. Δεν θα ήθελα να είμαι ξανά 25. Όσο πιο μικρή ήμουν, τόσο υπέφερα. Στα 23 μου, μού έσκασε για πρώτη φορά κρίση πανικού. Αλλά και άλλες φοβίες. Ας πούμε φοβόμουν να γυρίσω μόνη μου σπίτι.
Αυτά διογκώθηκαν όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί, όπου εκεί και μαζί με την επιλόχειο κατάθλιψη υπέφερα. Δεν έτρωγα καν τότε γιατί πίστευα ότι θα πνιγώ. Πήρα αγωγή κατευθείαν τότε. Έκανα φυσικά και ψυχοθεραπεία. Όλα αυτά έφυγαν εντελώς, όταν έκανα το δεύτερο παιδί. Έγινε κάτι πολύ συγκεκριμένο τότε. Υπερπήδησα έναν τεράστιό μου φόβο. Πρώτη φορά πήγα κόντρα στον εαυτό μου και τόλμησα να κάνω κάτι που έτρεμα. Και έγινε για δεύτερη φορά μητέρα. Αυτό με έκανε να καταλάβω ότι μπορώ να κάνω το οτιδήποτε. Γιατί στην ουσία, η αίσθηση που είχα όλα τα προηγούμενα χρόνια, ήταν μια αίσθηση ανημποριάς. Και κατάφερα έτσι να επιβληθώ στον φόβο μου.
Ήθελα πολύ να κάνω δεύτερο παιδί. Δεν μου άρεσε που ήμουν μοναχοπαίδι. Ζήλευα πολύ τους άλλους που είχαν αδέλφια. Το να μην έχεις αδέλφια έχει από πίσω μεγάλη μοναξιά, τα βιώνεις όλα μόνος σου. Ακόμη και να μην ταιριάζεις με τον αδελφό σου, είναι σημαντικό να βλέπεις σαν παρατηρητής, πώς αντιδρά ένα άλλο άτομο. Και φυσικά μαθαίνεις ότι δεν είσαι μόνος σου. Φεύγεις από το κέντρο σου από νωρίς. Το οποίο είναι σημαντικό για έναν ακόμη λόγο. Το να μην είσαι εσύ συνεχώς το θέμα, είναι απελευθερωτικό».
***
«Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου»
Θέατρο Ιλίσια Βολανάκης
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.