Πόσα χιλιόμετρα θα έκανες κάθε μέρα γι' αυτό που αγαπάς; Η Τζωρτζίνα Λιώση συγκεκριμένα, κάνει περίπου 60 χιλιόμετρα, τόσα χρειάζονται για να φτάσει από το σπίτι της στο Μάτι στο Θέατρο του Νέου Κόσμου και πάλι πίσω.
Για τη συνέντευξη, δίνουμε ραντεβού ένα απόγευμα, λίγο πιο κάτω από το θέατρο. Στέλνει μήνυμα ότι χρειάστηκε να κάνει αρκετές γύρες ψάχνοντας να παρκάρει, ωστόσο καταφθάνει χαμογελώντας, δείχνοντάς μας ότι ένα τέτοιο θέμα δεν μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή της. Την περίμενες κάπως έτσι. Αύρα ζεστή, σου μεταδίδει ηρεμία μέσα ακόμη και μέσα στο χάος της Συγγρού. Ίσως σε αυτό, να οφείλεται στην επιλογή της να μένει δίπλα στη φύση.
Έχουν περάσει σχεδόν 15 χρόνια από την πρώτη της δουλειά ως ηθοποιός, με την ταινία «Κανένας» του Χρήστου Νικολέρη, μια δουλειά που ήρθε από το πουθενά στη ζωή της, και συζητώντας για το ντεμπούτο της αυτό, σκέφτομαι πως μπορεί να αλλάξει η ζωή ενός ανθρώπου μέσα από μια στιγμή, μια πρόταση και τελικά μια απόφαση.
Η Τζωρτζίνα Λιώση μιλάει στο Reader μεταξύ άλλων για τη σχέση της με τον χρόνο, για το πώς ήρθε στη ζωή της η υποκριτική και φυσικά για την παράσταση «Πιτσιμπούργκο» όπου και πρωταγωνιστεί, στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, που μετά την επιτυχία που σημείωσε, πρόσθεσε νέες παραστάσεις.

Πες μας για την παράσταση που πρωταγωνιστείς στο θέατρο του Νέου Κόσμου. «Πιτσιμπούργκο» λοιπόν.
«Το έργο είναι ένα εγχείρημα της Αρκαδίας Ψάλτη, είχε ανέβει και στο παρελθόν και υπήρξε μια έντονη ανάγκη από τους Έλληνες του εξωτερικού, να ανέβει ξανά. Με τον Σταμάτη Μπάκνη που παίζουμε μαζί, είχε ξανασυνεργαστεί ενώ όσον αφορά τη δική μας σχέση, είναι στην πραγματικότητα ο καλύτερός μου φίλος. Είμαστε μαζί από τα πρώτα μαθήματα υποκριτικής που είχαμε κάνει».
Είναι ένα συγκινητικό έργο και αποκαλυπτικό ταυτόχρονα και το πώς έχουν διαμορφωθεί σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις.
«Είναι η ιστορία ενός ζευγαριού, το αγόρι έχει πάει στο Πίτσμπουργκ της Αμερικής, η κοπέλα έχει μείνει πίσω στη Χίο και συνομιλούν με επιστολές. Η πρώτη επιστολή που βλέπουμε είναι τον Ιανουάριο και η απάντηση έρχεται το Μάρτιο. Μιλάμε για ένα ζευγάρι το οποίο για σχεδόν τρία χρόνια, μιλάει κατ’ αυτόν τον τρόπο, με τις απαντήσεις να έρχονται σε διάστημα τριμήνου. Και βλέπουμε πώς στεκότανε μία αγάπη στην εποχή που δεν περίμενες να σου απαντήσει ο άλλος στα επόμενα λεπτά.
Με νεότερους ανθρώπους που το έχω συζητήσει σήμερα, τους κάνει εντύπωση το πόσο αραιή ήταν η επικοινωνία τότε και πόσο δύσκολη. Και μόνο που ένα τέτοιο έργο αναβιώνει στο σήμερα, μου φαίνεται και πολύ ελπιδοφόρο, ώστε να δούμε και εμείς και πιο νέες γενιές ότι μπορούν να λειτουργήσουν και αλλιώς τα πράγματα, όχι μόνο με ένα μήνυμα».
Εσύ με το παρελθόν πώς τα πάς;
«Ξέρεις, πολύ πρόσφατα έκανα μια συνειδητοποίηση, επειδή βγήκε το τρέιλερ του "Toy Story 5" και μας δείχνει ότι το κοριτσάκι παίρνει ένα τάμπλετ. Και σκέφτομαι πως έχει αλλάξει η εποχή. Και εκεί που κατάλαβα ότι μιλάω όπως άκουγα πάντα τους παππούδες και τους γονείς μου να λένε “εμείς στην εποχή μας” κατάλαβα ότι έχω ζήσει πλέον πράγματα για τα οποία δεν μπορούμε να μιλάμε. Δεν υπάρχουν πια, δεν γίνονται πια. Έχω ζήσει στην εποχή χωρίς κινητό τηλέφωνο. Κατάλαβα ότι περνάει ο χρόνος και με τρόμαξε λίγο αυτό.
Νομίζω πως ακόμη δυσκολεύομαι να συμφιλιωθώ με την ενηλικίωση και τον χρόνο που περνά. Κρατάω τη σύνδεση με την παιδικότητα μέσα από το θέατρο, μέσα από τη φύση, από τα ζώα. Βρίσκω τον τρόπο να ποτίσω τις περιοχές αυτές που έχουν ανάγκη να ποτιστούν, αλλά έρχονται συνειδητοποίησεις εξωτερικές που με κάνουν να καταλαβαίνω ότι αλλάζουν τα πράγματα».

Φαίνεσαι μικρότερη από την ηλικία σου, θα το έχεις ακούσει πολλές φορές. Αυτό στο κομμάτι της δουλειάς, σε επηρεάζει κάπως;
«Νομίζω ότι πέρασα μια εποχή, στην καραντίνα, που με απασχόλησαν διάφορα ζητήματα σχετικά με τη δουλειά, επειδή εμείς ήμασταν οι πρώτοι που κλείσαμε και τελευταίοι που ανοίξαμε. Ένα ήταν ήταν και αυτό. Γιατί ήμουν τότε και σε μια ηλικία στην οποία δεν φαινόμουν. Άρα οι ρόλοι, ας πούμε, για μια κοπέλα 30 χρονών δεν έκαναν για μένα, αλλά από την άλλη, συμπεριφορικά, δεν μπορούσα να υποδυθώ κάποια πιο νεαρή. Οπότε, πολλά πράγματα δεν κούμπωναν σε μένα με κανέναν τρόπο.
Μου έχουν πει ότι φαίνομαι πιο νέα, οπότε δεν τους κάνω για συγκεκριμένους ρόλους, ή ότι, όταν ήμουν 30, δεν έμοιαζα με 30, οπότε πάλι δεν έκανα για άλλους ρόλους. Έχω χάσει δουλειές λόγω της εμφάνισής μου δηλαδή. Όπως και πιστεύω βέβαια πως, μπορεί να έχω βρει κι άλλες λόγω αυτού. Κατάλαβες, δεν είναι απόλυτο».

Έχεις νιώσει στη δουλειά να σου φέρονται διαφορετικά λόγω του ότι είσαι μια νέα γυναίκα.
«Έχω βρεθεί σε συνεργασίες που ένιωθα ότι με υποτιμούν λόγω φύλου, λόγω συμπεριφοράς, επειδή ίσως φαίνομαι πιο ντροπαλή. Είμαι έτσι κι αλλιώς ένας άνθρωπος που δεν θέλω να έρχομαι σε ρήξη και να δημιουργείται ένταση. Προτιμώ να είμαι ευγενική, για μένα, η μεγαλύτερη πράξη, ας πούμε, αναρχίας, είναι να είσαι σήμερα ευγενικός. Πάντως έχω σταθεί τα τελευταία χρόνια πολύ τυχερή και έχω καταφέρει να δουλεύω με ανθρώπους που συνεργαζόμαστε και δεν προσπαθεί να επιβληθεί ο ένας στον άλλο. Και σε υγιή περιβάλλοντα λειτουργώ και αποδίδω καλύτερα».
Κάνω ένα μεγάλο άλμα προς τα πίσω στον χρόνο. Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με την υποκριτική;
«Ξεκίνησα με την ταινία “Ο Κανένας” του Χρήστου Νικολέρη, που ήρθε όσο ακόμη σπούδαζα ψυχολογία στην Ελλάδα. Τότε ήμουν και σε μια διαφημιστική εταιρεία για να βγάζω κάποια χρήματα όσο σπούδαζα. Έκανα μερικές φωτογραφίσεις τον χρόνο… Ο σκηνοθέτης έψαχνε τότε φυσιογνωμικά κάτι, σαν εμένα, του είπαν από τη διαφημιστική ότι έχουμε μια κοπέλα, αλλά δεν είναι ηθοποιός. Και είπε, δεν πειράζει, ας τη δούμε».
Και πώς ήταν αυτή η μετάβαση μπροστά στην κάμερα και σε έναν άλλο κόσμο;
«Ήταν το πιο ομαλό πράγμα που έχει γίνει στη ζωή μου, γιατί κατάλαβα ότι μου έλειπε. Μου ταίριαξε και μου κούμπωσε. Σαν να μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους. Δεν είχα εκδηλώσει νωρίτερα καμιά παρόμοια επιθυμία, μικρή έλεγα ότι θέλω ζωγράφος».


Οπότε μετά την ταινία λες «εδώ είμαστε»; Ξεκινάς μαθήματα υποκριτικής;
«Όχι, γιατί δεν είμαι ένας φυσιολογικός άνθρωπος (σ.σ. γέλια). Γύρισα κανονικά στο πανεπιστήμιο και το τελείωσα. Ήμουν για πολλά χρόνια με τα δύο μου χέρια σε δύο κλαδιά».
Αυτό πώς μπορούσες να το κάνεις;
«Δεν ένιωθα ασφάλεια ότι θα μπορούσα να βιοποριστώ από αυτό. Μιλάμε και για τα χρόνια της κρίσης τότε. Και επειδή έρχομαι και από ένα σπίτι που δεν έκανε κανένας μας κάτι σχετικό με την τέχνη, ήταν τελείως άγνωστο. Δούλευα λοιπόν σε ένα δικηγορικό γραφείο μέχρι και την πρώτη χρονιά του “Ταμάμ”.
Ε, κάποια στιγμή κουράστηκα. Το πήρα και από απόφαση, πήρα μια βαθιά ανάσα, βούτηξα και κολύμπησα. Οπότε δεν μπορώ να καμωθώ, ότι πήρα ποτέ κάποιο ρίσκο ποτέ σε σχέση με τη δουλειά. Το πήγα αργά και σταθερά. Το 2013-2014 ήταν η σειρά “Ταμάμ” και εγώ το 2014 σταμάτησα οριστικά από την άλλη μου δουλειά.»
Τότε είχε γίνει χαμός με τη σειρά αλλά και όλους όσοι παίζατε. Θυμάσαι κάποιο ακραίο περιστατικό από τότε;
«Επειδή δουλεύαμε πολύ και δεν κυκλοφορούσαμε τόσο, αργήσαμε να καταλάβουμε την επιτυχία που είχε το “Ταμάμ”. Θυμάμαι μόνο τα πρώτα Χριστούγεννα που είχε παιχτεί η σειρά, που πήγα με την αδερφή μου μια βόλτα στο κέντρο και ξαφνικά να με χαιρετάνε και να με κοιτάνε στο δρόμο.
Ωστόσο, γι’ αυτό που με ρώτησες, τα ακραία περιστατικά που μου έχουν συμβεί δεν τα λέω γιατί κάποιος που το έχει σκεφτεί και δεν το έχει κάνει, μπορεί να πει, αφού έχει γίνει ήδη, θα το κάνω κι εγώ (σ.σ. γέλια)».

Σκέφτηκες ποτέ να αφήσεις το επάγγελμα;
«Το έχω σκεφτεί πολλές φορές, όχι επειδή ήθελα να σταματήσω, αλλά επειδή είχαν να μπλοκάρει τα πράγματα. Και καραντίνα για παράδειγμα, που λέγαμε και πριν ότι με απασχολούσαν διάφορα ζητήματα ως προς το επάγγελμα. Υπάρχει μια ανησυχία και δεν είναι ανησυχία επειδή δεν θα βρω τι θα κάνω στη συνέχεια, έχω δύο πτυχία κάτι θα τα κάνω. Αλλά δεν θα ήθελα να σταματήσω αυτή τη δουλειά, με κάνει ευτυχισμένη. Αν χρειαστεί ποτέ να τη σταματήσω όμως θα βρω το θάρρος».
Με την έκθεση πώς τα πας;
«Στ’ αλήθεια, η έκθεση με κάνει να νιώθω ότι περπατάω συνέχεια σε τεντωμένο σκοινί. Γιατί αυτό είναι πολύ εύκολο να διαλυθεί κάτι από τη μια στιγμή στην άλλη. Υπάρχει μια ευθύνη».
Υπάρχει μια ευθύνη και είναι λίγο και της μόδας να ζητάμε και από τους ηθοποιούς να τοποθετούνται για τα πάντα.
«Μιας που υπάρχει το βήμα και κάποιοι άνθρωποι μπορούν να βοηθηθούν από κάτι που θα πεις, είναι σημαντικό να μιλάς για κάποια θέματα. Ναι, να μιλάμε για την Παλαιστίνη. Να μην κάνουμε ό,τι δεν συμβαίνει. Αλλά την ίδια στιγμή, δεν είναι απαραίτητο ότι όλοι νοιάζονται για το τι θα πεις. Εγώ κάνω μια δουλειά αυτή τη στιγμή και μπορώ να σου μιλήσω τα πάντα γι' αυτό που κάνουμε. Αλλά αν δεν έκανα αυτή τη δουλειά, πού θα βασιζόταν αυτή η συνέντευξη; Τι θα λέγαμε; Για την επικαιρότητα ή την προσωπική μου ζωή; Δεν είναι οκ αυτό».
Για να ξαναγυρίσω στην εποχή που ξεκίνησες, μιας και ανέφερες ότι στο οικογενειακό περιβάλλον δεν υπήρχε κάποιος που να έχει σχέση με τον χώρο, οι γονείς σου πώς αντέδρασαν όταν αποφάσισες να τα αφοσιωθείς αποκλειστικά στην υποκριτική;
«Είχε περάσει μια κρίση η σχέση μας με τους γονείς μου, όταν αποφάσισα να γίνω ηθοποιός. Δεν ήμασταν στα καλύτερα μας, είχαν σοκαριστεί για την ακρίβεια. Τελικά ήταν δίπλα μου».
Έχεις πει πως και στην εφηβεία σου ήσουν ένα ήρεμο παιδί, δεν έκανες κάποιου είδους επανάσταση. Ίσως να ήταν εκείνη η απόφαση η επανάσταση που όφειλες στον εαυτό σου.
Ναι ίσως… Αν τον ρωτήσεις βέβαια σήμερα, ο πατέρας μου υποστηρίζει ότι περνάω μια δεύτερη εφηβεία (σ.σ. γέλια)».
***
Πιτσιμπούργκο
Σκηνοθεσία: Αρκαδία Ψάλτη
Παίζουν Τζωρτζίνα Λιώση, Σταμάτης Μπάκνης
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.