Το ραντεβού μας ήταν στον χώρο της και ίσως ήταν από τα πιο ανακουφιστικά πράγματα - και για εμάς - εκείνη την πραγματικά καυτή μέρα. Μάς προσφέρει κάτι να πιούμε, ο τόνος της μου είναι τόσο οικείος, στα αυτιά, όχι τόσο επειδή είναι μια ηθοποιός που για μας είναι συνώνυμη με τις σειρές που μας διαμόρφωσαν, αλλά επειδή είναι πραγματικά από τους ανθρώπους που εκπέμπουν ζεστασιά από το πρώτο «Καλώς ήρθατε» .
Για τη φωτογράφιση, η Ρένια Λουζίδου προτιμά τη φυσικότητα, δεν της αρέσουν τα στημένα. Είμαι σίγουρη ότι αυτήν αποζητά και σε όλη τη ζωή της. Συμφωνούμε. Θα μάς πει γελώντας μια ιστορία πώς σε μια φωτογράφιση που είχε κάνει νεότερη για συνέντευξη σε περιοδικό, ούτε η ίδια δεν την αναγνώρισε όταν πήγε να αγοράσει το έντυπο από ένα περίπτερο, όταν έμενε στο Παγκράτι.
Για τη συνέντευξη, ξεκλέψαμε λίγο χρόνο από τις πρόβες της για την παράσταση «SexyLaundry» που πρωταγωνιστεί με τον Σπύρο Παπαδόπουλο και με την οποία θα είναι σε περιοδεία το καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα. Πρώτη στάση το Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού το Σάββατο 27 Ιουνίου. Μετά από μια δύσκολη και κουραστική χρονιά με πολλές υποχρεώσεις, η ίδια θα μου πει πως το μόνο πράγμα που θα ήθελε να κάνει αυτό το καλοκαίρι επαγγελματικά, δεν θα ήταν άλλο από αυτήν την παράσταση.
Από τη Θεσσαλονίκη ως την Αθήνα που δεν την ονειρευόταν μικρή ποτέ, την παράτολμη απόφαση που ευτυχώς πήρε στη ζωή της, την ανάγκη του να κάνεις ένα βήμα πίσω, το χωριό που απέκτησε. Η Ρένια Λουιζίδου μιλά στο Personas του Reader:

Εφηβεία, David Bowie, από τη Φιλοσοφική στο Κρατικό
«Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη σε ένα σπίτι με ελευθερίες και εμπιστοσύνη από τους γονείς μου. Νομίζω ότι είχα τις περισσότερες ελευθερίες από σχεδόν όλες τις συμμαθήτριές μου και αυτό, φυσικά, δούλευε πάρα πολύ υπέρ τους, γιατί δεν χρειαζόταν να κρύψω τίποτα. Δεν έκανα ακραία πράγματα. Έκανα βλακείες, αλλά όχι ακρότητες.
Από τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στις αρχές των 80s, θυμάμαι τις σειρές που βλέπαμε στο σπίτι. Η Λωξάντρα, Αστροφεγγιά, Το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, The Waltons, καθόμασταν και τις βλέπαμε όλοι μαζί. Στο δωμάτιό μου άκουγα μουσική, ροκ κυρίως⋅ Rolling Stones, David Bowie, Talking Heads, Cure.
Την Αθήνα την είχα στο μυαλό μου ως κάτι μακρινό. Ερχόμασταν μία-δύο φορές τον χρόνο σε κάτι συγγενείς που έμεναν εδώ, για καμιά παράσταση... Δεν ήταν ποτέ ζητούμενο όμως. Θυμάμαι πως λέγαμε με τους φίλους μου ότι θέλαμε να φύγουμε από τη Θεσσαλονίκη για να πάμε σε μια μεγαλύτερη πόλη, αλλά δεν ήταν η Αθήνα η πόλη που εκπροσωπούσε ό,τι ονειρευόμασταν. Ως Θεσσαλονικείς, άλλωστε, δεν θα λέγαμε ποτέ πως μας άρεσε περισσότερο η Αθήνα ως πόλη (σ.σ. γέλια).
Στη Θεσσαλονίκη, το πρόβλημα είναι πως από κάποια στιγμή και μετά αρχίζεις και τους ξέρεις όλους, σε ξέρουν όλοι και καταλήγει να γίνεται κάπως πνιγηρό αυτό το πράγμα. Με τους «Απαράδεκτους» θυμάμαι ότι με ρωτούσαν πώς μου φαίνεται η αναγνωρισιμότητα, αλλά θυμάμαι πως, όντας Θεσσαλονικιά, το να βγαίνω στον δρόμο και να με χαιρετάνε μου ήταν ήδη οικείο».

«Στα 18 μου έδωσα Πανελλήνιες, πέρασα στη Φιλοσοφική. Δεν ήξερα τότε τι δουλειά ήθελα να κάνω. Δεν ήθελα σίγουρα να γίνω ούτε δικηγόρος, που ήταν ο πατέρας μου, ούτε εκπαιδευτικός, που ήταν η μητέρα μου. Διάλεξα, οπότε, τις σπουδές που με ενδιέφεραν, καθώς μου άρεσε από μικρή η λογοτεχνία και οι τέχνες. Δεν υπήρχαν τότε και πολλές σχολές, λ.χ. Δημοσιογραφίας, Κοινωνιολογίας ή Θεατρικών Σπουδών.
Από τη στιγμή που έγραψα εξετάσεις και κατάλαβα πως μπαίνω στο πανεπιστήμιο, έφαγα φρίκη. Άρχισα να σκέφτομαι στα αλήθεια τι μπορώ να κάνω επαγγελματικά, τι άλλο μπορώ να κάνω που πραγματικά μου αρέσει. Κοιτούσα τι άλλο μπορούσα να κάνω παράλληλα. Τότε μια φίλη μου, δεν ξέρω πώς, αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στο Κρατικό Θέατρο. Εμένα το θέατρο μού άρεσε πάρα πολύ, αλλά μόνο να βλέπω, δεν είχα άλλη επαφή. Είπα λοιπόν "Θα πάω κι εγώ μαζί της". Πραγματικά ήμασταν τελείως άσχετες. Σκέψου ότι, ενώ στις εξετάσεις ζητούν μονόλογο, εμείς πήγαμε και δώσαμε μαζί ντουέτο (σ.σ. γέλια). Τότε εγώ το σκεφτόμουν ότι θα πάω για θεατρολογία, όχι για ηθοποιός. Είχα καθηγητές στο Κρατικό μετά, που ήταν και φιλόλογοι, και τους είχα και στη σχολή εν τω μεταξύ.
Μέσα στη σχολή, όταν μπήκα, θυμάμαι ότι έμεινα τελείως άναυδη. Με ρούφηξε τόσο το αντικείμενο, που μέχρι το τέλος της πρώτης χρονιάς ήμουν σίγουρη ότι αυτό θέλω να κάνω. Αυτό που με γοήτευσε περισσότερο απ’ όλα ήταν ότι βρήκα κάτι στο οποίο συμμετείχα με το 100% του εαυτού μου».
Η απόφαση που ευτυχώς πήρε και της άλλαξε τη ζωή
«Ήμουν στους αριστούχους που θα προσλάμβανε το Κρατικό. Όμως ήταν τότε μια ταραγμένη διοικητικά περίοδος για το Κρατικό Θέατρο, οπότε οι προσλήψεις μας δεν έγιναν τον Σεπτέμβριο, όπως κανονικά θα γίνονταν. Ήταν και η εποχή που δεν είχε αλλάξει η συνθήκη στα κρατικά θέατρα. Ήταν μόνιμοι όσοι δούλευαν, οπότε θα αργούσες πολύ να μπεις και να εργαστείς εκεί. Έτσι, για περίπου δέκα μήνες περιμέναμε να προσληφθούμε.
Το γεγονός ότι αργούσε η πρόσληψη έβαλε τον πρώτο σπόρο στο να σκεφτώ να φύγω από τη Θεσσαλονίκη. Διάβασα ότι η Ξένια Καλογεροπούλου έψαχνε παιδιά και έκανε οντισιόν. Πήρα το τρένο για να κατέβω στην Αθήνα. Τελικά, βέβαια, εκείνη ήθελε αγόρια. Κράτησε όμως το τηλέφωνό μου, λέγοντάς μου πως θα με έχει στο νου της. Εμένα τότε μου είχε ακουστεί σαν αυτό το κλασικό που λέμε, θα σας ειδοποιήσουμε", και είπα μέσα μου ότι δεν θα πάρει ποτέ. Όμως με πήρε, για μια επιθεώρηση που έκανε τότε ο Σταμάτης Φασουλής. Η Καλογεροπούλου είναι ένας άνθρωπος στον οποίο οι νεότεροι της δουλειάς χρωστάμε πολλά. Πήγαινε σε εξετάσεις, έβλεπε τα νέα παιδιά και έστρεφε τα φώτα πάνω στους νέους.
Εν τω μεταξύ, είχε η πρόσληψη στο Κρατικό. Υπήρξε το δίλημμα αν θα γύριζα ή όχι, αλλά ευτυχώς ήμουν νέα και πήρα την παράτολμη απόφαση».
«Κάθε δουλειά που έχω κάνει είναι συνδεδεμένη με μια διαφορετική φάση της ζωής μου. Από το 2000 και μετά, θυμάμαι κάθε ημερομηνία κάθε δουλειάς, γιατί θυμάμαι σε τι ηλικία ήταν ο γιος μου. Στο "Εσύ Φταις" ήμουν έγκυος - απορώ τότε πώς δεν το είχε καταλάβει κανείς, στο "Καφέ της Χαράς" θυμάμαι ότι άρχισε το 2003, γιατί ήταν τριών ετών. Πριν από την εγκυμοσύνη τα μπερδεύω λίγο.
Τους "Απαράδεκτους" φυσικά τους θυμάμαι για πολλούς άλλους λόγους. Για αυτή την αναπάντεχη συνάντηση και κυρίως επειδή ήταν στις αρχές του ανοίγματος της ιδιωτικής τηλεόρασης, κάτι που άλλαξε για εμάς τα πάντα. Θυμάμαι έντονα την περίοδο της οικονομικής κρίσης επίσης, γιατί άλλαξε το τηλεοπτικό τοπίο τελείως.
Παρόλο που ήδη από τα πρώτα μου βήματα ήρθε η επιτυχία των "Απαράδεκτων", δεν φτάνει μόνο η επιτυχία για να αποφασίσεις τι θα κάνεις. Έχει σημασία σε ποιο σημείο της πορείας σου σε πετυχαίνει η επιτυχία, γιατί μπορεί να σου κάνει και κακό.
Πριν από τους "Απαράδεκτους" είχα κάνει μια σειρά στην ΕΡΤ, αλλά στην πραγματικότητα εκείνη ήταν η πρώτη μου δουλειά. Μου έφερε πολλές προτάσεις, αλλά όλες παρόμοιες. Και ήταν δικαιολογημένο, γιατί δεν με ήξεραν από κάτι άλλο, δεν υπήρχε κάποιο προσωπικό στίγμα μέχρι τότε. Και η ταύτιση δεν είχε να κάνει με το κοινό· οι άνθρωποι του χώρου ήταν εκείνοι που με είχαν ταυτίσει έτσι.
Αυτό τότε μου είχε δημιουργήσει φοβερό άγχος, οπότε κράτησα τον εαυτό μου λίγο πίσω. Έτσι, τα οφέλη από τους "Απαράδεκτους" δεν τα είδα, επειδή έτσι το επέλεξα τότε. Θα μπορούσα να είχα βγάλει περισσότερα χρήματα και να είχα κάνει μεγαλύτερους ρόλους νωρίτερα, αλλά το ένστικτο και η σκέψη μου μού έλεγαν ότι δεν θα μου βγει σε καλό αν το εκμεταλλευτώ εκείνη τη στιγμή. Θα λειτουργούσε για μερικά χρόνια και μετά θα βρισκόμουν στο τίποτα.
Οπότε τα πράγματα πήγαν πιο σταδιακά για μένα, ώστε να με δει ο χώρος και σε άλλους ρόλους, όχι μόνο μέσα από έναν.
Όλα αυτά τα χρόνια και με έχουν επιλέξει και έχω επιλέξει κι εγώ. Δεν είμαι βέβαια τόσο ο άνθρωπος που θα σηκώσει το τηλέφωνο για να ζητήσει δουλειά. Όχι από εγωισμό, αλλά γιατί δεν θέλω να φέρω κάποιον σε δύσκολη θέση. Αισθανόμουν ότι θα έφερνα κάποιον κοινωνικά σε δύσκολη θέση. Δεν το θεωρώ κακό, φυσικά. Ήμουν τυχερή όμως και δεν έμεινα ποτέ χωρίς προτάσεις, οπότε δεν χρειάστηκε κιόλας να το κάνω. Δύο-τρεις φορές μόνο επέλεξα να κάνω μια δουλειά επειδή έπρεπε να βιοποριστώ».

«Απέκτησα όνομα στη δουλειά μου πριν από τα social media, δεν ξέρω αν, στα 25 μου, θα είχα τα κότσια να μην έχω»
«Πολλές φορές στη δουλειά έχω νιώσει ότι χρειάζομαι μια παύση, να μείνω λίγο πίσω. Δυστυχώς αναγκάζεσαι να κινηθείς με τον τρόπο που λειτουργεί η δουλειά. Μπορείς να πας κόντρα μέχρι ένα σημείο. Αρκετές φορές αισθάνθηκα ότι θα ήθελα λίγο λιγότερο. Αλλά δεν είναι πάντα εφικτό. Έχουμε ένα μεγάλο θέμα ως Έλληνες με την τήρηση ημερομηνιών και προθεσμιών. Είναι πολύ δύσκολος ο προγραμματισμός σε αυτή τη δουλειά. Όσο ήταν μικρότερο το παιδί, προσπαθούσα να κάνω κάποιες παύσεις, οπότε δεν δούλευα το καλοκαίρι, όσο μπορούσα και από άποψη βιοπορισμού, δηλαδή. Δεν είμαστε εισοδηματίες. Ζούμε από αυτή τη δουλειά».
Στο σπίτι είμαι εργαζόμενη μαμά, δεν είμαι "η καλλιτέχνις". Δεν κάναμε ποτέ φασαρία γύρω από τη δουλειά μου και το είχαμε περάσει και στον γιο μου από όταν ήταν μικρός, για πολλούς λόγους. Δεν είναι εύκολο να είσαι παιδί κάποιου που είναι αναγνωρίσιμος.
Το να βλέπει ένα παιδί πέντε χρονών τη μαμά του, ας πούμε, να δίνει αυτόγραφα στα άλλα παιδιά ή να τρώμε σε ένα εστιατόριο και να ζητούν να βγουν φωτογραφία μαζί της. Ήθελα λοιπόν, όσο γινόταν, να τον προστατεύσω από το να επηρεαστεί από μια δική μου επιλογή, το ότι κάνω μια δουλειά που βρίσκεται στη δημόσια σφαίρα.
Δεν έχω social media επειδή είμαι μεγάλη (σ.σ. γέλια). Δεν ξέρω αν, στα 25 μου, θα είχα τα κότσια να μην έχω social media. Πρόλαβα να κάνω κάποια πράγματα και να αποκτήσω όνομα στη δουλειά μου πριν από τα social media και, από τη στιγμή που δεν τα χρειάζομαι για να έχω δουλειά, μπορώ να προστατεύω τον εαυτό μου από το αρνητικό κομμάτι τους.
Τώρα δεν μπορώ να τα φανταστώ στην καθημερινότητά μου. Μου έχουν πει και για διαφημίσεις και πως θα μπορούσα να βγάζω και χρήματα από αυτό, αλλά δεν με ενδιαφέρει. Δεν θεωρώ ότι μπορώ να το τροφοδοτώ συνεχώς. Έχω μάθει διαφορετικά. Μέσα στη δουλειά πέρασα πολύ χρόνο προσπαθώντας να προστατεύσω την ιδιωτική μου ζωή. Δεν θα την έβγαζα τώρα προς τα έξω για χάρη των social media. Έστελναν τους παπαράτσι μια περίοδο παντού. Πριν παντρευτώ, με φωτογράφιζαν με άσχετους δίπλα μου και έγραφαν ότι είναι ο άντρας μου. Μετά, τον άντρα μου τον είχαν βγάλει αθλητή του στίβου... ό,τι να ’ναι. Ή θυμάμαι ότι είχαμε πάει οικογενειακώς στη Μύκονο και ήμουν με το παιδί μου στις νεροτσουλήθρες και με τραβούσαν φωτογραφίες».

«Πέρασα πολύ μεγάλο μέρος της ζωής μου, λόγω της δουλειάς, με μακιγιάζ, με κομμώτριες από πάνω μου για το γύρισμα, με τακούνια, οπότε με κούρασε γρήγορα όλο αυτό. Αντί να με γοητεύσει, με έκανε να το χορτάσω γρήγορα και να το βαρεθώ. Δεν ήταν ποτέ το καλύτερό μου.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς εμείς οι γυναίκες με τον εαυτό μας, νομίζω ότι οι περισσότερες δεν το προτιμάμε. Απλώς απαιτείται κοινωνικά να είμαστε περιποιημένες και βαμμένες συνέχεια. Οι γυναίκες κρινόμαστε για την εμφάνισή μας 24 ώρες το εικοσιτετράωρο.
Από τα πρώτα χρόνια κατάλαβα πως δεν με εκφράζει όλο αυτό και γρήγορα συνειδητοποίησα τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά θέλω και σε αυτό που υποχρεούμαι να κάνω επειδή έτσι λειτουργεί η κοινωνία. Είναι δύσκολο να ξεφύγεις από την εικόνα που θέλουν να σου φτιάξουν, αλλά από νωρίς κατάφερα να βγω από αυτό. Το έζησα και στον εαυτό μου, αλλά είδα την ίδια αγωνία και σε άλλες γυναίκες γύρω μου.
Είμαι από τις μαμάδες που λένε «εμείς στην ηλικία σου» (σ.σ. γέλια), αλλά δεν το λέω πάντα για να υποστηρίξω ότι τα πράγματα ήταν καλύτερα. Δεν ρομαντικοποιώ καταστάσεις του παρελθόντος. Δεν έχει να κάνει, άλλωστε, με το καλύτερο και το χειρότερο, αλλά με το διαφορετικό. Και το καινούργιο πάντα σαστίζει και μπερδεύει. Σε κάθε γενιά συμβαίνει αυτό.
Αλλά πρέπει να πηγαίνουμε προς το καλύτερο. Ακόμη και αυτά που δεν καταλαβαίνω στις νέες γενιές, προτιμώ να κάτσω να τα ακούσω. Μερικά τα καταλαβαίνω σιγά-σιγά, μερικά τα καταλαβαίνω εξ αρχής, για άλλα μου παίρνει περισσότερο χρόνο.
«Αγαπώ πολύ τη θάλασσα, αλλά το πραγματικό μου safe space είναι το σπίτι μου»
Στα social media το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα κακεντρεχή σχόλια. Και η υπερβολική αποθέωση δεν θεωρώ ότι είναι κάτι καλό. Κι αυτό, άμα το πάρεις σοβαρά, μπορεί να σε οδηγήσει σε λάθος μονοπάτια ψυχής και μυαλού. Το βλέπουμε να συμβαίνει πολύ.
Αλλά μην ξεχνάμε ότι οι ακόλουθοι είναι τσάμπα, δεν κοστίζουν κάτι. Το εισιτήριο όμως που πάει να κόψει κάποιος, εκεί είναι το ζήτημα. Οι παραγωγοί κοιτούν τα social media και τους ακολούθους, αλλά στην πράξη φαίνεται ότι αυτό δεν έχει καμία σχέση. Κάποιος με εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα φέρει και κόσμο στο θέατρο.
Χρησιμοποιούμε τη λέξη "αγάπη" πολύ καταχρηστικά. Μακράν προτιμώ να με εκτιμά ο κόσμος παρά να με αγαπά. Για να με αγαπάς, πρέπει να με ξέρεις. Κι εσύ ξέρεις την επαγγελματική μου ταυτότητα, όχι εμένα ως Ρένια. Υπολογίζω πολύ περισσότερο αν ένας θεατής μού πει ότι με εκτιμά από κάποιον που θα μου πει πως μ’ αγαπά. Και εμείς έχουμε αγαπήσει στη ζωή μας και ξέρουμε ότι αυτό κοστίζει κάτι παραπάνω. Δεν μπορεί να με αγαπάς όσο κάνω τη Χαρά στη σειρά και την επόμενη χρονιά να αγαπάς μια άλλη ηθοποιό που κάνει έναν άλλον ρόλο. Αυτό λέγεται συμπάθεια, όχι αγάπη.

«Ο κόσμος προχωρά, αλλάζοντας απόψεις για τα πράγματα»
«Ό,τι ακούμε για τον χρόνο που περνάει είναι συνήθως αρνητικό. Δεν είναι όμως έτσι. Με τον έξω εαυτό μας μπορεί να μην είναι τόσο καλά τα πράγματα (σ.σ. γέλια), αλλά με τον μέσα εαυτό μας είναι πολύ καλύτερα.
Ξέρεις καλύτερα τον εαυτό σου, τα όριά σου, τις επιθυμίες σου. Λειτουργεί η εμπειρία. Δεν σε τρομάζουν τα πάντα, ούτε έχεις εκείνη την ανασφαλή αναστάτωση που έχει η νιότη. Νέα με τρόμαζαν τα πάντα. Αν θα γίνω ηθοποιός, τι είδους ηθοποιός θα γίνω, αν θα κάνω οικογένεια, αν θέλω να κάνω οικογένεια και παιδί. Οι εναλλακτικές ζωής και τα ερωτηματικά που έχεις μπροστά σου είναι τόσα πολλά. Τελικά, όλα τα απαντά η ζωή και οι συνθήκες.
Μου φαίνεται τρελό, για κάτι που είναι η φύση, για κάτι που είναι αναπόδραστο και νομοτελειακό και για όλους το ίδιο, να το πολεμάς. Υπάρχει για όλους μας ο φόβος του γήρατος, της αρρώστιας, του θανάτου και, αντί να αντιμετωπίζεται με τρυφερότητα, αντιμετωπίζεται με χλευασμό. Θα έπρεπε την έγνοια που μοιάζει να δείχνει αυτός ο πολιτισμός για τη νεότητα να τη δείχνει και για τους γέροντες. Ίσως φταίει που γηροκόμησα πρόσφατα, και μάλιστα σε τόσο δύσκολες συνθήκες, τη μητέρα μου και είδα τη φθορά με δύσκολο τρόπο. Δεν υπάρχει καμία υποδομή για αυτούς τους ανθρώπους. Για την ανακούφιση του πόνου τους. Για τη διαχείριση της μοναξιάς τους. Όλος ο πολιτισμός μας κοιτάζει αυτόν που έρχεται και σχεδόν καθόλου εκείνον που στήριξε αυτόν που έρχεται.

«Στον δημόσιο λόγο, εμφανίζονται συχνά όλοι σαν να έχουν βρει την απόλυτη αλήθεια. Σαν να έχουν καταλήξει σε παγιωμένες απόψεις για μια σειρά από πράγματα. Εγώ δεν έχω τελειωμένες απόψεις. Ζω ακόμη και μπορεί αυτό που πιστεύω τώρα για κάτι, σε πέντε χρόνια να έχει αλλάξει. Και υπάρχουν πράγματα που δεν ξέρω ή που ακόμη τα σκέφτομαι με πιο σύνθετο τρόπο. Έτσι προχωρά ο κόσμος, αλλάζοντας απόψεις για τα πράγματα, ξανασκεπτόμενος όσα θεωρούσε δεδομένα και αφήνοντας χώρο για το καινούργιο.
Ένας από τους λόγους που θέλαμε να ξαναρχίσει "Το Σόι Σου" είναι, ειλικρινά, γιατί θέλαμε να βρεθούμε ξανά μαζί. Αυτά τα πέντε χρόνια, χρόνια μέσα στην κρίση, μας έφεραν τόσο κοντά, που αποκτήσαμε και μια κάπως συγγενική σχέση. Με ρωτάνε τι γίνεται με την ΑΕΚ και "Το Σόι Σου" . Σε αυτή τη σειρά είναι όλοι ΑΕΚ. Οι σκηνοθέτες, οι ηθοποιοί... Εγώ είμαι Άρης, αλλά στην Αθήνα συμπαθώ την ΑΕΚ (σ.σ. γέλια).
Η εποχή μου ήταν μέχρι πρόσφατα το καλοκαίρι. Τα τελευταία χρόνια αρχίζω και φλερτάρω με τις άλλες εποχές του χρόνου. Η φύση είναι το καλύτερό μου. Ήμουν κατά βάση πάντα παιδί της πόλης, αλλά μεγαλώνοντας με έχει κουράσει. Θέλω πια να φεύγω. Δεν είχα ποτέ χωριό, αλλά τα τελευταία χρόνια έχουμε ένα σπίτι στο βουνό, στο Κρίκελλο Ευρυτανίας, και το έχω αγαπήσει πολύ. Αγαπώ επίσης πολύ τη θάλασσα, αλλά το πραγματικό μου safe space είναι το σπίτι μου».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.