Μενού

Τα πέντε πιο τυχερά λεπτά στη ζωή του Αργύρη Ξάφη

Αργύρης Ξάφης
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
  • Α-
  • Α+

Μεσημέρι στο κέντρο της πόλης. Θέατρο Θησείον. Την ώρα που φτάσαμε, άνοιγε την πόρτα, είχε μόλις τελειώσει την πρόβα. Ο Αργύρης Ξάφης, ένας από τους πιο πολυσυζητημένους ηθοποιούς της γενιάς του, μας περίμενε εκεί, στο μέρος που λίγο καιρό νωρίτερα, μας έκανε να παραμιλάμε για την παράσταση «Το πιο όμορφο σώμα που έχει βρεθεί ποτέ σε αυτό το μέρος»Η φετινή θεατρική χρονιά είναι (ξανά) η χρονιά του. Αυτή τη φορά, τον συναντήσαμε λίγο αφού είχε τελειώσει την πρόβα για την «Ανδρομάχη» του Ευριπίδη, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση της Μαρίας Πρωτόπαππα.

Με αφορμή τη νέα πνοή που καλείται να δώσει στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Ανδρομάχης, συζητήσαμε για την Ευριπίδεια τραγωδία και για το τι βλέπουμε - ή θέλουμε να βλέπουμε - στην Επίδαυρο. Για την πρώτη του δουλειά αλλά και για την ακόμη μια πλευρά της ζωής του, εκείνη που αρχίζει και τελειώνει μακριά από το θεατρικό σανίδι. Αφηγήσεις και ιστορίες για το παρελθόν, σκέψεις και προβληματισμοί για το παρόν. Ο Αργύρης Ξάφης σε μια συνέντευξη για το Bold:

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

«Σπούδασα στο Εθνικό Θέατρο. Δεν το σχεδίαζα, είχα πάει με μια φίλη μου που ήθελε να δώσει εξετάσεις. Εγώ τότε δούλευα με τον πατέρα μου στο μαγαζί που είχε, φτιάχναμε σφραγίδες. Μπήκα μέσα και είδα έναν κόσμο όπου χορεύανε, τραγουδούσαν... Τρελάθηκα, μ’ άρεσε πάρα πολύ. Ρώτησα τι έπρεπε να κάνω για να μπω και εγώ εκεί. Μετά από 2 ημέρες, ήταν οι εξετάσεις. 

Βρήκα κάτι φίλους μου από μια παράσταση που είχαμε κάνει όταν πήγαινα σχολείο στο Μαρούσι και μου έδωσαν να διαβάσω ό,τι χρειαζόταν. Το ένα έργο μάλιστα που πήγα και έδωσα στις εξετάσεις ήταν αυτό που είχα παίξει τότε στα 15 μου. Δεν το περίμενα ότι θα με έπαιρναν. Μου λέγανε όλοι ότι θέλει μέσο. Εγώ ήμουν ο πιο “άσχετος” εκεί, με τη λιγότερη προετοιμασία.

Θυμάμαι πως επειδή είχα μπει από τους τελευταίους, δεν έπαιρναν οι άλλοι κομμάτια μαζί μου. Όπως και ένα άλλο παιδί, που για τον ίδιο ακριβώς λόγο δεν έπαιρναν μαζί του. Έτσι κάναμε οι δυο μας τα περισσότερα, παίζαμε μαζί. Στο 1ο έτος βγήκα πρώτος και τότε άρχισαν να θέλουν να παίζουν κομμάτια μαζί μου. Εγώ συνέχισα να τα κάνω με αυτούς που με εμπιστεύτηκαν». 

Η πρώτη παράσταση 

«Τελειώνοντας τη σχολή βρέθηκα για καλή μου τύχη στον δρόμο του Θωμά Μοσχόπουλου και ένιωσα ότι έμαθα ξανά τη δουλειά. Η πρώτη παράσταση που έπαιξα ήταν για καλή μου τύχη το "Shopping and Fucking" (‘97-’99) στο Αμόρε. Η παράσταση αυτή άλλαξε όλο το θεατρικό τοπίο.

Μέχρι πριν την παράσταση ο μέσος όρος ηλικίας που πήγαινε στο θέατρο ήταν γύρω στα 60 και ξαφνικά ήταν λες και πήγαιναν για clubbing. Ήταν η πρώτη παράσταση in your face θεάτρου στην Ελλάδα και μια μαγική συνάντηση ανθρώπων. Το Αμόρε ήταν ένα θέατρο με 80 θέσεις και παίζαμε με 140. Εγώ τότε επειδή ήμουν καινούργιος και ήμουν με ξανθό μαλλί και σκουλαρίκια, λέγανε όλοι "τι είναι αυτός που παίζει". Θυμάμαι ο Βαλτινός με είχε ρωτήσει αν είμαι ηθοποιός (σ.σ. γέλια)».

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

Για την Επίδαυρο και την «Ανδρομάχη» που σκηνοθετεί η Μαρία Πρωτόπαππα

«Η πρώτη φορά που έπαιξα στην Επίδαυρο ήταν όταν ήμουν στο 1ο έτος της σχολής. Η πρώτη φορά στην Επίδαυρο ως επαγγελματίας ηθοποιός - μετά τη σχολή - ήταν στην παράσταση “Ηλέκτρα” του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία του Μιχαήλ Μαρμαρινού - η πρώτη του Επίδαυρος - το 1998, με την Μαρία Πρωτόπαππα επίσης τότε. Μάλιστα κάναμε και πρόβες εδώ στο Θέατρο Θησείον, όπως τώρα για την “Ανδρομάχη”. 

Με τη Μαρία Πρωτόπαππα έχουμε συναντηθεί μέσα στα χρόνια λίγες φορές αλλά υπάρχει μια αμοιβαία εκτίμηση και αγάπη που μένει σταθερή στον χρόνο. Από εκείνη την παράσταση στην Επίδαυρο το 1998, κάναμε ύστερα την ταινία «Κανείς δε χάνει σ' όλα» (2000), ένα σίριαλ στην ΕΡΤ και μετά βρεθήκαμε για το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» στο Θέατρο Τέχνης το 2019. Δώσαμε τότε μια υπόσχεση ότι πρέπει να κάναμε κάτι ακόμα. Η "Ανδρομάχη" είναι ένα project που σκεφτόμασταν εδώ και 3 χρόνια και τώρα ήταν τελικά η κατάλληλη στιγμή.

Πρόκειται για ένα έργο που δεν παίζεται σχεδόν ποτέ και υπάρχει μια προκατάληψη και λανθασμένη αντίληψη πως πρόκειται για κάτι πολύπλοκο και δύσκολο. Θεωρώ πως έφταιγαν σε αυτό και οι προηγούμενες μεταφράσεις, που συχνά το μετέτρεπαν σε μια φτηνή ερωτική ιστορία, χρησιμοποιώντας λέξεις για να ηθικολογήσουν ενδεχομένως, ενώ δεν υπήρχαν στο αρχαίο κείμενο. Η Μαρία τώρα το έπιασε από την αρχή, λέξη λέξη, βασιζόμενη σε μια πολύ παλιά μετάφραση. 

Ήξερε πως πρέπει να προχωρήσει το οτιδήποτε. Σου δημιουργεί αυτό μια ασφάλεια, γιατί υπάρχουν πολλές περιοχές που είναι και παραμένουν μυστήριο. Και σε κάθε παράσταση, ανάγνωση, ανέβασμα, βρίσκεις τις απαντήσεις. Γιατί και τώρα στην παράσταση, η επιλογή για τον ρόλο της Ανδρομάχης δεν είναι καθόλου αυτονόητη επιλογή. Και πάνω σε αυτό οι ερωτήσεις και οι απορίες πολλαπλασιάζονται».

Αργύρης Ξάφης
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

«Στην παράσταση είμαστε μια ομάδα ηθοποιών που θέλουμε το καλύτερο ο ένας για τον άλλον. Υπάρχει ένα υγιές και ευτυχές πλαίσιο. Το "υγιές" καμιά φορά σχολιάζεται ως κάτι μέτριο. Πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι η κανονικότητα είναι ταυτόχρονα μέτρια. Αν είσαι όμως σοβαρός καλλιτέχνης μπορείς να δεις την ακρότητα και την τέχνη μέσα στην κανονικότητα και την καθημερινότητα και να φτιάξεις ολόκληρο κόσμο.

Η Μαρία, παραμένοντας ένας “κανονικός”, ένας υγιής άνθρωπος μάς προχωράει σε πολύ ενδιαφέρουσες περιοχές. Πολλές φορές έχει μείνει ότι κάτι πιο τραβηγμένο, κάτι “άρρωστο” είναι τέχνη και κάποιοι καλλιτέχνες έστω και ρομαντικά, προσπαθούν να το καλλιεργήσουν. Δεν είναι αυτή η πραγματικότητα. Χρειάζεται ένα εύφορο χωράφι για να καλλιεργήσεις. Δεν μπορεί να είναι όλα χάος. Πρέπει να υπάρχει μυαλό, συγκέντρωση και τάξη στους συλλογισμούς σου. 

Για το ότι υποδύομαι έναν γυναικείο ρόλο, θα μπορούσα να πω διάφορα θεωρητικά, αλλά είναι πολλά περισσότερα. Υπάρχει το σκεπτικό ότι δεν μιλάμε τόσο ρεαλιστικά, για ανθρώπους, αλλά μιλάμε για πλάσματα που αντιπροσωπεύουν κάποιες ιδέες, ιδεολογίες, κινήματα και πολιτισμούς. Στην πρόβα κάποια στιγμή, η Μαρία είπε κάτι πολύ πιο απλό που είναι παράλληλα και πολύ πιο βαθύ. “Θέλω να ακούσω να υπερασπίζεται αυτή τη γυναικεία θέση ένας άνδρας. Να το ακούσω αυτό από ανδρική φωνή.” Αυτό με συγκινεί γιατί έχει μια συμφιλιωτική προσέγγιση και είναι διδακτική προς έναν άνδρα. Δημιουργεί μια συνθήκη που θες να μπεις και έτσι να μάθεις τα πράγματα. 

«Στο έργο θίγεται και το κομμάτι της ψευδαίσθησης της ανωτερότητας και της αλαζονείας και περιέχει το κομμάτι το πώς οι νικητές θεωρούν πως έχουν το δικαίωμα να διώχνουμε, να κακοποιούμε και να εξοντώνουμε ό,τι δεν μας αρέσει. Σήμερα αντίστοιχα βλέπουμε κάποια κράτη στη Δύση να θεωρούν ότι εκείνα έχουν το ήθος, τη δύναμη και το προνόμιο και μπορούν να τα ισοπεδώσουν όλα, σαν να ήταν από πάντα δικά τους. Αυτό που πρέπει να σκέφτονται οι άνθρωποι, είναι ότι μπορεί σήμερα να τυχαίνει να είσαι με τη μια πλευρά και αύριο να τύχει να είναι με την άλλη. 

Υπάρχουν πολλές ταχύτητες ως προς το πώς αντιμετωπίζουμε τις παραστάσεις που ανεβαίνουν στην Επίδαυρο. Υπάρχει μια πλειοψηφία που θέλει να βλέπει παραστάσεις να ανεβαίνουν “κάπως”. Αυτό το “κάπως” είναι βασισμένο ίσως στο πώς έπαιζε η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής, που πέρα από τα δύο αυτά φαινόμενα ως καλλιτέχνες, ο τρόπος αυτός που είχε έρθει τότε, ήταν ένας ξενόφερτος τρόπος, της σχολής Ράινχαρτ της Γερμανίας, που στην πραγματικότητα δεν είχε καμία σχέση με οτιδήποτε αρχαιοελληνικό. Υπάρχουν λοιπόν αυτοί που ζητούν κάτι συγκεκριμένο γιατί νομίζουν ότι έτσι ανέβαιναν τα έργα στην Αρχαία Ελλάδα, αλλά δεν έχει και τόσο σχέση τελικά.

Υπάρχουν και κάποιοι που θέλουν να διαλύσουν τα πάντα, χωρίς να ξέρουν και ακριβώς τι θέλουν να διαλύσουν. Αυτό είναι ζήτημα, γιατί ίσως δεν ξέρουν κι ακριβώς, τι θέλουν να φτιάξουν». 

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

«Είμαι της άποψης πως ο καθένας φυσικά μπορεί να κάνει ό,τι θέλει και αυτό θα δοκιμαστεί. Η τέχνη είναι κάτι το ζωντανό που μεταλλάσσεται. Γι’ αυτό και βλέπουμε 100 Αμλετ, 200 Οιδίποδες και 300 Μάκμπεθ. Επιτρέπονται όλα, αλλά από εκεί και πέρα, η χρήση των πραγμάτων, στο θέατρο είναι διαφορετική. Άλλο πράγμα είναι μια καρέκλα στο σπίτι μας και άλλο πράγμα είναι μια καρέκλα επί σκηνής. Άλλο πράγμα σημαίνουν καθημερινές λέξεις στον δρόμο, κι άλλη βαρύτητα έχει στο θέατρο. Στο αποτέλεσμα θα φανεί και θα παίξει ρόλο στο αν θα σου αρέσει ή όχι». 

Τα πέντε πιο καθοριστικά λεπτά στη ζωή του

«Οι γονείς μου δεν με πίεσαν ποτέ στο τι θα κάνω στη ζωή μου. Επειδή από 12 χρονών τους βοηθούσα στη δουλειά, ξέρανε ότι ό,τι και να γίνει εγώ θα βρω δουλειά, δεν θα πεινάσω. ΄Ήμουν και dj από μικρός, δούλευα τα καλοκαίρια. Ήξεραν και ότι δεν τους παίρνει κιόλας, γιατί ήμουν αποφασισμένος πάντα σε ό,τι έκανα. 

Δεν το περίμεναν βέβαια ότι ήθελα να ασχοληθώ με την υποκριτική, κουφάθηκαν (σ.σ. γέλια). Στην ακρόαση όταν πήγα στο Αμόρε, με παίρνανε μετά τηλέφωνο επί ενάμιση μήνα στο σπίτι - δεν είχαμε κινητά τότε - και δεν μου το έλεγε κανένας. Δεν είχαν συλλάβει τότε ότι αυτό είναι μέρος μιας δουλειάς. 

Έτυχε λοιπόν να είμαι το Πάσχα στο σπίτι, να πάρει ο Χουβαρδάς τηλέφωνο και να το σηκώσω και να μου πει ότι με ψάχνουν πόσο καιρό. Μάλιστα θυμάμαι να μου λέει ότι ο Θωμάς Μοσχόπουλος έφευγε την επόμενη ημέρα για Πάσχα και είχε αποφασίσει πως αν δεν το κλείναμε έως εκείνη την ημέρα - Μεγάλη Τετάρτη ήταν - θα έπαιρνε άλλον.

Πάω επί τόπου στο σπίτι του Θωμά Μοσχόπουλου όπου καταλήξαμε να μιλάμε όλο το βράδυ για την παράσταση. Τελικά τον πήγα εγώ το πρωί στο αεροδρόμιο! Είναι αυτές οι συναντήσεις τελικά… Σκέφτομαι πως αν δεν σήκωνα εκείνο το τηλέφωνο, αν δεν ήμουν εκεί εκείνα τα 5 λεπτά, δεν θα ήμουν σήμερα εγώ»

Η μία ακόμη ζωή του Αργύρη Ξάφη

«Έχω και ένα πιο τεχνοκρατικό κομμάτι μέσα, αυτό που έχει να κάνει με κώδικα, υπολογιστές, τεχνολογία κλπ. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην κάτσω να διαβάσω λίγο κώδικα, να δω τι παίζει στον κόσμο των κρυπτονομισμάτων και της τεχνολογίας για να είμαι ενημερωμένος. Με αποφορτίζει κιόλας. Το βράδυ που επιστρέφω σπίτι, με βοηθά να χαλαρώσω. Με κάνει να αισθάνομαι οικεία, με ηρεμεί. Μου άρεσε από μικρός αυτό το κομμάτι, το μελετούσα μόνος μου. Στα 14 μου είχα υπολογιστή και έγραφα κώδικα. Θυμάμαι μια εποχή, έκανα πρόβες, παραστάσεις και έμενα άυπνος για να τα διαβάσω. 

Το 2002 με θεωρούσαν έναν από τους κορυφαίους χάκερ - white-hat - στην Ευρώπη. Οι περισσότεροι δηλαδή φίλοι που ήμασταν τότε μαζί σε αυτό, τώρα είναι οι top. Την εποχή εκείνη βέβαια δεν υπήρχε αυτό που συμβαίνει τώρα που τους ζητάνε όλοι. Εμένα δηλαδή τότε, οι μόνοι που με παρακαλούσαν ήταν κάτι φίλοι μου στο Πολυτεχνείο για βοήθεια. Τώρα με ρωτάνε όταν ανεβαίνει το bitcoin, να αγοράσουν ή όχι (σ.σ. γέλια). Αυτή είναι η τρέλα μου». 

Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη
Φωτ.: Τζίνα Σκανδάμη

«Πώς τα πάω με τον χρόνο; Έχω μια αίσθηση πως κάπως δεν τον χορταίνω. Το καταλαβαίνω όταν ξυπνάω, που προτιμώ να σηκωθώ κατευθείαν για να κάνω κάτι, παρά να μείνω στο κρεβάτι. Δεν θέλω να χάνω την ημέρα».

 

***

Ανδρομάχη του Ευριπίδη

Εισιτήρια στο more.com

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.