Μενού
seferis
Γιώργος Σεφέρης | eurokinissi
  • Α-
  • Α+

«Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε» αναρωτήθηκε ο σπουδαίος Γιώργος Σεφέρης, μια ημέρα σαν σήμερα, στις 10 Δεκεμβρίου 1963, τη στιγμή που παραλάμβανε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας που είχε κερδίσει λίγες εβδομάδες νωρίτερα, στις 24 Οκτωβρίου. Ήταν ο πρώτος Έλληνας που έφτανε σε αυτή την «κορυφή». Και το πέτυχε με αντιπάλους όπως ο Μπέκετ, ο Νερούδα, ο Ανούιγ, ο Αραγκόν, ο Μπόρχες, ο Μπρετόν, ο Κοκτώ, ο Φροστ, ο Χάξλεϋ, ο Μαλρώ, ο Ναμπόκοφ, ο Μισίμα και ο Σαρτρ.

«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί»

Ο Σεφέρης πήρε το Νόμπελ την... τρίτη και φαρμακερή. Είχε διεκδικήσει δύο ακόμα φορές το βραβείο. Το 1955 και το 1961. Το 1963, ωστόσο, ήταν η σειρά του και το κατάφερε με τρόπο εντυπωσιακό καθώς ήταν ένας από τους 80 υποψηφίους. Σύμφωνα με τα πρακτικά που έγιναν γνωστά μόλις το 2013, στην τελική ψηφοφορία επικράτησε ανάμεσα στον Άγγλο δοκιμιογράφο Ουίσταν Όντεν και τον Χιλιανό ποιητή Πάμπλο Νερούδα, που, τελικά, θα λάβει το βραβείο οκτώ χρόνια αργότερα. Είναι δεδομένο πως το λογοτεχνικό εκτόπισμα των «αντιπάλων» του Σεφέρη εκείνη τη χρόνια, καταδεικνύουν και το λογοτεχνικό εκτόπισμα του ίδιου.

Και να φανταστεί κανείς πως όταν ο Σεφέρης πήρε το Νόμπελ, το πρώτο Νόμπελ της Ελλάδας, οι Έλληνες δεν ασχολήθηκαν και ιδιαίτερα. Είχαν άλλα σημαντικότερα πράγματα να ασχοληθούν όπως το, μεταξύ τους, μίσος και ο αλληλοσπαραγμός. Όταν ανακοινώθηκε πως ο σπουδαίος ποιητής ήταν ο νικητής, οι εφημερίδες ασχολήθηκαν με της επερχόμενες εκλογές και την κρίσιμη αναμέτρηση ανάμεσα σε ΕΡΕ και Ένωση Κέντρου. Η Αριστερά μάλλον έδειξε την προτίμησή της στον Πάμπλο Νερούδα, που ανήκε στο ιδεολογικό της στρατόπεδο, ενώ μία δεξιά εφημερίδα, ο «Ελεύθερος», δεν δίστασε να αναπαράγει τις φήμες που κυκλοφορούσαν ότι ο διπλωμάτης Σεφέρης «είχε ξεπουλήσει την Κύπρο για να πάρει το Νόμπελ».

Ο ίδιος ο Σεφέρης έμαθε πως πήρε το βραβείο όντας καθηλωμένος στο κρεβάτι εξαιτίας μιας κρίσης έλκους που τον ταλαιπωρούσε. Τον πήρε τηλέφωνο ο ανταποκριτής του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων, που τον πληροφορεί ανεπίσημα ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες του είναι ο νικητής. Η επίσημη ενημέρωση δεν άργησε να έρθει. Λίγη ώρα μετά από εκείνο το τηλεφώνημα πήγε στο σπίτι του Σεφέρη, στην οδό Άγρας 24 στο Παγκράτι, ο πρέσβης της Σουηδίας στην Αθήνα και του είπε: Τιμάστε «για το υπέροχο λυρικό ύφος, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες». Ο Σεφέρης θα μείνει για λίγο σιωπηλός, θα βουρκώσει και θα αγκαλιάσει τη σύζυγό του Μάρω.

Την επόμενη, δημοσιογράφοι θα πάνε στο σπίτι του Σεφέρη για να πάρουν μια δήλωσή του, εκείνος τους λέει πως δεν τον άφησαν να κοιμηθεί όλο το βράδυ. Στη μία το πρωί, του είχαν τηλεφωνήσει από το Λονδίνο ζητώντας τα βιογραφικά του στοιχεία προκειμένου να φτιαχτούν αφιερώματα, ενώ θα ακολουθήσει σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής ο εξής διάλογος:
Δημοσιογράφος: Πώς ακούσατε το μεγάλο νέο;
Σεφέρης: Μα, φυσικά, με χαρά.
Δημ.: Και το περιμένατε;
Σεφ.: Ομολογώ πως όχι. Είχα πολλούς αντιπάλους. Συγκεκριμένα, διάβασα προ ημερών στη Figaro ότι το φετινό Νόμπελ το διεκδικούσαν 80 υποψήφιοι.
Δημ.: Η Σουηδική Ακαδημία για την απονομή του Νόμπελ είχε υπ’ όψιν της κάποιο συγκεκριμένο έργο σας;
Σεφ.: Όχι. Το βραβείο μού δόθηκε για ολόκληρο το έργο μου, όπως μου διευκρίνισε ο Σουηδός πρεσβευτής, που μου ανήγγειλε σήμερα την απονομή».

«Κι ο άνθρωπος κατάντησε πραμάτεια»

Τηλεοπτικά κανάλια, internet και άλλες πηγές ενημέρωσης που σήμερα θεωρούμε δεδομένες τότε δεν υπήρχαν και έτσι οι Έλληνες, μαθαίνουν μέσα από το περιοδικό «Ταχυδρόμος» της 14ης Δεκεμβρίου το τι είχε πει ο Γιώργος Σεφέρης λίγες στιγμές μετά την απονομή του βραβείου από τον βασιλιά της Σουηδίας.

«Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα, και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά· κανόνας της είναι η δικαιοσύνη» αναφέρει αρχικά ο Σεφέρης και στη συνέχεια προσθέτει:

«Ένα βράδυ, αρχές του περασμένου αιώνα, σ’ ένα δρόμο της Ζακύνθου, ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός άκουσε στην πόρτα μιας ταβέρνας, ένα γέρο ζητιάνο να λέει, απλώνοντας το χέρι, ένα τραγούδι για την πυρκαϊά του Πανάγιου Τάφου στα Ιεροσόλυμα. Ο ζητιάνος τραγουδούσε:

''Ο Άγιος Τάφος του Χριστού, εκείνος δεν εκάη
εκεί που βγαίνει τ’ Άγιο Φως, άλλη φωτιά δεν πάει''.

Ο Σολωμός, μάς λένε, ενθουσιάστηκε τόσο, που μπήκε στην ταβέρνα και πρόσταξε να τούς κεράσουν όλους. Το ανέκδοτο αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα. Το θεώρησα πάντα ως ένα σύμβολο της ποιητικής δωρεάς που ο λαός μας απόθεσε στα χέρια ενός άρχοντα του πνεύματος, την στιγμή όπου αρχίζει η ανάσταση της νεώτερης Ελλάδας».

Στη συνέχεια ο Σεφέρης, απευθυνόμενος στη Σουηδική Ακαδημία, και μέσω αυτής σε ολόκληρη την υφήλιο, μιλά για τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον Άγγελο Σικελιανό και τον στρατηγό Μακρυγιάννη. Σε μία αναμφίβολα κορυφαία στιγμή αναγνώρισης του έργου του και της προσωπικής του πορείας, ο Σεφέρης επέλεξε η ομιλία του να μην είναι ούτε στο ελάχιστο αυτοαναφορική. 

Αντίθετα, επέλεξε να αναφερθεί στους σπουδαίους ομότεχνούς του.  Και ουσιαστικά παρουσιάζοντας τα κυρίαρχα στοιχεία και του κορυφαίους γι’ αυτόν εργάτες της ελληνικής γλώσσας και παράδοσης, μίλησε για αυτά και αυτούς που τον έκαναν αυτό που είναι. «Σας μίλησα γι’ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί οι σκιές τους δεν έπαψαν με συντροφεύουν από τότε που άρχισε το ταξίδι μου για την Σουηδία και γιατί οι προσπάθειές τους αντιπροσωπευούν, στο νου μου, τις κινήσεις ενός κορμιού αλυσοδεμένου επί αιώνες, όταν επιτέλους σπάσουν τα δεσμά του και ψηλαφεί, ξαναζωντανεύει, κι αναζητάει τις φυσικές του κινήσεις» τόνισε.