Το 2015 έδινα Πανελλήνιες, οπότε η πρόσβαση στην τηλεόραση και γενικά σε ψυχαγωγικό υλικό, όπως ταινίες και σειρές, ήταν κάπως πιο περιορισμένη λόγω διαβάσματος (λέμε τώρα). Θυμάμαι πάντως μία από τις πρώτες μέρες του Γενάρη να πετυχαίνω τυχαία στο Mega το trailer μιας νέας σειράς, στο οποίο ακουγόταν το εξής: «Αν βγεις μια βόλτα στο κέντρο, θα δεις αμέτρητες Αντουανέτες, απλώς δεν θα τις αναγνωρίσεις, γιατί φοράνε τζιν». Και σε ένα άλλο promo trailer, πιο σύντομο, θυμάμαι να βλέπω τρεις κοπέλες ντυμένες με δαντελένια φορέματα υψηλής ραπτικής να ιδρώνουν μες στον καύσωνα, ενώ ακούμε τους τέττιγες (τα τζιτζίκια ντε) να τραγουδάνε και μια γαμάτη κιθαριά που μου θυμίζει western να συνοδεύει το πλάνο-πίνακα.
Η Μιμή, η Έλλη και η Λούκι, που μας συστήθηκαν μέσα από τις οθόνες μας πριν από 10 χρόνια, ήταν τρεις νέες γυναίκες της εποχής τους, που τα 30 τις βρήκαν στην εποχή της βαθιάς κρίσης. Η καθεμία είχε τα δικά της, διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά με μια κοινή βάση: Zούσαν το «τώρα» τους. Και δεν ήταν και το καλύτερο τώρα που θα μπορούσε να ζητήσει κάποιος. Δέκα χρόνια μετά, οι τρεις ηρωίδες εξακολουθούν να είναι τρομακτικά αληθινές κι επίκαιρες. Στα μάτια μου δεν άλλαξε κάτι προς το καλύτερο από εκείνη την εποχή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την επιβίωσή μας. Βρισκόμαστε ακόμη σε κοινό πεδίο μάχης.
Ειλικρινείς, ονειροπόλες, εύθραυστες, αποφασιστικές, ανιδιοτελείς, εγωκεντρικές, αθυρόστομες, οι «Ηρωίδες», της Αλεξάνδρας Κ*, υπήρξαν ένα δροσερό, αστικό δράμα με πολύ χιούμορ, συναίσθημα και ειλικρίνεια, που μας έφερε μπροστά σε όλες τις προκλήσεις και τις αντιφάσεις της γυναικείας και όχι μόνο ενηλικίωσης στην Ελλάδα. Η τηλεοπτική σειρά του Mega ήρθε σαν όνειρο να μιλήσει για το γυναικείο βίωμα της σύγχρονης γενιάς με όσο πιο ανόθευτο ρεαλισμό, ορμή και συναισθηματικό βάθος.
Πρεμιέρα 10 χρόνια πριν
Το σίριαλ έκανε πρεμιέρα πριν από 10 χρόνια, στις 5 Φεβρουαρίου 2015. Ήταν μια περίοδος, όπου η κρίση είχε βαθύνει, ενώ συγκεκριμένα το 2015 ήταν χρονιά που, ενώ τα τελευταία χρόνια είχαμε ήδη καταλάβει πολύ καλά πως η μπλόφα καταναλώθηκε αμάσητη, καθορίστηκε από μεγάλα γεγονότα, όπως το δημοψήφισμα, τα capital controls και το πέρασμα σε μια εποχή ακόμη πιο βαθιάς αβεβαιότητας. Όχι ότι τώρα δεν συμβαίνει το ίδιο, αλλά τα χρόνια εκείνα οι κάτω των 30 ζούσαν με μια διπλή πίεση: έπρεπε κάπως να τα καταφέρουν με τη ζωή τους, σε μια χώρα που δεν τους έδινε προοπτική, και ταυτόχρονα να μη «χάσουν» τη νιότη τους.
Τηλεοπτικά ήταν επίσης μια περίοδος επιβίωσης, κατά την οποία η μυθοπλασία κάπως είχε παγώσει στην ελληνική τηλεόραση. Η παραγωγή ελληνικών σειρών σταμάτησε, τα budgets συρρικνώθηκαν και οι τηλεοπτικοί σταθμοί στράφηκαν σε πολύ φθηνά formats και είδη περιεχομένου, όπως τα τουρκικά σίριαλ.
Υπήρξαν, όμως, κάποια σκιρτήματα ελπίδας και οι «Ηρωίδες» ήταν ένα από αυτά. Γιατί ξαφνικά είδαμε χαρακτήρες στην ελληνική τηλεόραση να συμπεριφέρονται σαν πραγματικοί άνθρωποι, να μιλούν όπως μιλάμε με τις παρέες μας και όχι με την κλασική ξύλινη τηλεοπτική γλώσσα, να μιλούν ανοιχτά για σεξ, ναρκωτικά, να συζητούν για σχέσεις. Ακούγαμε λέξεις, όπως «σεξ», «καύλα», βλέπαμε γκέι ζευγάρια να παρουσιάζοται ως αυτό που είναι (ζευγάρια, όπως όλα τα άλλα) και να ζουν (οποία έκπληξις) όπως όλα τα υπόλοιπα. Καθημερινότητα, αλήθεια, ωμή κανονικότητα, χωρίς υπερβολές, φιοριτούρες, ωραιοποίηση και υπερ-λειάνσεις.
Με τις «Ηρωίδες» φάνηκε πως κάτι μετακινήθηκε. Για πρώτη φορά μετά από καιρό, νιώσαμε ότι μια σειρά μάς αφορά στ' αλήθεια. Και μπορεί να ήταν μια σειρά που δεν έσπασε τα «μηχανάκια της AGB», όμως έκανε θόρυβο, και μάλιστα πολύ. Κι αγαπήθηκε φανατικά και με πάθος, αποκτώντας το δικό της κοινό. Μπορεί να τελείωσε άδοξα μετά από μόλις 11 επεισόδια, ωστόσο, με τον καιρό, η σειρά μετατράπηκαν σε μια ανάμνηση, σε ένα μικρό σύμπαν που συνεχίζει να υπάρχει συνωμοτικά, σαν μυστικός κώδικας όσων τη λατρέψαμε.
Προσωπικά, βλέποντας τις «Ηρωίδες» μέσα από το εφηβικό μου δωμάτιο στην ελληνική επαρχία, λίγους μήνες πριν μετακομίσω στην πρωτεύουσα, με έναν τρόπο που δεν κατάλαβα παρά μόνο χρόνια μετά, ήταν μια σειρά που άφησε μέσα μου ένα σημαντικό αποτύπωμα. Σκέφτομαι ότι με επηρέασε βαθύτατα γιατί με βρήκε σε μια πολύ κρίσιμη ηλικία, όπου ακόμη διαμορφωνόμουν ως προσωπικότητα και παρ' όλο που δεν είχα ιδέα για τις ανθρώπινες σχέσεις, κάπως μου άνοιξε τα μάτια.
Μου χάρισε, βασικά, ένα κάδρο να κοιτάζω τους ανθρώπους, μια οπτική. Κυρίως, όμως, αυτό στο οποίο με επηρέασαν οι «Ηρωίδες» ήταν το ότι γνώρισα την Αθήνα για πρώτη φορά όπως την είχα δει μέσα από τη σειρά και όχι όπως τη φανταζόμουν. Την έμαθα, δηλαδή, όπως μου την αποκάλυψε αυτή η ιστορία μέσα από κάθε μαγική σκηνή της: χαοτική, γοητευτική, αληθινή. Η ζούγκλα του Παγκρατίου, η δυναστεία των Μετς, η διάβαση-σύνορο στη Βασιλίσσης Σοφίας και τόσα άλλα υπάρχουν ακόμη ολοζώντανα μέσα μου.

Λούκι: Μας έμεινε καθόλου νερό;
Μιμή: Λίγο παντεσπάνι μονάχα.
Λούκι: Χριστέ μου, ας συμβεί κάτι συγκλονιστικό εκεί που πάμε.
Μιμή: Μια επανάσταση, ας είναι κι εναντίον μας.
Έλλη: Πιστολάκι πήρε καμιά;
Και κάπως έτσι συναντιόμαστε με την Αλεξάνδρα Κ* στη γειτονιά της, στην Κυψέλη, για να της απευθύνω, δέκα χρόνια μετά, όλες τις ερωτήσεις που έκαιγαν μέσα μου για χρόνια. Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι να τη ρωτήσω πώς ξεκίνησε ουσιαστικά να παίρνει μορφή η σειρά μέσα στο μυαλό της.
«Όταν ήμουν πιο μικρή, είχα γράψει δύο προτάσεις σε κανάλια», μου εξιστορεί ξεκινώντας. «Το ένα ήταν απλώς μια πρόταση με περιλήψεις επεισοδίων, το οποίο το γύρισαν χωρίς να ενημερωθώ ποτέ, δηλαδή μου το κλέψανε. Τη δεύτερη φορά, τους είχα δώσει και τρία επεισόδια και τα πήραν και τα γύρισαν αλλάζοντας τα ονόματα. Άρα η πρώτη μου εμπειρία με την ελληνική τηλεόραση είναι ότι πας και σε κλέβουν. Τις “Ηρωίδες” ξεκίνησα να τις γράφω την πρώτη μέρα που πήγε η κόρη μου στον παιδικό σταθμό, όπου έπρεπε να μείνω απ’ έξω και να την ακούω να κλαίει. Έτυχε να έρθουν στο μυαλό μου κάποιες ατάκες, τις οποίες άρχισα να σημειώνω στις σημειώσεις του iPhone. Και μέχρι να τελειώσει αυτή η μαρτυρική μέρα, είχα κάποιες σκηνές. Και είπα να προσπαθήσω να καθίσω να το γράψω.
Διαβάστε Επίσης: Αλεξάνδρα Κ* στο Reader: «Έγραψα όσα ντρεπόμουν να πω στους άνδρες γύρω μου»
»Ήξερα πια ότι δεν πας στο κανάλι έτσι μόνη σου. Όταν έγραψα ένα ολόκληρο επεισόδιο, το οποίο το ολοκλήρωσα μέσα σε 2 μέρες, ένας φίλος μου με έφερε σε επαφή με μια διευθύντρια παραγωγής, τη Ναταλί Δούκα, η οποία μόλις διάβασε το σενάριο, το ανέλαβε με μεγάλη χαρά και αποφασίσαμε να κάνουμε έναν πιλότο, χωρίς λεφτά χωρίς τίποτα».

Όταν οι «Ηρωίδες» ήταν ακόμη «3 και 30»
Αυτό που οι περισσότεροι τηλεθεατές δεν γνωρίζουν, είναι πως αυτός ο πιλότος των «Ηρωίδων» απαρτιζόταν από μια κάπως διαφορετική ομάδα ηθοποιών. Ήδη πριν την επίσημη πρεμιέρα, μια πρώτη ομάδα ηθοποιών συγκροτήθηκε από φίλους και γνωστούς, με τη σκέψη ότι κάνουν κάτι γιατί το αγαπούν και το γουστάρουν.
«Έτσι φτιάξαμε μια ομάδα αποτελούμενη από διάφορους φίλους που ήταν πρόθυμοι να το κάνουν αυτό τσάμπα και μαζευτήκαμε οι ηθοποιοί που ήμασταν όλοι πάνω κάτω είτε συμμαθητές είτε φίλοι. Τότε το πρότζεκτ λεγόταν “3 και 30”. Το Μιμιμάκι το έπαιζε η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, τον άντρα μου ο Γιώργος Γάλλος, τον ρόλο του Δεσύλλα ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης. Οι υπόλοιποι ήταν οι ίδιοι.
Τη σκηνοθεσία ανέλαβε μια πολύ ταλαντούχα κοπέλα, η οποία όμως δεν μπορούσε να δουλέψει σε συνθήκες τηλεόρασης, δηλαδή γρήγορα. Και έτσι όταν πήγαμε στο Mega, δεν είχαμε τον πιλότο έτοιμο και διαβάσαμε μόνο τα σενάρια. Αγόρασαν τα σενάρια, αλλά όταν έφτασε ο πιλότος, ήταν πολύ αργά. Με ενημέρωσαν ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με την ομάδα αυτή και πως θα πρέπει να γίνει με ανθρώπους που έχουν κάποια εμπειρία. Κι εγώ βρέθηκα σε πάρα πολύ δύσκολη θέση, γιατί όλα αυτά τα παιδιά είχαν δουλέψει τσάμπα για αυτό. Και χάναμε περίπου το 1/3 της ομάδας που είχαμε δημιουργήσει. Ήταν μια δύσκολη απόφαση, για την οποία ακόμα νιώθω τύψεις».
Ταυτόχρονα, το υλικό ήταν μάλλον πιο τολμηρό απ’ όσο «χωρούσε» τότε η τηλεόραση.
«Συζητούσαμε για τα πράγματα που έπρεπε να κοπούν, γιατί ήταν πιο τολμηρό. Το λειάναμε λίγο - όχι πολύ, όμως, γιατί μου έδωσαν πολλές ελευθερίες. Βρίσκαμε διάφορους δημιουργικούς τρόπους να κρυφτούν κάποια πράγματα, αντί να κοπούν. Δηλαδή όταν λέγαμε τη λέξη “καύλα”, το κάναμε κάπως “γκουχ -αύλα”. Κάπως τα σχολιάζαμε εξωκειμενικά. Και μου είπε "παίζω το κεφάλι μου, αλλά αν είναι να χάσω τη δουλειά μου, ας τη χάσω για κάτι καλό". Γενικά με στήριξαν πολύ από το Mega και θέλω να αναφέρω τους ανθρώπους του. Είναι ο Λοΐζος Ξενόπουλος, τότε διευθυντής προγράμματος, η Βίβιαν Γιαννοπούλου κ.ά. Όλοι γουστάρανε πάρα πολύ».

Στο επιχειρησιακό σκέλος, όπως μου εξηγεί η Αλεξάνδρα, το όλο πρότζεκτ ανατέθηκε σε μια εταιρεία παραγωγής, όπως γίνεται συνήθως. Από νωρίς, ωστόσο, όπως μαρτυρούν παρακάτω οι συντελεστές, προέκυψαν ζητήματα οργάνωσης και ρευστότητας. Συμβόλαια που άργησαν ή δεν έφτασαν ποτέ, καθυστερήσεις πληρωμών και αιτήματα για αλλαγές στη διάρκεια των επεισοδίων, χωρίς όμως αντίστοιχη ενίσχυση των πόρων. Το αποτέλεσμα ήταν συνεχείς αναδιαμορφώσεις και αυξανόμενη πίεση στο συνεργείο και στους ηθοποιούς.
«Μας δίνουν, λοιπόν, αυτήν την εταιρεία παραγωγής, για την οποία είχα ακούσει ήδη στην πιάτσα ότι χρωστάει λεφτά. Ενημέρωσα όλα τα παιδιά της ομάδας ότι υπάρχουν τέτοια φήμες, ώστε να το έχουν υπ΄όψιν τους όταν υπογράφουν. Ας πούμε, εμένα ως ηθοποιό δεν μου έφεραν ποτέ συμβόλαιο, ενώ το ζήτησα.
Και επίσης, επειδή τα επεισόδια που τους είχα δώσει ήταν 25λεπτα, μου ζήτησαν να γίνουν 45λεπτα και περισσότερα. Και μου έδωσαν έναν χρόνο περιθώριο για να τα ξαναγράψω. Στην πορεία μπήκε και ο Στέφανος Μπλάτσος στην εξίσωση, ο οποίος είναι ένας υπέροχος άνθρωπος και δουλέψαμε πολύ καλά μαζί».
Πολιτισμικά μιλώντας, θα έλεγα πως ίσως υπήρχε μια ασυνείδητη «δίψα» μιας μερίδας τηλεθεατών για ιστορίες λίγο έξω από τα στερεότυπα, πιο ωμές, πιο αληθινές, πιο κοντά σε σειρές του εξωτερικού, όπως τότε το "Girls" ή το "Fleabag" λίγο αργότερα ή ακόμα και το "Looking". Μια ανάγκη για κάτι πιο τολμηρό, τέλος πάντων. Αυτό που τη ρωτάω είναι αν για την ίδια υπήρχε κάτι που έλειπε από την ελληνική τηλεόραση, κάποιο κενό ίσως, το οποίο και θέλησε να «καλύψει».
«Αυτό για το οποίο ήμουν σίγουρη ότι έλειπε ήταν κάτι αληθινό, down to earth, που να μην έχει στημένες υποκριτικές. Θυμάμαι ότι πάλεψα πάρα πολύ για να μην είμαστε έντονα βαμμένες. Εγώ το ήθελα να μην έχει μακιγιάζ, φώτα, να είμαστε με τα δικά μας ρούχα. Ήθελα να είναι τελείως raw. Δεν μπορεί να γίνει αυτό στην ελληνική τηλεόραση, αν και προσωπικά θεωρώ ότι μπορεί να γίνει οπουδήποτε. Πήγε πιο κοντά σε τηλεόραση από ό,τι θα ήθελα. Αν γυρίζονταν ξανά οι Ηρωίδες σήμερα, θα επέμενα να το κάνω με τους raw όρους που ήθελα τότε. Πιο ωμά. Θα είχε καφρίλα».

Στέφανος Μπλάτσος
Γνωστός και για την επιτυχία του στους "S1ngles", ο σκηνοθέτης της σειράς, Στέφανος Μπλάτσος, μου εξιστορεί πως λάτρεψε εξ αρχής το σενάριο της Αλεξάνδρας. Θεώρησε πως ήταν πάρα πολύ πραγματικό, ενώ είχε και πολλά σουρεαλιστικά στοιχεία. Αυτό που τον ενδιέφερε, όπως μου εξηγεί στην τηλεφωνική μας συζήτηση, ήταν να γειώσει το κείμενο, για να μπορέσει να ταυτιστεί ο κόσμος που θα το δει.
Έχει ενδιαφέρον, όμως, το ότι κλήθηκε να αναλάβει να οπτικοποιήσει ξανά την ιστορία μιας παρέας, σε μια διαφορετική, όμως, Αθήνα. «Οι "Singles" είχαν μια εφηβική ορμή, ενώ οι "Ηρωίδες" μια νεανική ορμή. Και στις δύο σειρές ήταν σαν είσαι με τους φίλους σου. Οι "Singles" ήταν απλώς το κέφι και η τρέλα μου, αλλά στις "Ηρωίδες" ήθελα να το φροντίσω πιο πολύ, να το κάνω πιο ευρωπαϊκό. Ήθελα να το κάνω να απευθυνθεί και αλλού, να ξεφύγει το όνειρό μου από τα ελληνικά στεγανά. Αν έδινα μια ταύτιση στις δύο σειρές, θα έλεγα ότι και οι δύο δουλειές βασίζονταν στην παρέα, στους νέους ανθρώπους σε ένα αστικό περιβάλλον. Αλλά επειδή ήταν διαφορετικές συνθήκες των ιστοριών αυτών, ήταν και διαφορετικές οι καταστάσεις».
Για τον Στέφανο Μπλάτσο, οι ηθοποιοί δεν είναι εκτελεστικά όργανα, να εκτελούν απλώς αυτό που τους λέει. Αντίθετα, οι ηθοποιοί θέλουν ελευθερία και ένα όριο για να μην ξεφεύγουν. Θα μπορούσαμε, όμως, να δούμε τις «Ηρωίδες» να υπάρχουν και σε κάποια άλλη πόλη της Ελλάδας; «Εγώ έβλεπα νέους ανθρώπους στην τότε Αθήνα, του 2014-2015, μέσα στην κρίση και στην καταστροφή και προσπαθούσα να αντιμετωπίζω τον κάθε χαρακτήρα ως έναν άνθρωπο που πάσχει, που χαίρεται, που έχει κάποιους στόχους, κάποια ζητούμενα, που νιώθει το κάθε τι. Αντίστοιχα, οι βασικοί χαρακτήρες θα μπορούσαν να είναι τρεις άνδρες. Θα μπορούσε για εμένα να είχε τοποθετηθεί και σε κάποια άλλη πόλη της Ελλάδας».

Η επιτυχία της σειράς
Στο πανεπιστήμιο, στα μαθήματα που έχουν να κάνουν με την οργάνωση και τη λειτουργία της τηλεόρασης, διαβάσαμε μεταξύ άλλων για τα χαρακτηριστικά και τις τακτικές του τηλεοπτικού προγραμματισμού. Εκεί, λοιπόν, ήρθαμε σε επαφή με τον όρο "counterprogramming", ο οποίος αναφέρεται σε μια στρατηγική των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, όπου εντάσσουν στο πρόγραμμά τους και περιεχόμενο που γνωρίζουν πως ίσως να μην έχει μεγάλη επιτυχία, ωστόσο επιθυμούν με τον τρόπο αυτό να στοχεύσουν και σε ένα πιο διαφορετικό κοινό (αντί να προσφέρουν, ας πούμε, το ίδιο είδος που προσφέρουν οι ανταγωνιστές).
Τα οικονομικά έσοδα δεν είναι πάντα ο στόχος σε αυτήν την τακτική, αλλά να διαθέτει ο σταθμός κάτι διαφορετικό, κάτι niche, ιδίως όταν μπορεί να προσδώσει κύρος, γόητρο, prestige. Κάτι τέτοιο συνέβη και με τις «Ηρωίδες» και μου το επιβεβαιώνει και ο σκηνοθέτης Στέφανος Μπλάτσος.
«Η επιτυχία της σειράς ήταν το mouth to mouth, η διαφήμιση από στόμα σε στόμα», μου λέει ο Στέφανος Μπλάτσος. «Η σειρά προβαλλόταν Τρίτη, που ήταν πάρα πολύ κακή μέρα και προβαλλόταν πάρα πολύ αργά, επειδή είχαμε rate 16+. Φανταστείτε ότι λόγω ΕΣΡ δεν μπορούσαμε να έχουμε trailer της σειράς πριν τις εννιάμισι το βράδυ. Υπήρχαν επεισόδια που προβάλλονταν μετά τις 12 ή 12 παρά τέταρτο».
«Και παρ΄ όλα αυτά είχε appeal. Και πού; Σε μια γκάμα νέων ανθρώπων, στα 20, στα 30 και στις αρχές των 40. Για το ίδιο το κανάλι, οι Ηρωίδες δεν ήταν μια δουλειά που τη θέλανε για τα νούμερα. Τη θεωρούσαν μια δουλειά prestige. Ήταν μια φθηνή δουλειά, από άποψη παραγωγής, που γνώριζαν ότι δεν θα έχει πολύ καλά νούμερα, αλλά ήταν μια δουλειά prestige και για αυτό ήθελαν και δεύτερη σεζόν. Επίσης, ήμασταν η πρώτη limited σειρά πριν τις limited σειρές, που είναι πλέον της μόδας.»
Για την Αλεξάνδρα Κ*, η επιτυχία της σειράς οφείλεται στο ότι όλοι λίγο πολύ ήταν ερασιτέχνες. «Δεν ξέραμε να κάνουμε ελληνική τηλεόραση και δεν την κάναμε. Ήμασταν μια παρέα και είχαμε από το κανάλι το ελεύθερο να πούμε το 99% όσων θέλαμε. Αν πήγαινα σε ένα κανάλι σήμερα, δεν ξέρω αν θα μου έδιναν αυτήν την ελευθερία. Αν πήγαινα σε οποιοδήποτε άλλο κανάλι εκείνη την περίοδο είμαι σίγουρη ότι δεν θα μου την έδιναν».
«Είχαμε να κάνουμε με ένα κανάλι, το τότε Mega, που ήταν μια όαση. Κι επίσης ήμασταν όλοι πολύ νέοι. Όταν πήγα το σενάριο στο κανάλι ήμουν 27 χρονών. Το ίδιο και η κολλητή μου, για παράδειγμα, η Ηλένια Δουλαδίρη, που έκανε τα κοστούμια, δεν είχε ξανακάνει ποτέ της τηλεόραση. Και τα περισσότερα από τα παιδιά που παίξανε. Κάναμε όλοι αυτό που γουστάραμε. Επίσης, ήταν πολύ σπάνιο το ότι εμπιστεύτηκαν στο Mega έναν άνθρωπο 27 χρονών και ηθοποιούς που δεν τους ήξερε η μάνα τους. Πήραν ρίσκα, που δεν είναι καθόλου δεδομένα».
Όλοι θυμόμαστε τη σκηνή χωρισμού του Χάρη και του Αντώνη, στη σειρά, έξω από τις «Κούκλες». Για την ακρίβεια, οι «Γριές», όπως αποκαλούνταν, έτριψαν στη μούρη του μέσου κυρ Παντελή (ή έστω, στις μούρες όσων κυρ Παντελήδων και λοιπών νοικοκυραίων είδαν τη σειρά), ότι τα γκέι ζευγάρια είναι άνθρωποι, όπως όλοι οι υπόλοιποι και πως ως τέτοιοι, χωρίζουν για τους ίδιους λόγους.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, στο πάρτι γενεθλίων της Λούκι στις «Κούκλες», όπου ο Χάρης και ο Αντώνης γιορτάζουν τη φίλη τους, ενώ μεταξύ άλλων συνομιλούν (ο καθένας μόνος του) με έναν δυνητικό εραστή σε ένα dating app. Τέλος πάντων, με τα πολλά μαθαίνουμε πως ουσιαστικά συνομιλούν μεταξύ τους και πως σκόπευαν να απατήσουν ο ένας τον άλλον. Κι έτσι εκτυλίσσεται ενώπιόν μας μία από τις πιο αληθινές σκηνές της σειράς, όπου ακούμε σκληρές, αλλά αληθινές κουβέντες. Και ρωτάει ο Χάρης τον Αντώνη: «Εσύ τι ψάχνεις;». Και εκείνος μας ρίχνει κάτω με την ατάκα: «Κάποιον που να μην τον ερωτευτώ, για να μη φοβάμαι συνεχώς ότι θα τον χάσω».

Επικοινωνώ, λοιπόν, με τον Χάρη Αττώνη, ο οποίος μου εξηγεί πως για τον ίδιο οι «Ηρωίδες» ήταν πολλά περισσότερα από μια απλή δουλειά. «Βρισκόμασταν με την Αλεξάνδρα στο πατρικό της στην Κέρκυρα, δουλεύοντας πάνω σε ένα θεατρικό μονόλογο που έγραφε, όταν ξαφνικά μου μίλησε για το σενάριο των "Ηρωίδων" που ετοίμαζε παράλληλα. Ξέρεις, δεν υπάρχει πιο γοητευτικό πράγμα από το να σου λέει ο άλλος ότι σε σκέφτεται για κάτι, ότι τον εμπνέεις».
Από την άλλη, ο Αντώνης Γκρίτσης θυμάται την ξεχωριστή του σχέση με τον συμπρωταγωνιστή του, που υπήρξε και η αφορμή για να μπει στη σειρά: «Αν δεν ήταν ο Χάρης, πιθανότατα δεν θα είχα παίξει στη σειρά. Όχι μόνο επειδή με πρότεινε στην Αλεξάνδρα για τον ρόλο, αλλά επειδή ήμασταν και είμαστε φίλοι χρόνια κι ένιωσα από την αρχή εμπιστοσύνη και ασφάλεια να παίξω δίπλα σε αυτόν τον άνθρωπο αυτόν τον ρόλο. Αφού ήταν δίπλα μου ο Χάρης, δε φοβόμουν τίποτα».
Σε τι οφείλεται, λοιπόν, σύμφωνα με τους ίδιους, η επιτυχία της σειράς;
«Πέρσι, βρέθηκα στη Ρόδο για διακοπές. Φτάσαμε αργά το βράδυ στην παλιά πόλη και πήγαμε για ένα σουβλάκι. Η κοπέλα στο ταμείο με κοίταζε καλά-καλά και στο τέλος πολύ διακριτικά με ρώτησε αν είμαι ηθοποιός γιατί της θύμιζα έναν ήρωα από την αγαπημένη της σειρά, που βλέπει ξανά και ξανά από τότε, όπως είπε. Με συγκίνησε πολύ αυτό το γεγονός δέκα χρόνια μετά, και δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, πιστεύω ότι η σειρά άφησε το στίγμα της και εκτιμήθηκε ως ένα διαφορετικό σίριαλ στην ελληνική τηλεόραση», μου λέει ο Αντώνης Γκρίτσης.

Μιμή: Λοιπόν, Αθήνα, να σου πω κάτι; Όταν είσαι καλή, είσαι πολύ καλή. Αλλά όταν είσαι κακιά, είσαι πολύ κακιά, ρε Αθήνα, πολύ κακιά. Έχεις το μίσος του κομπλεξικού. Εγώ ήρθα από την άλλη άκρη του κόσμου και ποιο το ευχαριστώ; Τι παίρνω από εσένα, Αθήνα; Τα 3 μου παίρνω. Efkaristume Athina! Είσαι αγνώμων, αυτό είσαι. Είσαι εκδικητική. Φεύγει ο άλλος να πάει στον πολιτισμό κι εσύ εκεί: «Γύρνα πίσω, κακομοίρη, σου λείπω. Δεν είσαι εσύ για εκεί. Εδώ είναι όλοι, εγώ τους έχω. Εκεί δεν έχεις κανέναν, εδώ είναι, σε περιμένουν». Και γυρίζεις πίσω ο μαλάκας και όλοι έχουν αλλάξει εκτός από εσένα, Αθήνα. Είσαι η ίδια κομπλεξική, μαλακισμένη Αθήνα, χωρίς κανένα σημάδι εξευρωπαϊσμού. Και να σου πω και το χειρότερο; Έχεις άναρχη δόμηση! Και αυτό αντανακλά στους πολίτες σου. Δεν ξέρουν τι θέλουν, δεν ξέρουν ποιον θέλουν, γιατί τον θέλουν. Μόνο στην Αθήνα συμβαίνει αυτό, πουθενά αλλού στον κόσμο. Γιατί δεν υπάρχουν κανόνες. Είναι η μόνη πόλη στον κόσμο που ο καθένας κάνει ό,τι του κατεβαίνει στο κεφάλι. Ατιμώρητα. Γι’ αυτό μαζευόμαστε όλοι εδώ, γιατί το αθηναϊκό χάος γαμεί!
Αυτό το αφιέρωμα δεν θα ήταν ολοκληρωμένο αν δεν μιλούσαμε και με τις τρεις πρωταγωνίστριες, οπότε και χαίρομαι πολύ που το καταφέραμε. «Είναι πραγματικά παράδοξο αυτό που συμβαίνει με τις "Ηρωίδες" αλλά ακόμα και σήμερα, δέκα χρόνια μετά, νέα παιδιά 25-30 χρονών μου λένε με συγκίνηση πόσο έχουν αγαπήσει τη σειρά! Πόσο λάτρεψαν τη γραφή της Αλεξάνδρας, ταυτίστηκαν με τους χαρακτήρες και τις ιστορίες τους, πόσο τους κράτησε παρέα και πόσες φορές έχουν δει ξανά και ξανά αυτά τα έντεκα επεισόδια. Νομίζω εκεί εντοπίζω την επιτυχία της, ήταν μια σύγχρονη σειρά με φοβερή γραφή, φροντίδα και χιούμορ στη σκηνοθεσία και χαρακτήρες με ψυχολογική και υπαρξιακή υπόσταση», θυμάται η Μιμή, το Μιμικάκι, η Έλενα Μεγγρέλη.
«Πολλοί δεν ξέρουν καν τι ήταν οι Ηρωίδες, αλλά όσοι τις ξέρουν, τις λατρεύουν. Μου έχει τύχει αρκετές φορές να με αναγνωρίσουν και να μου πουν πόσο πολύ ταυτίστηκαν με αυτήν τη σειρά. Η φρέσκια, άμεση και πανέξυπνη γραφή της Αλεξάνδρα Κ* απ΄τη μία και η παιχνιδιάρικη, αλλά γεμάτη ευαισθησία σκηνοθεσία του αγαπημένου Στέφανου Μπλάτσου απ’ την άλλη, έκαναν έναν υπέροχο συνδυασμό. Αν προσθέσεις ταλαντούχους ηθοποιούς, με πολλή λαχτάρα και αγάπη για αυτό που κάνουν, μια δυνατή και γεμάτη τρέλα ομάδα πίσω από τις κάμερες και κάποιες ατίθασες ευγενικές ψυχές εκεί έξω, τότε μπορείς να το πεις κι επιτυχία», μου γράφει η Ζωή Καραβασίλη, που τη γνωρίσαμε ως ανυπόταχτη Λούκι.

Οι ξεχωριστές ιστορίες από τα γυρίσματα
Στη συζήτησή μας, ο Στέφανος Μπλάτσος μού εξηγεί πως γύριζε μια σειρά με γνώμονα το τι αρέσει στον ίδιο, χωρίς πρέπει. Έκανε ό,τι τρέλα ήθελε κι αυτό ήταν τρομερά απελευθερωτικό, σαν να κάνει μια δουλειά στο σπίτι του, παρ΄όλο που όλο το πρότζεκτ είχε απίστευτο σχεδιασμό, πολύ κόσμο, συνεργασίες.
«Το κλίμα ήταν εξαιρετικό. Ήταν από τις δουλειές που ήθελα να πηγαίνω στο γύρισμα. Θυμάμαι ότι ξυπνούσα με κέφι για να πάω στη δουλειά - είναι σπάνιο αυτό το πράγμα. Επίσης, κάθε Τρίτη μαζευόμασταν στο σπίτι μου και βλέπαμε το επεισόδιο όλοι μαζί, όπου γινόταν χαμός. Το γοητευτικό ήταν ότι η παρέα που ήμασταν στη δουλειά, συνεχίζαμε και εκτός δουλειάς. Οι συνθήκες ήταν ονειρικές μεταξύ μας. Όταν γυρίζαμε τις Αντουανέτες ήταν κάτι καταπληκτικό. Ήταν μια τρέλα. Έβλεπες ουσιαστικά κάποιες γυναίκες με αυτά τα ρούχα στη σύγχρονη Αθήνα, να λένε αυτά που λένε, νομίζοντας ότι είναι στη Γαλλία του 18ου αιώνα. Αυτό ως σύλληψη είχε έναν σουρεαλισμό από μόνο του».
«Εγώ προσπαθούσα να το γειώσω, για να μην βγαίνει ψεύτικο, ανόητο και σαχλό. Θυμάμαι ότι ήμασταν στο Πάρκο Ελευθερίας, οι τρεις τους με τα φουστάνια και τα μπαούλα, και θυμάμαι να ανοίγει το πλάνο και να βλέπεις μπροστά σου τη Βασιλίσσης Σοφίας με τα τρόλεϊ και τα αυτοκίνητα. Μαγικό. Ή θυμάμαι ότι είχαμε κάνει ένα γύρισμα στον Λυκαβηττό, όπου η Μεγγρέλη και ο Κίμωνας Κουρής ήταν στην καντίνα. Και είχα στήσει ένα δύσκολο πλάνο, όπου έβαλα να ακούγεται το τραγούδι "Βαριέμα". Ή όταν έπινε η Μιμή τον μπάφο στην ταράτσα, με θέα τον Λυκαβηττό, έβαλα το "Αθήνα μου" της Μπέσσυς Αργυράκη. Και αυτή ήταν νομίζω μια από τις πιο όμορφες στιγμές της σειράς».
Για την Έλενα Μεγγρέλη, η συμμετοχή στη σειρά ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία, καθώς ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι τόσο μεγάλο στην τηλεόραση. «Αυτό που κρατάω ήταν οι άνθρωποι που γνώρισα και συνεργάστηκα σ΄ αυτήν τη σειρά, μπροστά και πίσω από τις κάμερες. Και η εμπιστοσύνη και η πίστη του σκηνοθέτη Στέφανου Μπλάτσου στο όραμα της Αλεξάνδρας και σ΄ εμάς τις τρεις που ήμασταν τηλεοπτικά άπειρες και άγνωστες ηθοποιοί. Αυτό που θα ήθελα να μοιραστώ είναι τα γέλια του συνεργείου από τη σκηνή με το τσιγάρο και τον μονόλογο της Αθήνας. Ήταν νυχτερινό γύρισμα, ήταν πολύ αργά, ήμασταν όλοι πολύ κουρασμένοι, εγώ ζαλισμένη από το πολύ κάπνισμα - δεν κάπνιζα- τους άκουγα να γελάνε δυνατά και έπαιρνα κουράγιο ότι κάτι γίνεται καλά χωρίς να μπορώ να το προσδιορίσω!»

Μπορεί να μοιάζει απίστευτο τώρα, κι όμως ο Αντώνης Γκρίτσης στην αρχή δεν ήθελε να παίξει στη σειρά. «Γνωριζόμασταν με την Αλεξάνδρα, αλλά δεν ήξερα ότι γράφει σίριαλ. Βασικά τότε ακόμα ήμασταν στο προστάδιο της σειράς, είχε γράψει ένα πιλοτικό επεισόδιο, ώστε να το στείλουν στα κανάλια μήπως κάποιο ενδιαφερθεί να αναλάβει κανονικά τη σειρά. Η Αλεξάνδρα τότε έκανε αρκετή παρέα με τον Χάρη και, συζητώντας για το ποιος θα μπορούσε να είναι το ζευγάρι του, ο Χάρης τής πρότεινε εμένα. Ε, στην αρχή είπα "δε βαριέσαι, ένα πιλοτικό επεισόδιο είναι, σιγά μη το πάρουν και βασικά, σιγά μη με πάρουν, αν το πάρουν. Ας πάω για την εμπειρία"».
Μου λέει επίσης πως παίδευε πολύ τον συμπρωταγωνιστή του, Χάρη, ότι ήταν πολύ πεισματάρης και μονόχνοτος και κοίταζε τους πάντες και τα πάντα μονίμως με ένα σηκωμένο φρύδι. «Από την άλλη ποτέ δεν ένιωσα μονοδιάστατος, ίσως μάλιστα ήμουν και ο πιο μοναχικός χαρακτήρας της σειράς. Θυμάμαι την ατάκα που γύριζα και έλεγα στον Χάρη μετά τον καυγά μας έξω από τις Κούκλες, με ρώταγε: "Σειρά σου τώρα, τι ψάχνεις;" και απαντούσα: "Κάποιον που να μην τον ερωτευτώ. Για να μη φοβάμαι ότι θα τον χάσω"».
Όσοι ακολουθούμε τον Αντώνη στο Facebook, εκτός από το ταλέντο του στην υποκριτική, γνωρίζουμε πόσο ιδιοσυγκρασιακός είναι και πώς σχολιάζει ή αντιδρά πάντα με τον δικό του τρόπο στα ζητήματα της επικαιρότητας και σε ό,τι τον απασχολεί. Επίσης, γνωρίζουμε και τη βαθιά του αγάπη προς την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τη σχέση του μαζί της και το έργο της. Ήταν ιδέα του Χάρη, λοιπόν, ο Αντώνης των «Ηρωίδων» να έχει κι αυτός κόλλημα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. «Εγώ μόλις το άκουσα αυτό τότε κι αν δεν ήθελα, ακριβώς επειδή δεν ήθελα να αντιμετωπίσουμε την Αλίκη ευκαιριακά. Όταν διάβασα στο σενάριο τον μονόλογο του Αντώνη για την Αλίκη στη σκηνή στην κουζίνα, είχα πλαντάξει. Με την Αλεξάνδρα συζητούσαμε πολύ αυτό το θέμα, με απασχολούσε περισσότερο από το ότι παίζω έναν gay σε σειρά στην ελληνική τηλεόραση. Ήταν πολύ δεκτική, μου είχε δώσει εντελώς το ελεύθερο και κάποιες ατάκες του Αντώνη για την Αλίκη είναι δικές μου προσθήκες».
Ο Χάρης Αττώνης θυμάται σχεδόν κάθε γύρισμα, με κάθε λεπτομέρεια. «Το πόσο ομαδικά δουλέψαμε και με πόση αγάπη και αφοσίωση γινόταν το κάθε πλάνο, η κάθε σκηνή, από όλους τους συντελεστές. Σίγουρα το γύρισμα στις "Κούκλες" που ήταν ολοήμερο και ξεκίνησε από νωρίς το πρωί για να τελειώσει αργά τη νύχτα και με την παρουσία όλου του καστ, ήταν μια υπέροχη στιγμή. Θα τελειώναμε με τη σκηνή του τσακωμού μας με τον Αντώνη, έξω από το κλαμπ, αλλά είχε πάει ήδη αργά και είχε αρχίσει και το ψιλόβροχο.
Τελικά, αφού στήσαμε τη σκηνή, κάναμε μια πρόβα και ξαφνικά ακούσαμε: "ΣΤΟΠ, το έχουμε! It’s a wrap!". Όντας φριχτά ανασφαλής, δεν ήξερα αν και τι είχαμε και επειδή ήταν μια ιδιαίτερη σκηνή, είχα τρομοκρατηθεί για το πώς θα ήταν το αποτέλεσμα. Ωστόσο, αποδείχτηκε ότι είναι μια από τις πιο αγαπημένες μου σκηνές και πολύ "κομβικές". Νομίζω, από τα σχόλια που λάβαμε, με την αλήθεια της ταυτίστηκαν πολλοί, πολλές και πολλά! Γιατί, στο τέλος της ημέρας, όλοι μας έχουμε τα ίδια πάθη και τις ίδιες ανασφάλειες».

«Σίγουρα θυμάμαι ότι ήμουν χαρούμενη. Περνούσα πολύ όμορφα στα γυρίσματα. Θυμάμαι επίσης ότι τον χειμώνα στα εξωτερικά γυρίσματα, φάγαμε πολύ κρύο. Δεν θα ξεχάσω στην σκηνή στον Λυκαβηττό που ήμασταν ντυμένες Αντουανέτες, που τρέμαμε! Επίσης δεν θα ξεχάσω το γύρισμα στις "Κούκλες", που γνώρισα αυτές τις υπέροχες περσόνες. Μία σκηνή που δυσκολεύτηκα αρκετά ήταν η ερωτική σκηνή με τον Κωνσταντίνο Καϊκή στα νεκροταφεία. Ευτυχώς, με τον Κωσνταντίνο γνωριζόμασταν καλά. Ήμασταν στην ίδια δραματική σχολή και είχαμε ξανασυνεργαστεί. Στην πρόβα που κάναμε για την σκηνή ουσιαστικά χορογραφήσαμε την σεξουαλική πράξη και ρίξαμε πολύ γέλιο», μου γράφει η Ζωή Καραβασίλη.
«Στα γυρίσματα δεθήκαμε πολύ. Το πιο ωραίο στοιχείο ήταν ότι ήμασταν όλοι, είτε συμφοιτητές είτε φίλοι κι αυτή η αίσθηση κρατήθηκε. Διασκεδάζαμε πολύ τις Αντουανέτες», μου εξηγεί η Αλεξάνδρα Κ*, δίνοντάς μου την πάσα για να τη ρωτήσω πώς εμπνεύστηκε ουσιαστικά τις Αντουανέτες. Για την ιστορία, κάθε επεισόδιο των «Ηρωίδων» ξεκινούσε με μια μικρή εισαγωγική ημι-σουρεαλιστική σκηνή, πριν τους τίτλους αρχής, όπου βλέπαμε τις τρεις πρωταγωνίστριες σε ιδιαίτερους συμβολικούς διαλόγους, ντυμένες ως πριγκίπισσες σε διάφορα σημεία του αστικού ιστού. Στο Πάρκο Ελευθερίας. Στον Λυκαβηττό. Στην Πλατεία Ομονοίας και αλλού. Τι συμβολίζει αυτό;
«Η σκέψη ήταν ότι η δική μας γενιά μεγάλωσε προοριζόμενη να ζήσει πολύ πιο βασιλικά από ό,τι μεγαλώσαμε τελικά. Είμαστε η γενιά που μας βρήκε η κρίση ακριβώς τη στιγμή που μπαίναμε στην αγορά εργασίας και τελικά δεν υπήρχε αγορά εργασίας. Οπότε ήταν το σύμβολο τριών γυναικών που περίμεναν ότι η ζωή θα είναι πολύ πιο ρόδινη και τελικά προσγειώνονται στην Αθήνα του σήμερα, όπου η ζωή δεν είναι καθόλου ρόδινη. Έχει τελειώσει η οποιαδήποτε αίσθηση παραμυθιού και μαγείας και πρέπει να τα βγάλουμε πέρα».

Λούκι: Ήταν μαλάκας ή δεν ήταν;
Αγνή: Λουκάκι, δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος που να είναι μαλάκας. Και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι και μαλάκας. Εσύ θα αποφασίσεις. Ό,τι σε βολεύει.
Τα προβλήματα με την παραγωγή
Και κάπως έτσι, μετά από 11 υπέροχα επεισόδια που παρακολουθήσαμε και για τα οποία ξεροσταλιάζαμε (εγώ τουλάχιστον σίγουρα) μπροστά από τις οθόνες μας, παρατηρήσαμε πως κάτι περίεργο συνέβαινε. Οι εβδομάδες περνούσαν, νέο επεισόδιο δεν βλέπαμε, παρά μόνο επαναλήψεις, το τέλος της σεζόν πλησίαζε και εμείς πληροφορηθήκαμε κάπως αμήχανα και ξαφνικά πως η σειρά δεν θα συνεχιστεί. Ό,τι είδαμε, είδαμε. Κι έτσι οι «Ηρωίδες» τελείωσαν, όπως τελείωσαν. Με ένα μούδιασμα και ένα κενό που χάσκει ακόμα δέκα χρόνια μετά. Το τι συνέβη είναι, λίγο πολύ, γνωστό, καθώς οι συντελεστές είχαν βγει τότε και μίλησαν, αλλά η πίκρα νομίζω δεν έχει φύγει ακόμα από τη γλώσσα μας. Οπότε οι ερωτήσεις πρέπει να επαναληφθούν. Υπήρχαν προβλήματα που οδήγησαν στο απότομο τέλος των «Ηρωίδων»;
«Όταν ξεκινήσαμε τα γυρίσματα ξεκίνησαν και τα προβλήματα σε σχέση με την παραγωγή», μου λέει η Αλεξάνδρα Κ*. «Είχα έναν σκασμό ψυχοσωματικά, υπήρχε πολλή πίεση, κακή συμπεριφορά. Όταν κάνεις τηλεόραση, πρέπει να σκεφτείς ότι από αυτό που σκεφτόσουν αρχικά, θα γίνουν τα 2/3 ή τα μισά. Κι ότι θα γίνουν με όρους τέτοιας φτήνιας, που δεν θα αναγνωρίζεις αυτό που έχεις κάνει. Ήταν δύσκολες οι συνθήκες κι έβλεπες αυτό που έχεις φτιάξει να ψαλιδίζεται. Με τον Στέφανο κάναμε ό,τι μπορούσαμε, έσωσε πολλά πράγματα».
Πίσω από το coolness, λοιπόν, που εμείς δεχόμασταν ως υφιστάμενη πραγματικότητα στα παρασκήνια (που εν μέρει υπήρχε μεταξύ των ηθοποιών και του συνεργείου), η πραγματική πραγματικότητα της τηλεοπτικής παραγωγής των «Ηρωίδων», ήταν μάλλον εντελώς διαφορετική, καθώς έπρεπε να αντεξεπέλθουν μέσα σε δύσκολες συνθήκες.
«Είχαμε όλοι διάφορα προβλήματα με την παραγωγή, με τα λεφτά, με τα συμβόλαια. Όταν κάποια στιγμή υπέγραψα για να κάνουμε τη δεύτερη σεζόν, ενώ δεν είχαμε τελειώσει τα γυρίσματα της πρώτης, οι τεχνικοί της ομάδας μάς ενημέρωσαν πως δεν έχουν πληρωθεί και πως θα ήθελαν να κάνουν μια στάση εργασίας μέχρι να μπουν τα λεφτά. Εμείς συμφωνήσαμε, γιατί ούτως ή άλλως ως ηθοποιοί θα πληρωνόμασταν μήνες μετά την προβολή. Οπότε το στηρίξαμε.»
«Πέρασαν μερικές μέρες, μετά έγιναν εβδομάδες, μήνες, στο μεταξύ παίζουμε επαναλήψεις. Έχουν περάσει πια 3 μήνες και ακόμα περιμένουμε να πάρουμε μπρος και μας ενημέρωσαν πως η εταιρεία έχει ξεμείνει από λεφτά και πως δεν μπορούμε να συνεχίσουμε. Εγώ είχα γράψει τη μισή επόμενη σεζόν. Και κάποια στιγμή το πήραμε απόφαση, ότι “τέλος”. Κι έτσι τελείωσε. Άδοξα. Εντάξει, ήταν πληγωτικό το ότι μια εταιρεία σε γαμ@ει έτσι, ενώ συμβαίνει κάτι τόσο όμορφο, που έχει επιτυχία και το χαιρόμαστε τόσο πολύ. Αλλά είσαι σε ένα χώρο που δεν μπορείς να κάνεις πολλά. Είναι και το ένστικτο της επιβίωσης. Όλο αυτό έγινε το καλοκαίρι του δημοψηφίσματος. Δεν έχεις πολλά περιθώρια να καθίσεις να περιμένεις, πρέπει να βρεις δουλειά».

Το πιο σοκαριστικό είναι πως η Αλεξάνδρα Κ* δεν έχει πληρωθεί για τη συμμετοχή της ως ηθοποιός στη σειρά. Ενώ το κανάλι την είχε προσλάβει ως σεναριογράφο, η εταιρεία παραγωγής δεν την προσέλαβε ποτέ ως ηθοποιό. «Κάποιοι τα πήραν, κάποιοι καταλήξανε στα δικαστήρια και παρ’όλα αυτά δεν πληρώθηκαν», συμπληρώνει.
Αντίστοιχη ήταν και η εμπειρία του Στέφανου Μπλάτσου. «Θυμάμαι ότι στις 2 Μαρτίου 2015, το Mega μάς κάνει ένα πάρτι στο Κολωνάκι, για να μας ευχαριστήσει. Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα τα γυρίσματα. Την επόμενη μέρα είχα ραντεβού στο κανάλι για να συζητήσουμε και να ανανεώσουμε για τα 15 επεισόδια της επόμενης σεζόν. Στις 17 Μαρτίου, η εταιρεία παραγωγής μας σταματά τα γυρίσματα με το έτσι θέλω. Ενώ το κανάλι ήθελε να ολοκληρωθεί ο πρώτος κύκλος και να πάει και σε δεύτερο κύκλο».
«Η υπεύθυνη παραγωγής μας φέσωσε όλους και μας χρωστάει ακόμα λεφτά. Από τότε δεν έχουμε πληρωθεί κάποιοι άνθρωποι, δηλαδή μου χρωστάει ακόμα πολλά λεφτά. Και έκοψε τη σειρά. Το θεωρούσα τρομερή αδικία και είχα μια πικρή γεύση. Γιατί δεν κόπηκε από το κανάλι. Το κανάλι ήθελε να ολοκληρώσουμε τα 15 επεισόδια, κάναμε πάρτι για να μας ευχαριστήσει και την επόμενη μέρα μας έδωσε δεύτερη σεζόν. Σταμάτησε και κόπηκε από το γραφείο παραγωγής, που δεν ήθελε να βάλει λεφτά για να συνεχιστεί η σειρά».
Έλλη: Τα 30 είναι τα καινούργια 15. Τα 45 τα καινούργια 30 και ούτω καθεξής. Όλα τα κρίσιμα πολλαπλάσια του 15 είναι. Ας συμφωνήσουμε σε αυτό και ας πάψουμε να αισθανόμαστε άσχημα την επόμενη μέρα, επειδή δεν μπορούμε πια να σηκώσουμε 3 βότκες.
Ποια ήταν η εμπειρία του απότομου τέλους;
«Σε κάποιο πάρτι της σειράς, η διευθύντρια της εταιρίας παραγωγής μου εξομολογήθηκε ότι ήθελε την ιστορία του Χάρη και του Αντώνη σε σπιν οφ. Αυτό για μένα, ως κοπλιμέντο, ήταν τεράστιο αφού σήμαινε ότι η ιδιαιτερότητα των χαρακτήρων είχε λάβει θερμή αποδοχή. Το κόψιμο, λοιπόν, της σειράς – που συνέπεσε με το επακόλουθο κλείσιμο και του σταθμού, ήταν αιφνίδιο και προσωπικά με οδήγησε σε μεγάλη μελαγχολία, για πολύ καιρό – δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω. Είχα μια ελπίδα ότι κάτι θα γινόταν και θα επιστρέφαμε, μα δυστυχώς δεν καταφέραμε να ολοκληρώσουμε ούτε τα τελευταία επεισόδια του πρώτου κύκλου. Αυτό νομίζω θα το κουβαλάω ως καημό μέσα μου για πάντα, για τα λόγια και τις ιστορίες που δεν εκφράστηκαν», μοιράζεται μαζί μου με πίκρα ο Χάρης Αττώνης.
Αντίστοιχη και η εμπειρία του Αντώνη Γκρίτση: «Στεναχωρήθηκα πάρα πολύ, είχαμε πάρει έγκριση να συνεχίσουμε και την επόμενη χρονιά, η Αλεξάνδρα είχε αρχίσει να γράφει ήδη τα επόμενα επεισόδια. Κάποια στιγμή αναβλήθηκαν κάποια γυρίσματα για τα ήδη γραμμένα σενάρια της πρώτης σεζόν, με τα πολλά μάθαμε ότι πάγωσαν οι πληρωμές του συνεργείου, στο μεταξύ είχε φτάσει και το εξάμηνο για να αρχίσουμε να πληρωνόμαστε κι οι ηθοποιοί, παίρναμε τηλέφωνα στην εταιρεία παραγωγής και σφύριζαν κλέφτικα.
Μαζί με κάποιους συναδέλφους καταφύγαμε στην Επιθεώρηση Εργασίας κι έτσι κάποιοι από μας πληρωθήκαμε με διακανονισμούς. Κάποιοι από τους συντελεστές δεν έχουν πληρωθεί ακόμα κι ύστερα από προσφυγές στα δικαστήρια. Στο τέλος έκλεισε και το Mega. Ίσως όλα αυτά να ακούγονται κάπως συνδικαλιστικά, αλλά κατά τη γνώμη μου υπάρχει λόγος να ακούγονται σε μια εποχή που όλα φαίνεται να λειτουργούν και πάλι ρολόι...»
«Όταν σκέφτομαι τις Ηρωίδες χαμογελάω και μετά σκέφτομαι που η σειρά δεν ολοκληρώθηκε, ενώ είχαν μείνει λίγα ακόμη επεισόδια. Και πιστεύω ότι κι αυτός είναι ο λόγος που δεν παίζεται σε επανάληψη», μου λέει η Ζωή Καραβασίλη.

Μιμή: Δηλαδή εσύ εμένα με γουστάρεις στ’ αλήθεια;
Μάρκος: Ναι.
Μιμή: Αλήθεια-αλήθεια;
Μάρκος: Γιατί σου φαίνεται περίεργο;
Μιμή: Γιατί εμένα συνήθως κανείς δεν με γουστάρει αλήθεια-αλήθεια.
Μάρκος: Εγώ βασικά σε θέλω.
Μια σειρά με πολύτιμα cultural references
Για όσους ξέρουν, ένα από τα απολαυστικά στοιχεία των «Ηρωίδων», είναι το ότι το κείμενο είναι γεμάτο από πολύτιμες αναφορές σε υπέροχα τραγούδια και καλλιτεχνικά έργα, όπως παραστάσεις και βιβλία, καθιστώντας τη σειρά έναν κόσμο που μοιάζει από τη μία με μικρή κασέτα και από την άλλη με προσωπική βιβλιοθήκη. Και ναι, η Αλεξάνδρα ήθελε να βάλει μέσα στη σειρά όλα αυτά που αγαπούσε η ίδια και οι φίλοι της. Όταν της υπενθυμίζω την αναφορά στον Γιώργο Κουμεντάκη (πολύ πριν ο ίδιος αναλάβει την καλλιτεχνική διεύθυνση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής) και αν άκουγε τότε το έργο του, μου λέει γελώντας πως δεν το θυμόταν αυτό και πως μάλλον εκείνη την περίοδο είχε ακούσει κάποια κομμάτια του, εξού και η αναφορά. Τι άλλο θυμάται η Αλεξάνδρα Κ*;
«Το ένα που θυμάμαι, που το θεωρώ και γαμάτο, είναι το ότι ακουγόταν η “Γραμμή του ορίζοντος”, του Χρήστου Βακαλόπουλου. Για να κάνουμε το γύρισμα, χρειαζόμασταν το φυσικό αντίτυπο και θυμάμαι ότι η βοηθός σκηνοθέτη έτρεχε τρία μερόνυχτα να παίρνει τηλέφωνα και να ψάχνει σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Είχε επίσης αποσπάσματα από το “Εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά” (Extremely Loud and Incredibly Close) του Jonathan Safran Foer, για το οποίο μου στέλνουν ακόμη και σήμερα να με ρωτήσουν».
«Θυμάμαι επίσης ένα παιδικό, το “Πώς να κρύψεις ένα λιοντάρι”. Από μουσικές ήταν φυσικά η όπερα, η Μποφίλιου (λόγω της ευρύτερης παρέας). Σε κάποια σημεία είχα σημειώσει και κάποιες μουσικές επιλογές, όπως το “Εδώ τελειώνει ο ουρανός” της Τζένης Βάνου. Δεν έκανα εγώ τη μουσική επιμέλεια, απλά είχα προσθέσει κάποια κομμάτια που είχαν οργανικό ρόλο στη σκηνή. Είχα επιλέξει επίσης ένα τραγούδι του Φοίβου Δεληβοριά σε μια σκηνή μέσα σε ένα λεωφορείο».
Οι «Ηρωίδες» μάς αφηγήθηκαν ιστορίες για το πώς είναι να μεγαλώνεις χωρίς manual, για dates που καταλήγουν καταστροφικά, για μια πόλη βρώμικη και μεγαλειώδη ταυτόχρονα, για μια εποχή όπου όλα μπορούν να γκρεμιστούν και να ξαναχτιστούν σε μια νύχτα. Την ίδια ώρα, άγγιξε και θέματα λίγο «τζιζ» μέχρι τότε. Τα ναρκωτικά, ας πούμε. Η ομοφυλοφιλία. Η διαφθορά στην πολιτική και στα μέσα. Ο νεοπλουτισμός του Κολωνακίου. Η μητρότητα που σε κάνει να ξαναβλέπεις τη γενιά σου και τα παιδιά της αλλιώς. Τι ενέπνευσε όλα αυτά τα θέματα;
«Ουσιαστικά η έμπνευσή μου ήταν το "Girls". Οι Ηρωίδες είναι το "Girls" από το Zara, στο πιο φτωχό δηλαδή. Όταν το είδα, είπα ότι είναι πολύ έξυπνο, αλλά αυτά τα κορίτσια στην πραγματικότητα δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Οπότε αν έγραφα κάτι για τρεις γκόμενες στην Αθήνα, με τα αληθινά τους προβλήματα, αυτό θα είχε ενδιαφέρον. Ήθελα να γράψω για το γυναικείο βίωμα, χωρίς να μου είναι τότε συνειδητό. Αυτή η ηλικία που είσαι παιδί, αλλά γίνεσαι γυναίκα, σε ένα dating scene περίεργο και αστείο, σε μια πόλη που έχει αυτήν την αναρχία, που είναι σιχαμένη και υπέροχη».
«Τότε είχαμε ακόμα την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να συμβεί κάτι ενδιαφέρον. Σήμερα στην Αθήνα πρέπει να αυθυποβληθώ πολύ για να το νιώσω αυτό. Αλλά τότε, μέχρι και το καλοκαίρι του 2015, υπήρχε περισσότερο. Ήταν η περίοδος που όλα κατέρρεαν. Τα media, η διαφήμιση, όλο το μικροαστικό glossy κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν και συνειδητή επιλογή, αλλά και φυσική επιλογή. Όσον αφορά το πώς απεικονίστηκε η μητρότητα, νομίζω ότι η δική μου γενιά έχει τελείως άλλου είδους σχέση με τα παιδιά της. Και φυσικά έχει να κάνει και με το δικό μου βίωμα ως νέας μητέρας τότε».
Στο δικό μου μυαλό, η σειρά είναι μια ιστορία coming of age, μια ιστορία ενηλικίωσης δηλαδή. Αυτό που είσαι στα late ΄20s, όπου όλοι λίγο ή πολύ ψάχνουμε λίγη ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και την ευθύνη, στην προσωπική μας εξέλιξη και στις (πολλές φορές σκληρές) κοινωνικές απαιτήσεις, και κάπως παλεύεις να σταθείς όρθιος. Βέβαια, για την Αλεξάνδρα δεν ήταν ακριβώς έτσι: «Θα έλεγα ότι είναι μια ιστορία για το πώς είναι να μην σου επιτρέπεται να κάνεις το "coming of age", ενώ είναι πια η ηλικία σου και θα έπρεπε να το είχες κάνει. Αλλά κοινωνικά δεν σου επιτρέπεται. Δεν μπορείς να έχεις το δικό σου σπίτι, πρέπει να συγκατοικείς, δεν μπορείς να αγοράσεις σπίτι. Δεν μπορείς να μεγαλώσεις ένα παιδί μόνος σου κ.ά.».

Έλλη: Τα καλά των 30: η κατάκτηση της αναισθησίας. Οι φίλοι σου θυμώνουν; Κανένα πρόβλημα. Επιβίωσαν μέχρι εδώ, δεν θα πάθουν τίποτα. Καθυστερείς; Χέστηκες. Ας περιμένουν. Στα 30 βαθιά μέσα σου ξέρεις ότι η αναμονή ενός ανθρώπου είναι καλύτερη από τον ίδιο τον άνθρωπο. Δεν εξαιρούμαι. Σεξ; Το αυτό. Έρωτας; Διαπιστώνεις με πίκρα ότι κανένας έρωτας δεν θα είναι τόσο μεγάλος όσο ο πρώτος σου. Ξέρεις πώς παίζεται το παιχνίδι και αυτό αντιβαίνει στη φύση του ίδιου του έρωτα, βασικό προαπαιτούμενο του οποίου είναι να μην ξέρεις τι σου γίνεται. Όσο και αν θες να υποφέρεις, δεν μπορείς πια. Λυπηρό, αλλά και τι δεν είναι;
Το 12ο επεισόδιο που δεν είδαμε ποτέ
Γνωρίζατε ότι ήμασταν στο παρά πέντε από το να έχουμε ένα ακόμη επεισόδιο των «Ηρωίδων»; Δυστυχώς, όμως, κι αυτό ναυάγησε.
«Υπάρχει ένα επεισόδιο, το επεισόδιο 12, το οποίο δεν έχει προβληθεί και από το οποίο λείπουν 5 λεπτά», μου λέει η Αλεξάνδρα. «Ούτε εγώ το έχω δει. Δεν θυμάμαι τι γινόταν σε αυτό το επεισόδιο. Θυμάμαι ότι είχαμε γυρίσει μια σκηνή πάρτι σε ένα σπίτι κάπου στο Κορωπί, το οποίο από την αισθητική του ήταν ξεκάθαρα ένα σπίτι, στο οποίο γύριζαν τσόντες. Επίσης, εγώ έχω δει κάθε επεισόδιο των "Ηρωίδων" μια φορά. Δεν ξέρω πού υπάρχουν πλέον κι όπου υπάρχουν, είναι παράνομα και κανείς μας δεν παίρνει λεφτά από αυτό».
«Έλειπαν τρεις ακόμη σκηνές για να ολοκληρωθεί», μου εξηγεί κι ο σκηνοθέτης. «Και της έλεγα της παραγώγου τότε “Ρε παιδάκι μου, ας ολοκληρώσουμε τις 3 αυτές σκηνές, να έχουμε άλλο ένα επεισόδιο”. Και δεν το έκανε. Πίκρα. Γιατί το γουστάραμε και λέγαμε “έτσι πρέπει να είναι οι δουλειές”. Ήταν μια υπέροχη συνθήκη, που έληξε άδοξα από μια ανόητη. Δεν φανταζόμασταν ότι θα το κόψει. Εμείς κυνηγούσαμε να πάρουμε τα λεφτά μας κάθε μήνα».
Οι «Ηρωίδες» που δεν είδαμε ποτέ
Όλοι εμείς που λατρέψαμε τη σειρά, όμως, περάσαμε πολλές ώρες να ονειροπολούμε και να σκεφτόμαστε ποια θα ήταν η συνέχεια. Τι άλλο θα μπορούσαν να μας διηγηθούν οι «Ηρωίδες», ποιες διαδρομές θα έπαιρναν οι χαρακτήρες και πόσο πιο τολμηρό θα μπορούσε να γίνει το σενάριο; Κάποιες απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα μάς δίνουν σήμερα οι συντελεστές, αποκαλύπτοντας κομμάτια που έμειναν εκτός είτε επειδή η παραγωγή δεν μπόρεσε να τα στηρίξει, είτε επειδή οι συνθήκες δεν το επέτρεψαν.
Ο Χάρης μού λέει: «Ο πρώτος κύκλος (νομίζω, πια, μπορώ να το πω) θα έκλεινε με το Χάρη και τον Αντώνη να συζητάνε αν θα αποκτήσουν παιδί και αισίως με τη Μιμή, το Χάρη και τον Αντώνη να αποφασίζουν να ζήσουν ως οικογένεια, «υιοθετώντας» το μωρό της Μιμής. Για το 2015 νομίζω ήταν μια συνθήκη αρκετά καινούργια για την ελληνική τηλεόραση μα και για την ελληνική κοινωνία, εν γένει».
Η Αλεξάνδρα θυμάται πως στα 4 επεισόδια της δεύτερης σεζόν των Ηρωίδων, όσα είχε γράψει τότε για τους χαρακτήρες, ήταν πράγματα που συνέβησαν στους ηθοποιούς στη ζωή τους. «Δεν θυμάμαι τι ήταν αυτά, όμως. Υπήρχαν σε έναν σκληρό δίσκο, ο οποίος έχει καεί, οπότε δεν έχω πρόσβαση σε αυτό το κομμάτι».
Ο Στέφανος Μπλάτσος θυμάται με ενθουσιασμό, αλλά και με μια δόση απογοήτευσης, τις σκηνές που ο ίδιος ονειρεύτηκε για τις «Ηρωίδες», αλλά δεν κατάφεραν να φτάσουν ποτέ στην οθόνη μας. Κι έτσι μου δίνει δύο παραδείγματα από το τι ήταν πραγματικά οι Ηρωίδες για τον ίδιο:
«Είχαμε μια σκηνή στο τρίτο επεισόδιο, για την οποία είχα πάρει τηλέφωνο τον Άλκη Παναγιωτίδη, με τον οποίο είχαμε δουλέψει παλιότερα στο L.A.P.D. Και του λέω “Άλκη, έχω ένα ρόλο για σένα, που πιστεύω ότι σου ταιριάζει και θα τον σκίσεις, αλλά δεν ξέρω αν σε ενδιαφέρει. Θα κάνεις ένα drag”. Μου λέει “Είσαι μαλάκας, Στέφανε; Φυσικά. Μην ξεχνάς ότι εγώ είμαι Αμερικανός ηθοποιός”. Οπότε έχω τον Άλκαρο που είναι εξαιρετικός σε έναν κόντρα ρόλο και ήταν υπέροχος. Ήταν μια σκηνή στις "Κούκλες", όπου τραγουδάει και κλαίγαμε όλοι κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Και ύστερα στο σενάριο έφευγαν τα κορίτσια, άνοιγαν μια πόρτα, υπήρχε μια λάμψη και τελείωνε το επεισόδιο. Εγώ σκέφτηκα εκεί να κάνω κάτι φελινικό, που το έχω οργανώσει από το καλοκαίρι του 2014.
»Ανοίγουν, λοιπόν, τα κορίτσια την πόρτα και μεταφέρονται ξαφνικά στη Διονυσίου Αεροπαγίτου. Είχα κανονίσει τσίρκο, με ελέφαντες, άλογα, άμαξες, ακροβάτες, ζογκλέρ, φιλαρμονικές μπάντες, λαμπάκια, φανάρια, κόσμο, αγόρια και κορίτσια να περπατάνε σαν σε παραμύθι και τα κορίτσια να περνούν με αυτή την πομπή από πίσω τους. Το κόστος, 3.000€. Τίποτα. Μου το έκοψε η παραγωγός 3 μέρες πριν το γύρισμα, γιατί δεν είχε λεφτά. Ήταν κάτι μαγικό, με το οποίο θα γράφαμε ιστορία.
Από την πλευρά της, η Αλεξάνδρα θυμάται κι εκείνη αυτό το μεγάλο όραμα που έμεινε ανολοκλήρωτο: «Ήθελα να έχω μια σκηνή, με μια παρέλαση τύπου Pride, που γινόταν στη Διονυσίου Αεροπαγίτου κι εγώ ήθελα να έχει μέσα "της Παναγιάς τα μάτια". Μουσικούς, χορευτές, ακροβάτες άρματα. Δεν μπορούσαν να γίνουν αυτά και δη στη Διονυσίου Αεροπαγίτου. Κάποια πράγματα τα είχα φανταστεί λίγο πιο επαγγελματικά».
Κι αυτά που χάθηκαν στην πορεία, όμως, σίγουρα θα ήταν εξίσου ωραία.
«Επίσης, στο 15ο επεισόδιο, το οποίο δεν γυρίσαμε ποτέ, όλη η δράση εκτυλισσόταν σε ένα τραπέζι σε ένα σπίτι. Είχα κάνει ρεπεράζ και θα γύριζα όλη αυτή τη σκηνή με το δείπνο στο εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Θα ήταν κάτι καταπληκτικό, να βλέπεις όλη τη δράση σε ένα κουλό κι εξωπραγματικό ντεκόρ. Αυτά τα δύο παραδείγματα, ήταν οι "Ηρωίδες". Κι αυτό μας στερήσανε», συμπληρώνει ο κύριος Μπλάτσος.

Μιμή: 30 χρόνια αποτυχίες.
Έλλη: Μια σπουδή στη ματαιότητα.
Μιμή: Μπορούμε να προχωρήσουμε εκεί που τελειώνει η παρωδία και με αφήνετε μόνη μου να κλάψω;
Έλλη: Μιμικάκι, η ζωή δεν είναι ταινία. Αλλά κι αυτό δεν είναι ζωή.
Ήταν οι «Ηρωίδες» ένας οδηγός για τα 30;
Στο πρώτο επεισόδιο της σειράς ακούμε το εξής: «30 χρόνια αποτυχίες. Μια σπουδή στη ματαιότητα». Ως άνθρωπος που γενικά έχει μια εμμονή με τις ημερομηνίες, τις δεκαετίες, τους στρογγυλούς αριθμούς και τους κύκλους που ανοίγουν και κλείνουν και ως άνθρωπος που πλησιάζει κι αυτός τα 30, έχω κάνει πολλές φορές τη σκέψη για το πώς θα είναι πια αυτή η δεκαετία, αν αλλάζει κάτι. Θα έλεγε κανείς, όπως αναφέρεται και στη σειρά, ότι περνάμε σε μια ώριμη και παραγωγική ηλικία, όπου δεν όλα είναι λογική και δεν μπορούμε να χάσουμε τη μπάλα. Μήπως όλα αυτά, όμως, είναι μαλακίες; Μήπως το να βρεις τον εαυτό σου δεν περιμένει κάποιο κομβικό χρονικό σημείο για να συντελεστεί; Μήπως είναι ok να μην έχουν μπει όλα στη θέση τους μέχρι τα 30; Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι ακριβώς μας δίδαξαν οι «Ηρωίδες» για τα 30;
Για την Αλεξάνδρα Κ* δεν υπάρχουν turning points. Όπως μου λέει, «μπορεί μέχρι τα 29 σου να είσαι το απόλυτο λουζέρι και στα 30-35 σου να κάνεις κάτι γαμάτο. Ή μπορεί να μην κάνεις τίποτα γαμάτο κι αυτό να είναι ok. Μπορεί να μην θέλεις. Η Λούκι, ας πούμε, ήταν μια τύπισσα, που δεν ήθελε να κάνει τίποτα γαμάτο. Ήθελε απλώς να περνάει καλά. Η Μιμή ήθελε πάρα πολύ να κάνει κάτι γαμάτο, αλλά δεν αποφάσιζε να βγάλει πάνω από το κεφάλι της τη μάνα της, όποτε ήταν καταδικασμένη να μην κάνει κατά γαμάτο. Δεν σκέφτηκα ποτέ τις επιταγές των 30, αν και φυσικά οι "Ηρωίδες" παλεύουν με όλα αυτά. Επίσης, η γενιά μας δεν είχε στ’ αλήθεια τα πρέπει της γενιάς των μαμάδων μας. Εμείς ζήσαμε τα απόνερα αυτού».
Από μια άλλη οπτική, ο Χάρης Αττώνης μου λέει πως «η οικονομική κρίση απλώθηκε σαν πανδημία στους ήδη ευνουχισμένους εαυτούς μας. Αυτό είχε μεγάλο αντίκτυπο στις ζωές μας, στα προσωπικά, επαγγελματικά, ψυχολογικά και ήδη κλονισμένα υπαρξιακά μας. Άλλοι προτίμησαν το δρόμο της μετανάστευσης κι άλλοι μετανάστευσαν μέσα τους. Οι "Ηρωίδες" ήταν ο ύμνος για αυτήν τη γενιά, που ακόμα κι αν είχε βρει το λιμάνι της, ξαφνικά της τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια και ένιωθε ότι δεν είχε φτάσει πουθενά. Η γραφή της Αλεξάνδρας ήταν αυτό που λειτούργησε ως ψυχογράφημα στις ψυχές πρώτα τις δικές μας και κατ’ επέκταση των θεατών, που ταυτίστηκαν με τη σειρά και μας επέστρεφαν την αγάπη σε συγκινητικό βαθμό».
«Νομίζω ότι λίγο-πολύ όσοι μεγαλώσαμε τις δεκαετίες του '80 και του '90 στην Ελλάδα είχαμε την εντύπωση ότι τα 30 θα ήταν κάτι σχεδόν σαν ορόσημο για τις ζωές μας, ότι τότε δηλαδή θα φτάναμε την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή μας», μου λέει ο Αντώνης Γκρίτσης. «Καταλάβαμε, κοντά σε όλα όσα μας βρήκαν, όχι μόνο συναισθηματικά, αλλά πολύ πραγματικά, απότομα κι ανώμαλα, θέλω να πω, πόσο απατηλό ήταν το ελληνικό όνειρο. Από την άλλη, η πραγματικότητα σε κάνει να λες ότι τελικά ο χρόνος είναι πάντα κάτι σχετικό, οπότε δεν έχει και μεγάλη σημασία πότε σταματάει ή ξεκινάει κάτι. Πόσο μάλλον σε μια χώρα όπου όλα δείχνουν να μετατίθενται σε ένα επόμενο στάδιο, επί της ουσίας για να αυτορυθμιστούν - ή μπορεί και όχι. Κι έτσι σε βρίσκουν και τα 40 και τα 50. Προσωπικά, δέκα χρόνια μετά νιώθω το ίδιο ανικανοποίητος και όση αυτοκριτική -και ψυχοθεραπεία- κι αν έχω κάνει, καταλήγω ότι δεν ευθύνομαι μόνο εγώ γι' αυτό».
«Αυτό που προσωπικά εμπέδωσα είναι ότι κάθε εποχή και ηλικία έχει τη χάρη της. Ο χρόνος περνάει πολύ γρήγορα και δεν γυρίζει πίσω και γι΄ αυτό αξίζει να σπαταλιέται μόνο με αγάπη, φροντίδα, γέλια και φίλους», μου λέει η Έλενα Μεγγρέλη. Για τη Ζωή Καραβασίλη, «τα 30 είναι μια δεύτερη ενηλικίωση, όχι τόσο βιολογική, αλλά περισσότερο συναισθηματική και πνευματική. Αρχίζεις να παίζεις σε άλλη πίστα. Έχεις περισσότερες ευθύνες και ως προς τους άλλους, αλλά και ως προς τον εαυτό σου».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.