Η Ιστορία της Τέχνης, αυτή η αποστειρωμένη βίβλος που μας «τάιζαν» στο σχολείο, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα καλοστημένο πλυντήριο πνευματικών δικαιωμάτων.
Μια ματσαράγκα του αρσενικού κατεστημένου, όπου το γυναικείο ταλέντο και ο ιδρώτας υποκλέπτονταν για να βάλει την υπογραφή του από κάτω ο κάθε σύζυγος, πατέρας ή «φωτισμένος» δάσκαλος.
Αυτό το θεσμικό ξεσκαρτάρισμα λέγεται επιστημονικά «Φαινόμενο Ματίλντα». Εγώ θέλω να το λέω κανονική κλοπή. Ιδού οι γυναίκες που τους έκλεψαν τη ζωή, το έργο και την υστεροφημία, με διευθύνσεις, ονόματα και αδιάσειστα στοιχεία.
Γιούντιθ Λέιστερ
Στο Χάαρλεμ του 17ου αιώνα, η Γιούντιθ Λέιστερ ήταν μια ανωμαλία του συστήματος, μια γυναίκα που κατάφερε να μπει στη Συντεχνία του Αγίου Λουκά, εκεί που οι άντρες αποφάσιζαν ποιος είναι καλλιτέχνης και ποιος μπογιατζής.
Για 250 χρόνια όμως, το ανδροκρατούμενο σινάφι των κριτικών τέχνης εκθείαζε τη «ρωμαλέα, ανδρική πινελιά» του Φρανς Χαλς σε έργα που εκείνος δεν είχε καν αγγίξει. Η απάτη αποκαλύφθηκε το 1893, όταν το Λούβρο αγόρασε τον πίνακα «Το Ευτυχισμένο Ζευγάρι».
Κατά τον καθαρισμό, κάτω από την πλαστή υπογραφή του Χαλς, ξεπήδησε το μονόγραμμα της Λέιστερ: ένα «JL» δίπλα σε ένα πεντάκτινο αστέρι.
Ήταν ένα ευφυές λογοπαίγνιο με το όνομά της, καθώς «Leister» σήμαινε «Πολικός Αστήρ». Μόλις μαθεύτηκε η αλήθεια, η εμπορική αξία του πίνακα κατρακύλησε κατά 25%. Η ποιότητα της τέχνης παρέμεινε αναλλοίωτη, αλλά το φύλο του δημιουργού «μόλυνε» την τιμή. Τόσο φτηνά κοστολογούσαν τη γυναικεία ιδιοφυΐα.
Η Αυτοπροσωπογραφία της στο National Gallery of Art, έχει μείνει για να δείχνει την αλήθεια.
Αρτεμισία Τζεντιλέσκι
Αν νομίζετε ότι η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι σας απαντά ότι τρώγεται στον καμβά. Η ζωή της ήταν ένα μπαρόκ θρίλερ: βιάστηκε από τον δάσκαλό της, Αγοστίνο Τάσι, διαπομπεύτηκε στο δικαστήριο και βασανίστηκε με τις «sibille» (μεταλλικές δακτυλήθρες που έσφιγγαν τα δάχτυλα) για να «επιβεβαιωθεί» ότι δεν ψεύδεται.
Ενώ ζωγράφιζε με μια βία και μια αλήθεια που έκοβαν την ανάσα, οι ειδήμονες απέδιδαν τα έργα της στον πατέρα της, Οράτσιο.
Το εμβληματικό της έργο «Η Σωσάννα και οι Γέροντες», φιλοτεχνημένο όταν ήταν μόλις 17 ετών, θεωρούνταν για αιώνες αντρικό δημιούργημα. Το επιχείρημα; «Αποκλείεται μια κοπελίτσα να γνωρίζει τόσο καλά την ανατομία και τον τρόμο». Η Αρτεμισία ξεσκέπαζε την πατριαρχική βία με το πινέλο της.
Ιστορική Αποκατάσταση ήρθε με το BBC Documentary: Michael Palin's Quest for Artemisia. Ένα οδοιπορικό στη δικαίωση μιας γυναίκας που μετέτρεψε το τραύμα σε παγκόσμια κληρονομιά.
Μάργκαρετ Κιν
Εδώ δεν μιλάμε για τον 17ο αιώνα, αλλά για το «χθες» που αρνείται να πεθάνει. Ο Γουόλτερ Κιν ήταν ένας λαοπλάνος, ένας μάγος του μάρκετινγκ που παρουσίαζε τα έργα της γυναίκας του ως δικά του, ισχυριζόμενος ότι η έμπνευση του ήρθε από τα ορφανά της μεταπολεμικής Ευρώπης.
Η Μάργκαρετ Κιν ζούσε έγκλειστη, ζωγραφίζοντας σαν το αγρίμι επί 16 ώρες τη μέρα σε ένα δωμάτιο με κλειστά παντζούρια, ενώ εκείνος έπινε μαρτίνι στα κοσμικά σαλόνια παριστάνοντας τη «βασανισμένη ιδιοφυΐα».
Η αλήθεια έλαμψε το 1986 στη Χονολουλού, σε μια δικαστική αίθουσα που μετατράπηκε σε ατελιέ. Ο δικαστής τους διέταξε να ζωγραφίσουν επί τόπου.
Ο Γουόλτερ έκανε τον κομμένο, επικαλούμενος «πόνο στον ώμο». Η Μάργκαρετ, μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, ολοκλήρωσε έναν πίνακα σε μόλις 53 λεπτά.
Κινηματογραφικό ντοκουμέντο για την ζωή της είναι το «Big Eyes». Ο Τιμ Μπάρτον ξετυλίγει το κουβάρι μιας από τις μεγαλύτερες εμπορικές απάτες στην τέχνη.
Καμίλ Κλοντέλ
Ο Ογκίστ Ροντέν δεν θα ήταν αυτός που είναι αν δεν είχε ξεζουμίσει την Καμίλ Κλοντέλ. Η Καμίλ δεν ήταν απλώς η ερωμένη ή το μοντέλο του, ήταν η συνεργάτιδα που φιλοτεχνούσε τα πιο δύσκολα και εκφραστικά μέρη των γλυπτών του, όπως τα χέρια και τα πόδια στις «Πύλες της Κολάσεως».
Του έδωσε την ψυχή της, τις ιδέες της και το μοναδικό της στυλ, κι εκείνος της ανταπέδωσε την απαξίωση. Όταν η Καμίλ προσπάθησε να αυτονομηθεί, το σύστημα την απέβαλε. Το αριστούργημά της «L’Age Mûr» (Η Εποχή της Ωριμότητας) είναι η ζωντανή, μαρμάρινη κραυγή της για την προδοσία και την εγκατάλειψη.
Η μοίρα της ήταν τραγική, πέρασε τα τελευταία 30 χρόνια της ζωής της σε ένα φρενοκομείο, ξεχασμένη από όλους, ενώ ο Ροντέν υπέγραφε έργα που είχαν τη δική της πνοή για να διασφαλίσει την πώλησή τους.
Κολέτ
Ο Γουίλι (Ανρί Γκοτιέ-Βιλάρ) ήταν ο ορισμός του «νταβατζή» της τέχνης. Συνειδητοποιώντας το εκρηκτικό ταλέντο της νεαρής συζύγου του, κλείδωνε την Κολέτ σε ένα δωμάτιο και δεν την άφηνε να βγει αν δεν συμπλήρωνε τον αριθμό των σελίδων που απαιτούσε η σειρά βιβλίων «Κλοντίν».
Τα βιβλία εκδίδονταν με το δικό του όνομα, εισπράττοντας εκατομμύρια φράγκα και τον θαυμασμό του Παρισιού, ενώ η πραγματική δημιουργός παρέμενε στη σκιά.
Η Κολέτ όμως δεν ήταν γυναίκα που θα έμενε για πάντα «φάντασμα». Διεκδίκησε νομικά την «μητρότητα» του έργου της, κέρδισε την ελευθερία της και εξελίχθηκε σε μια από τις κορυφαίες φωνές της γαλλικής λογοτεχνίας, φτάνοντας μέχρι την υποψηφιότητα για Νόμπελ.
Να μάθετε τα ονόματά τους. Να τις διαβάζετε. Να τις βλέπετε. Και την επόμενη φορά που θα ακούσετε για κάποια «άγνωστη μούσα που ενέπνευσε τον μεγάλο καλλιτέχνη», να κρατάτε μικρό καλάθι. Πιθανότατα εκείνη να κρατούσε το πινέλο, τη σμίλη ή την πένα, ενώ εκείνος κρατούσε απλώς το κλειδί της πόρτας.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.