Μενού

Άρης Δημοκίδης: «Υπάρχουν πολλά μέρη που θα ήθελα να ζήσω αλλά πάντα θα επέστρεφα στην παιδική μου ηλικία»

aris dimokidis
  • Α-
  • Α+

Είναι από τις λίγες φορές που καλείται να μπει στη θέση του συνεντευξιαζόμενου, αφού τα τελευταία χρόνια βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο και μιλά για «σκληρές αλήθειες». Από το δικό του ησυχαστήριο, τη Χαλκιδική όπου ζει μόνιμα, κάνει αναδρομή στα παιδικά του χρόνια που απολάμβανε τη μοναχικότητα για να βρίσκει χρόνο να φτιάχνει τις δικές του εφημερίδες και να κάνει ψεύτικες ραδιοφωνικές εκπομπές με την αίσθηση ότι θα τον άκουγε όλη η Ελλάδα.

Οι σπουδές στο Λονδίνο ήταν η μοναδική στιγμή που έφυγε από την πόλη του, όμως πάντα ξαναγύριζε σε αυτήν. Δεν βρήκε ποτέ νόημα στα καταπιεστικά 8ωρα, το γραφείο και τα αυστηρά deadline, αλλά αφοσιώθηκε στη ραδιοσκηνοθεσία και έφτιαξε ένα από τα πιο δημοφιλή podcast της Ελλάδας. Η γραφή παιδικών βιβλίων ήταν ένα όχημα απελευθέρωσης από την πραγματικότητα, αφού μέσα από αυτά ταξίδευε σε έναν άλλο κόσμο που δεν απαιτούσε να λέει αλήθεια.

Πάντοτε είχε από πάνω του ένα «μαύρο σύννεφο» - έτσι χαρακτηρίζει την αγχώδη διαταραχή και την αρρωστοφοβία που τον βύθιζαν, όμως μετά από πολλή δουλειά με τον εαυτό του έχει καταφέρει να απεμπλακεί από το φόβο. Αγαπά όλες τις ταινίες του David Lynch και, αν δεν ήταν δημοσιογράφος, θα ήταν σίγουρα σκηνοθέτης.

Ο Άρης Δημοκίδης μιλά στο Reader για τα παιδικά του χρόνια, την πόλη του, τα ξεχασμένα όνειρα, τις φοβίες και την καθημερινότητά του.

Αρχικά, θέλω να μου πεις πώς νιώθεις που μπαίνεις στη θέση του συνεντευξιαζόμενου. Είναι κάτι που σε φέρνει σε αμηχανία;

«Έχει ενδιαφέρον, διότι επί χρόνια παίρνω τόσες συνεντεύξεις κάθε βδομάδα, που είναι ωραίο να μπορώ να παρατηρήσω και να νιώσω πώς νιώθουν όλοι αυτοί που μου μιλάνε. Σπάνια δίνω κάποια συνέντευξη, οπότε τώρα νιώθω σαν να είμαι στο podcast μου και να είμαι ένας από τους καλεσμένους που θα μιλήσουν για κάποιο θέμα».

aris dimokidis
Ο Άρης Δημοκίδης έφηβος, φτιάχνοντας αυτοσχέδιες εφημερίδες.

Υπάρχει κάποια παιδική ανάμνηση που είναι πιο έντονη από τις υπόλοιπες; Πως περνούσες τη μέρα σου;

«Τα παιδικά μου χρόνια θα έλεγα πως ήταν πολύ ωραία. Έχω μία αδερφή που είναι έξι χρόνια μεγαλύτερη, η οποία με βοηθούσε να μάθω ενδιαφέροντα πράγματα σε ό,τι αφορά βιβλία, μουσική, σινεμά, περιοδικά, μίντια. Οπότε από πολύ μικρός, πράγματα που με ενδιέφεραν είχα την ευκαιρία να τα ζω και να τα βιώνω μέσα από το φίλτρο της αδερφής μου, που αντικατέστησε με κάποιο τρόπο το ίντερνετ που δεν υπήρχε τότε - και δεν θα υπήρχε για τουλάχιστον μια δεκαετία.

Αυτό που θυμάμαι πιο πολύ είναι τα μιντιακά και καλλιτεχνικά πράγματα που έφτιαχνα στο δωμάτιο του σπιτιού. Ήταν το αγαπημένο μου παιχνίδι. Ενώ είχα πολυ αγαπημένους φίλους, αυτό που προτιμούσα ήταν η μοναχικότητα, καθώς είχα άπλετο χρόνο να φτιάξω αυτοσχέδιες εφημερίδες και περιοδικά, να κάνω ψεύτικες ραδιοφωνικές εκπομπές με την αίσθηση ότι θα με άκουγε όλη η Ελλάδα, χωρίς να με νοιάζει να τα δείξω σε κάποιον.

Οπότε νομίζω ότι η παιδική μου ηλικία ήταν ωραία, γιατί μοιάζει με την ενήλικη ζωή μου, που επίσης είναι ωραία, γιατί μπόρεσα να διατηρήσω, να πετύχω και να επιβάλλω τη μοναχικότητα που αποζητούσα στην παιδική ηλικία, ώστε να αξιοποιήσω τη δημιουργικότητά μου».

Άρα η δημοσιογραφία ήρθε πηγαία στη ζωή σου, δηλαδή ήταν κάτι που από πάντα έβρισκες νόημα μέσα του.

«Πάρα πολύ. Φαντασιωνόμουν ότι ήμουν ένας μικρός ρεπόρτερ, έπαιρνα συνεντεύξεις, συνήθως από συγγενείς και φίλους, απλά για να εξασκηθώ και ήμουν εθισμένος στην πληροφορία. Τότε δεν υπήρχε το ίντερνετ, δεν υπήρχαν πολλά κανάλια, ούτε ραδιοφωνικοί σταθμοί - πέρα από τους κρατικούς. Οπότε ο εθισμός μου στην πληροφορία με έκανε να αναζητώ συνέχεια νέα πράγματα και ήταν και μια πολύ καλή εξάσκηση. Αλλά, ναι, μου έβγαινε τελείως αβίαστα το να θέλω να μαθαίνω πληροφορίες και να ανακαλύπτω ιστορίες».

aris dimokidis
Ο Α. Δημοκίδης μαζί με την αδερφή του.

Δεν έχεις αφήσει ποτέ την πόλη σου, τη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει κάτι που σε συνδέει έντονα με αυτό το μέρος και σε κρατά εκεί;

«Υπάρχει κάτι το οποίο με κρατάει εδώ και με κάνει να επιστρέφω εδώ. Έζησα για 5 χρόνια στο Λονδίνο για σπουδές, αλλά πάντα υπήρχε μια αόρατη κλωστή η οποία με τραβούσε πίσω. Και νομίζω ότι ήταν η παιδική μου ηλικία, διότι τότε ανακάλυπτα τη ζωή και όσα έζησα με σημάδεψαν έντονα. Για κάποιο λόγο, όταν δοκίμαζα πράγματα για πρώτη φορά - η πρώτη ντίσκο που πήγα, η πρώτη καφετέρια που πήγα - εντυπωσιαζόμουν πολύ εύκολα. Ίσως αυτό να με κάνει να θέλω να επιστρέφω και να είμαι εδώ».

Και φαντάζομαι αυτό, όταν πήγες για σπουδές στο Λονδίνο, ήταν η μοναδική στιγμή που «απογαλακτίστηκες» από την δική σου πόλη. Πώς το έζησες τότε; Ένιωσες καθόλου «έξω από τα νερά σου»;

«Όχι, καθόλου. Για να εκτιμήσω τη Θεσσαλονίκη, χρειάστηκε να φύγω. Ήταν υπέροχα στο Λονδίνο. Ήταν τελείως διαφορετική, ελεύθερη και πολύ πιο ενδιαφέρουσα ζωή. Χιλιάδες πράγματα να κάνεις. Όλα αυτά που με ενδιέφεραν, υπήρχαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τη Θεσσαλονίκη και πέρασα πολύ ωραία. Σταδιακά όμως, μετά από κάποια χρόνια, το κρύο, η ακρίβεια και η ζωή που είχε γίνει αρκετά δύσκολη, με τράβηξαν πίσω στην ηλιόλουστη πατρίδα, όπου όλα ήταν αρκετά πιο απλά. Και έκτοτε ξαναγύρισα.Υπάρχουν πολλά μέρη στον κόσμο που θα ήθελα να ζήσω - στην Κόπεγχάγη για παράδειγμα. Αλλά νομίζω πως πάντα θα επέστρεφα στην παιδική μου ηλικία».

Ταξιδεύεις γενικά; Έχεις κάνει κάποιο ταξίδι που σου έχει αλλάξει το mindset, δηλαδή, σε έχει διαμορφώσει σαν άνθρωπο;

«Ναι, ταξιδεύω πάρα πολύ. Υπάρχουν μέρη στην Ελλάδα και στο εξωτερικό που μου αρέσουν πολύ και πηγαίνω επανειλημμένα. Συνήθως, τα συνδυάζω με συναυλίες, με φεστιβάλ κινηματογράφου ή με κάποιο εστιατόριο, όπως όταν πήγα στην Κόπεγχάγη και επισκέφθηκα το Noma. Νομίζω ότι στις Σκανδιναβικές χώρες - έχω πάει σε όλες- πάντοτε βλέπω μια ποιότητα ζωής και μια δημιουργικότητα η οποία με εμπνέει πολύ. Δεν νομίζω ότι άλλαξε κάποια κοσμοθεωρία μου ή κάτι συνταρακτικό μέσα μου, αλλά είναι πολύ ωραίο να αισθάνομαι ότι ζω έστω για λίγο σε κάτι τόσο πολιτισμένο».

Όταν επέστρεψες από τις σπουδές, οι πρώτες σου δουλειές ήταν σε εφημερίδες. Ένιωθες ότι η ζωή του γραφείου, το 8ωρο, η ένταση, είναι κάτι που σε καταπίνει; Ποια ήταν εκείνη η στιγμή που αποφάσες να το αφήσεις αυτό και να ξεκινήσεις κάτι δικό σου;

«Κοίταξε, είχε πολύ ενδιαφέρον η δουλειά σε γραφείο εφημερίδας. Μου άρεσε γιατί μπορούσα να διαβάζω όλες τις εφημερίδες κάθε μέρα, είχαμε δωρεάν ίντερνετ που στο σπίτι δεν είχα, αλλά υπήρχε αυτή η πίεση, η βαβούρα και το άγχος. Οπότε μετά τον στρατό, δεν επιχείρησα να ψάξω μόνιμη δουλειά, ήθελα να κάνω freelancing και να μη χρειάζεται να δουλεύω από το γραφείο.

Δεν βρήκα πολλά, οπότε κάποια στιγμή αναγκάστηκα να ξαναδουλέψω σε γραφείο, αλλά όχι σε μιντιακή δουλειά. Δουλέψα στον Αρκτούρο, που ήταν ευχάριστη και καθόλου αγχωτική δουλειά. Βέβαια δεν ήμουν για γραφείο και για πρωινό ξύπνημα, οπότε δεν κράτησε πολύ αυτό γιατί δεν με ενέπνεε και δεν ήταν και αυτοί ικανοποιημένοι μαζί μου.

aris dimokidis

Στο μεταξύ άρχισα να γράφω παιδικά βιβλία, οπότε μπορούσα να βιοποριστώ κάπως από εκεί και συνέχισα να κάνω κάποιες δημοσιογραφικές δουλειές ως freelancer. Είχα φτιάξει ένα blog, το enteka, το οποίο ήταν στην ουσία το πορτοφόλιο ενός δημοσιογράφου και έφτιαχνα λίστες με εντεκάδες για πράγματα της ποπ κουλτούρας.

Ταυτόχρονα, έδειξα τη δημοσιογραφική μου πλευρά σε αρκετούς ανθρώπους των media, οι οποίοι έψαχναν τότε ταλέντα από τα blogs. Είχα κάποιες προτάσεις, οι οποίες όμως είχαν ως προϋπόθεση να κατέβω στην Αθήνα και να δουλέψω από το γραφείο και αυτό ήταν κάτι που είχα αποφασίσει ότι δεν ήθελα. Δεν ήθελα να φύγω από τη Θεσσαλονίκη, παρότι η Αθήνα μου άρεσε πάρα πολύ και όταν ήμουν παιδάκι ήταν το μεγάλο μου όνειρο να πάω στην Αθήνα και να κάνω καριέρα στα media».

Όσο μεγαλώνεις επαναπροσδιορίζεις τι έχει πραγματικά αξία για σένα, υπό την έννοια ότι δεν σε νοιάζει πια τόσο αυτή η επιτυχία που κουβαλά τόσο στρες, σε νοιάζουν πολύ πιο απλά πράγματα, οι ανθρώπινες σχέσεις, ταξίδια, πράγματα που σου δίνουν χωρίς να έχεις άγχος και συναισθηματική φόρτιση. Καλα καταλαβαίνω;

«Έτσι ακριβώς είναι. Αφού χόρτασα να βγαίνω, να ζω σε μια μεγάλη πόλη όπως το Λονδίνο, να κάνω χίλια πράγματα μέσα στη μέρα, μετά τα 30 συνειδητοποίησα ότι ήθελα διαφορετικά πράγματα, ότι ήμουν σπιτόγατος. Με τον σύντροφό μου ήδη από τότε που είχαμε γνωριστεί, από τις αρχές του 2000 περίπου, προτιμούσαμε να είμαστε στο σπίτι και δεν ήθελα να φύγω από το σπίτι, από τη γειτονιά μου και τη Θεσσαλονίκη. Παράλληλα η μητέρα μου ήταν άρρωστη και σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να φύγω τόσο μακριά.

Οπότε όλα αυτά μαζί, με έκαναν να απαντώ στις προτάσεις αυτές ότι προϋπόθεση ήταν να δουλεύω από το σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι δεν έψαχναν για freelancer, αλλά με ήθελαν για αρχισυντάκτη, βοηθό αρχισυντάκτη, μόνιμο συντάκτη κλπ. Αυτό δεν το δεχόταν κανένας, μέχρι που βρέθηκε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος από τη Lifo, ο οποίος ήταν ήδη πολύ εξοικειωμένος με τη remote εργασία από το 2009 που μιλήσαμε. Τότε μου είπε να το δοκιμάσουμε από απόσταση και βλέπουμε».

Όπως προανέφερες, έχεις γράψει κάποια παιδικά βιβλία που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Έχεις νιώσει την ανάγκη να ξεφύγεις από την πραγματική ζωή έστω και μέσα από το γράψιμο παιδικών βιβλίων; Είναι δηλαδή κάτι που σε αποφορτίζει;

«Με αποφόρτιζε πάρα πολύ, ειδικά για δέκα χρόνια που έγραφα εντατικά. Τώρα έχω αρκετό καιρό να γράψω. Και όλο αυτό είχε γεννηθεί από μια ανάγκη να υπάρχει ένα αντίβαρο στην δημοσιογραφική και κυρίως στην ακαδημαϊκή πλευρά της ζωής μου. Όλη αυτή η αμέση σχέση με την πραγματικότητα, η προσπάθεια να διπλοτσεκάρω κάθε τι που γράφω, να βρω τις ανάλογες πηγές και όλη η ανασχόληση με βαριά θέματα και βαριά φιλοσοφία στο μεταπτυχιακό, χρειαζόταν το αντίβαρο.

Αυτή η ανάγκη ήρθε και όταν άρχισα να ξαναδιαβάζω κάποια από τα παλιά Mickey Mouse μου. Ο Donald Duck είναι ο αγαπημένος μου ήρωας γιατί δεν το βάζει κάτω παρά τις αναποδιές και παρότι είναι πάρα πολύ άτυχος, κάθε φορά ξαναπροσπαθεί και ελπίζει για το καλύτερο.

Έτσι λοιπόν, ξαναδιαβάζοντας τα Mickey Mouse είδα ότι είχαν μια χαλαρωτική επίδραση πάνω μου και καθώς είχα και αδιάγνωστη τότε αγχώδη διαταραχή, το να διαβάζω και παιδικά αναγνώσματα και στη συνέχεια να γράφω παιδικά βιβλία, ήταν κάτι το οποίο με ταξίδευε σε ένα άλλο σύμπαν όπου δεν υπήρχε καμία απαίτηση να ασχολούμαι μόνο με την αλήθεια και να κυριολεκτώ, αλλά μπορούσα να γράψω όσα ψέματα ήθελα».

aris dimokidis
Τα παιδικά χρόνια του Α. Δημοκίδη στη Θεσσαλονίκη.

Πάλευες με αγχώδεις διαταραχές και αρρωστοφοβία για πολλά χρόνια και μιλάς γι' αυτό ανοιχτά και χωρίς ταμπού πλέον. Θέλεις να μας πεις πως κατάφερες να απεμπλακείς από αυτό; Πόσο χρόνο και δουλειά χρειάζεται;

«Υπήρχε ένα μαύρο σύννεφο σχεδόν πάντα από πάνω μου. Με το που τελείωνε η μία αρρώστια που θεωρούσα ότι είχα, αφού έφτανα στο αμήν και πήγαινα να κάνω εξετάσεις και πανηγύριζα που ήμουν καλά, το επόμενο πρωί υπήρχε κάποια άλλη ασθένεια που ήμουν σίγουρος ότι θα συνέβαινε. Αυτό συνέβαινε non-stop, κάθε βδομάδα.

Ξεκίνησα ψυχοθεραπεία, έμαθα πολύ σημαντικά πράγματα για να αλλάξω τρόπο σκέψης και έκφρασης συναισθημάτων. Πέρασε περίπου ένας χρόνος και ήμουν πλέον πολύ καλύτερα. Όμως, τότε έχασα τη μαμά μου. Ξέραμε ότι για αρκετούς μήνες χειροτέρευε και, βλέποντας αυτό που έρχεται, ξανακυλούσα είχα συνεχή πισωγυρίσματα. Οπότε κατάλαβα ότι δεν μπορώ να το κάνω μόνος μου. Ενώ η ψυχίατρος με την οποία έκανα τις συνεδρίες, μου είχε πει εξ' αρχής να δοκιμάσουμε φαρμακευτική αγωγή, αρνιόμουν - κάτι για το οποίο χτυπάω το κεφάλι μου στον τοίχο. Πίστευα πως πρέπει να το ξεπεράσω μόνος μου χωρίς να πάρω φάρμακα. Όταν τα πράγματα έφτασαν στο απροχώρητο, της είπα ότι θέλω να δοκιμάσω.

Στον ένα μήνα ένιωθα πως έχει αλλάξει η ζωή μου, πως γιατρεύτηκα, οπότε δεν χρειάστηκε να διπλασιάσουμε τη δόση του φαρμάκου. Αλλά η αλήθεια είναι πως ένιωσα ότι άλλαξε η ζωή μου την ημέρα που αποφάσισα να ζητήσω αυτή τη βοήθεια. Πηγαίνοντας στην ψυχίατρο πήρα από την αρχή μεγάλη ελπίδα και κουράγιο γιατί ένιωσα πως δεν είμαι πλέον μόνος. Και ότι δεν είναι το μυαλό μου αυτό που πρέπει να κάνει την προσπάθεια, χρειάζεται και έξτρα εξωτερική βοήθεια.

Οπότε σύντομα άλλαξα και πλέον είμαι ένας κανονικός -σε αυτό- άνθρωπος που μόνο αν υπάρξει κάποιο σημαντικό σύμπτωμα θα πάω στον γιατρό, τους οποίους πλέον δεν φοβάμαι καθόλου. Αντίθετα, χαίρομαι να πηγαίνω και να κάνω και check-up κάθε χρόνο. Ακόμα και στα αποτελέσματα διατηρώ μια φοβερή ψυχραιμία.

Αν δεν είχε συμβεί όλο αυτό με τη μαμά μου, ίσως από μόνη της η ψυχοθεραπεία μπορεί να με είχε βοηθήσει. Αλλά δεν θα ήμουν ένας άνθρωπος σχετικά ατρόμητος με το θάνατο, με τις ασθένειες, με τους γιατρούς, θα περίμενα τον ουρανό να πέσει στο κεφάλι μου. Ήξερα ότι κάθε μέρα υπήρχε η πιθανότητα να ανακαλύψω μια υποτιθέμενη ασθένεια και πάλι να ξαναγυρίσει. Θα υπήρχε αυτή η συνεχής απειλή, που αυτό δεν είναι ωραίο. Με την φαρμακευτική αγωγή φεύγουν αυτά τα μαύρα σύννεφα που υπάρχουν μόνιμα, σταματάνε οι καταιγίδες. Μετανιώνω που χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν δέκα χρόνια για να το πάρω απόφαση».

aris dimokidis

Υπάρχει κάποια άλλη συνήθεια που για σένα λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά;

«Υιοθετήσαμε αδέσποτες γάτες τις οποίες συστήνουν ακόμα και σε καρκινοπαθείς ώστε να μειωθεί το άγχος και να πέφτει η πίεση και το γεγονός ότι μετακόμισα στη φύση με χαλαρές βόλτες, απόλυτη ησυχία και με μια δουλειά που μου αρέσει πολύ, είναι κάτι που είναι από μόνο του ψυχοθεραπευτικό».

Σε ένα από τα επεισόδια του podcast σου ήταν καλεσμένος ο ΛΕΞ, που μίλησε για την ψυχική υγεία και έχει αναφερθεί και σε κομμάτια του για την αγχώδη διαταραχή που βιώνει. Πόσο δύσκολο ήταν να τον πείσεις να σου μιλήσει δημόσια για ένα τέτοιο θέμα που ακόμα και σήμερα είναι για πολλούς ταμπού;

«Ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα δεν φανταζόμουν ότι θα συνέβαινε αυτό. Γιατί ξέρω ότι ο ΛΕΞ δεν μιλάει σχεδόν ποτέ. Έχει δώσει δύο συνεντεύξεις και στη μία μιλούσε για αθλητικά. Εγώ τον έψαξα όταν αποφάσισα να κάνω ένα επεισόδιο γι' αυτόν, αλλά όχι για να μου μιλήσει για τις ψυχικές διαταραχές. Του έγραψα πως ξέρω ότι δεν μιλάει, αλλά θα κάνω ένα επεισόδιο για εκείνον και το δεοντολογικό είναι να του δώσω τη δυνατότητα να συμμετέχει. Αλλά το έκανα χωρίς να έχω καμία ελπίδα».

Ο ΛΕΞ μου απάντησε ότι δεν θα δώσει ολόκληρη συνέντευξη, αλλά επειδή είχε ακούσει ένα επεισόδιο που έκανα για τη «μάχη με την αγχώδη διαταραχή -και πώς να την κερδίσεις» και κατάλαβε ότι ασχολούμαι με αυτά τα θέματα, αντιπρότεινε να κάνει κάποιες δηλώσεις για τις ψυχικές διαταραχές.

Οπότε για μένα ήταν ανέλπιστο δώρο, διότι θα ανοιγόταν για κάτι που δεν είχε ανοιχτεί ποτέ, και το οποίο πίστευα ότι αξίζει να ακούγεται, για να φύγει το στίγμα, να μην είναι πια ταμπού. Ήταν τεράστια τιμή για μένα, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Κυρίως γιατί ένιωθα ότι θα έκανε -και εγώ μαζί του σε μικρότερο βαθμό- κάτι πραγματικά χρήσιμο για πολύ κόσμο που θα το ακούσει, για πολλούς ανθρώπους που ακούν τη μουσική του και οι οποίοι μπορεί να μην τολμούσαν να σκεφτούν κάποια πράγματα. Οπότε ναι, ήταν από τις ωραιότερες στιγμές στα podcast που έχω κάνει και το χρωστάω σε αυτόν».

Θες να μας πεις μια «σκληρή αλήθεια» για εσένα δηλαδή μια ένοχη απόλαυση, ή κάτι που δεν μοιράζεσαι τόσο εύκολα;

«Με την ευκαιρία να πω ότι η "σκληρή αλήθεια" είναι τα hard data, δηλαδή τα χειροπιαστά δεδομένα. Το λέω γιατί ο τίτλος τρομάζει μερικές φορές κάποιον ο οποίος δεν παρακολουθεί τα επεισόδια και, αν δεν ξέρει τη δουλειά μου, μπορεί να θεωρήσει ότι θα είναι κάτι σκανδαλοθηρικό ή αρνητικό. Οι σκληρές αλήθειες σημαίνουν την προσπάθεια να βρίσκω μόνο τα δεδομένα και να είναι, όσο γίνεται, τεκμηριωμένα.

Οπότε μια σκληρή αλήθεια ή καλύτερα μια ένοχη απόλαυση για μένα, είναι ότι είμαι μεγάλος φαν του Ρετιρέ, της σειράς του Γιάννη Δαλιανίδη. Την έχω δει εκατοντάδες φορές και μου αρέσει επειδή είναι “κακή” σειρά».

aris dimokidis
Τα παιδικά χρόνια του Α. Δημοκίδη στη Θεσσαλονίκη.

Τα Μικροπράγματα είναι το πιο δημοφιλές podcast στην Ελλάδα. Αυτό σε κάνει να αισθάνεσαι ήρεμος ή σε γεμίζει με άγχος να ξεπερνάς κάθε φορά τον ίδιο σου τον εαυτό;

«Kαι τα δύο ισχύουν. Αισθάνομαι και χαρά, ειδικά όταν τελειώνω ένα επεισόδιο και νιώθω ότι έχει πάει όπως έπρεπε. Όταν τελείωσα το επεισόδιο του Λεξ, ή το επεισόδιο για την καθηγήτρια Λίζυ Λασηθιωτάκη και τη 17 Νοέμβρη, ένιωσα ότι πέτυχε όπως ακριβώς το ήθελα. Εκείνη τη στιγμή που το ξανακούω, αισθάνομαι ότι εδώ είναι ο πήχης στο τι θέλω εγώ να κάνω. Και μπορεί στιγμιαία να κομπλάρω λίγο γιατί την επόμενη εβδομάδα θα κάνω πάλι από την αρχή όλη αυτή την υπερπροσπάθεια για να βγει κάτι εξίσου δυνατό.

Συνήθως αυτό κρατάει μια μέρα, μετά ξεχνιέμαι γιατί μπαίνω στη διαδικασία να δουλέψω το επόμενο θέμα και μ' αρέσει τόσο πολύ η όλη διαδικασία. Δεν συγκρίνω κάποιο επεισόδιο και σχεδόν όλα των τελευταίων ετών, είναι για μένα πάνω από την βάση που θέτω, οπότε είμαι πολύ ικανοποιημένος. Δηλαδή δεν ντρέπομαι για κάποιο ότι μπορεί να ήταν βιαστικό ή πρόχειρο. Ακόμα και στη χειρότερη περίπτωση πιστεύω ότι όλα είναι λίγο πάνω από τη βάση».

Για τη δημιουργία του podcast είσαι δημοσιογράφος, μοντέρ, παραγωγός, ερευνητής και γενικά ένα επιτελείο από μόνος σου. Πόσες μέρες σου παίρνει να ψάξεις, να επεξεργαστείς και να ετοιμάσεις ένα επεισόδιο;

«Κοίταξε, είμαι αρκετά γρήγορος και με την εξάσκηση γίνομαι ακόμα γρηγορότερος. Μ' αρέσει πολύ αυτό που κάνω και, επειδή είμαι εθισμένος στην πληροφορία, έχω βρει ένα πράγμα που αξιοποιεί όλα αυτά που μου αρέσουν - την εύρεση πληροφορίας, την έρευνα, την εκφώνηση, τις συνεντεύξεις το μοντάζ, τη μουσική επιμέλεια, τη σκηνοθεσία, γράψιμο, το σενάριο. Οπότε δεν ξέρω πώς περνάει η ώρα.

Κάθε εβδομάδα κάνω ένα επεισόδιο, δεν έχω κάβα. Πριν από αυτό βέβαια, μπορεί για καιρό να μαζεύω στοιχεία, βίντεο, να κάνω επαφές και για επεισόδια επόμενων εβδομάδων. Έτσι κάπως το οργανώνω, αλλά συνήθως ο μεγαλύτερος όγκος δουλειάς βγαίνει μέσα στην εβδομάδα που θα βγει το επεισόδιο μέχρι και Σάββατο πρωί που θα ανέβει και θα πέσω για ύπνο.

Τους τελευταίους μήνες έχω ως συνεργάτιδα περιεχομένου την Ελένη Καλέση, με σκοπό να μειωθεί λίγο ο χρόνος της δουλειάς μου. Η Ελένη κάνει πολύ σημαντική δουλειά και μου έλυσε τα χέρια οργανωτικά, οπότε εγώ έχω χρόνο να εμβαθύνω πιο πολύ στα θέματα, να βρω ακόμα περισσότερους καλεσμένους, ενώ παλιότερα δεν είχα αυτή την πολυτέλεια, γιατί έπρεπε σε αυτό το διάστημα να κάνω τα πάντα μόνος, να ηχογραφήσω και να μοντάρω».

aris dimokidis
Τα παιδικά χρόνια του Α. Δημοκίδη στη Θεσσαλονίκη.

Εσύ ακούς podcast, δηλαδή υπάρχουν κάποια προσωπικά σου αγαπημένα - είτε ελληνικά είτε ξένα;

«Δεν προλαβαίνω να ακούω πολύ, αλλά όταν προλαβαίνω, θα ακούσω διάφορα podcast της Lifo, τον Γιάννη Δημητρέλλο από το Reader... Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα να έχω και μια δεύτερη ζωή, ώστε να προλαβαίνω να ακούσω όλα τα podcast, ακόμα και για λόγους ενημέρωσης για να δω τι κυκλοφορεί. Τώρα είναι ελάχιστος ο χρόνος».

Πώς σου φαίνεται που έχουν βγει τόσα πολλά podcast πλεον και μπορεί κάποιος με ένα μικρόφωνο να κάνει τη φάση του; Γενικά πως νιώθεις που τα digital media έχουν αντικαταστήσει τα παραδοσιακά;

«Νομίζω ότι έχει εκδημοκρατιστεί έτσι το πράγμα και ότι είναι καλός αυτός ο εκδημοκρατισμός, σε αντίθεση με τα blogs που κάποια στιγμή η λεγόμενη δημοσιογραφία των πολιτών είχε καταλήξει να γίνει κίτρινη δημοσιογραφία με εκβιασμούς, blog απατεώνων κλπ. Τουλάχιστον στα podcasts αυτός ο εκδημοκρατισμός δεν έχει λειτουργήσει αρνητικά μέχρι στιγμής. Δεν έχουν υπάρξει ή δεν έχουν γίνει ιδιαίτερα πετυχημένα podcasts συνωμοσιολόγων, ακροδεξιών, ανδρών τύπου Andrew Tate κλπ., αλλά ανθρώπων που έχουν μεράκι να παρουσιάσουν κάτι δικό τους χωρίς να προσπαθούν να πλουτίσουν από αυτό».

Αγαπημένες ταινίες;

«Λοιπόν, οι αγαπημένες μου ταινίες θα έλεγα ότι είναι αυτές του David Lynch. Και μου αρέσουν και πολύ ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Τελευταία μ' άρεσε το Animal και το All of us strangers».

Τι μουσική ακούς για να χαλαρώσεις;

«Αγαπημένοι μου καλλιτέχνες είναι ο Morrissey, η Madonna, οι PetShop Boys. Και ακούω επίσης αρκετούς Έλληνες indie, σύγχρονους, Nalyssa Green, Pan Pan, Someone Who Isn't Me, the Architekt, Κόρε Ύδρο και Λένα Πλάτωνος που θα είναι σύχρονη για πάντα».

Υπάρχει κάποιο ξεχασμένο παιδικό όνειρο, κάτι που έχει μείνει σαν απωθημένο;

«Έχω κάνει πολλά από αυτά που ήθελα. Και με τα podcast, τα έχω κάνει όλα μαζί. Επειδή ο ήρωάς μου ήταν ο Andy Warhol, ο οποίος έκανε πολλά διαφορετικά πράγματα -εικαστικά, δημοσιογραφία, τηλεόραση, σκηνοθεσία, ταινίες και περιοδικό- ήθελα και εγώ να κάνω όλα αυτά τα πράγματα. Ίσως ένα όνειρο το οποίο δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα, αλλά δεν ξέρω άμα το θέλω πια, ήταν να γίνω σκηνοθέτης σινεμά.

Αλλά έχω την αίσθηση ότι η ραδιοσκηνοθεσία που κάνω στα podcast, αφενός είναι πιο εύκολη και αφετέρου με γεμίζει, χωρίς να υπάρχει το άγχος του σκηνοθέτη να βρει χρηματοδότηση, συνεργάτες, να δουλέψει με ολόκληρο συνεργείο κλπ. Εγώ μπορώ κάθε εβδομάδα να σκηνοθετώ κάτι με το μίνιμουμ της διάδρασης με άλλους ανθρώπους, ενώ ως σκηνοθέτης μπορεί να περίμενα και 5-6 χρόνια για να γυριστεί μία ταινία μου, και άλλα τόσα χρόνια να βγει. Είμαι της ταχύτητας, μ' αρέσει να γίνονται τα πράγματα γρήγορα και απολαυστικά».

aris dimokidis
Ο Άρης Δημοκίδης μαζί με τη μαμά του.
Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.