Μενού

Ένα βράδυ στον Αντύπα, με τον Ακάλυπτο του 2025 και τον «Μπραντ Πιτ»

antyps
  • Α-
  • Α+

Τα Insta Stories είναι πια, το κλειδί που ξεκλειδώνει κάθε απόπειρα του μέσου μιλένιαλ για κοινωνικοποίηση. Αφού δείχνει τόσο γαμάτο στο Instagram, τότε πρέπει να το ανακαλύψουμε, πρέπει να το ζήσουμε. Προφανώς είχαμε μάθει για το μουσικό πρόγραμμα του Αντύπα στο LIDO, σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας, μέσα από τη σχετική επίσκεψη του Instagrammer Greek Visions και της πλήρους αναμετάδοσης των δρώμενων που συνέβαιναν εκεί.

Κάπως έτσι, ένα βράδυ Σαββάτου, βρεθήκαμε στο Lido Stage, σε ένα τραπέζι λίγα μέτρα μακριά από τη σκηνή, εκεί όπου θα εμφανιζόταν ο έμπειρος λαϊκός τραγουδιστής/μέγας showman της πίστας, Αντύπας. 

Στην είσοδο

Από την είσοδο κιόλας εμφανίζονται μπροστά μας παγέτες, σαν μια «στολή» για τις περισσότερες κυρίες που ετοιμάζονταν να μπουν στον χώρο του Lido Stage. Θα επιστρέψουμε σε αυτές. 

Η αντίστοιχη στολή των αντρών, ήταν κατά πλειοψηφία, δερμάτινα μπουφάν, που καλύπτουν κοντομάνικες μπλούζες τρία νούμερα μικρότερες, οι οποίες με τη σειρά δεν θέλουν επ'ουδενί να καλύψουν τα τατουάζ «μανίκι» του εκάστοτε συνοδού, που ενίοτε μοιάζει με τοιχογραφία από «ψαρωτικές» μορφές, άγκυρες, δάφνες, καλώδια, και ό,τι μπορεί να μαρτυρά έναν πολεμιστή της ζωής, ένα ράπερ χωρίς τις ρίμες, αλλά με μια ζεστή δερματίνη να καλύπτει τους ώμους του, ενώ θα ανακοινώνει στον μετρ το όνομα της κράτησης που έχει κάνει (προφανώς το δικό του).

Λίγο αφού έχουμε περάσει το τσεκάρισμα του μετρ, ακολουθεί ένας κύριος, χωρίς φαντεζί ενδυμασία, με το ζεστό, τύπου polo μπλουφάν του, ο οποίος ρωτάει τους ανθρώπους του μαγαζιού πότε βγαίνει ο Αντύπας, γιατί έχει σύστημα και θέλει να αποφύγει τα support acts και προτιμά να πιεί το ποτό του ακούγοντας την «Καταιγίδα» και το «Άραγε» και έπειτα να ζητήσει το λογαριασμό και να γυρίσει σπίτι.

Εμείς θέλουμε όλο το πακέτο της βραδιάς, το τραπέζι, τη φιάλη με το αλκοολούχο ποτό, τα support σχήματα, τους γειτονικούς θαμώνες που είναι έτοιμοι για όλα, έτοιμοι να ζήσουν μια ζωή σαν ένα παραμύθι Σταχτοπούτας αλλά με ήθη και έθιμα από 90s ΠΑΣΟΚ

Το ξεκίνημα

Στις 23:59, ενώ το προσωπικό του μαγαζιού ακόμα είτε αναγγέλει το μενού σε κάθε τραπέζι (φιάλη απλή ή φιάλη σπέσιαλ, απλά τα πράγματα), είτε έχει ξεκινήσει να σερβίρει, χαϊδεύοντας στοργικά τις φιάλες με τα αλκοολούχα ποτά και τοποθετώντας πάγο από τα hi-tech παγοκαλάθια που βρίσκονται σε κάθε τραπέζι, εμφανίζεται ένα ντούετο τραγουδιστών, άντρας-γυναίκα και ξεκινούν να τραγουδούν γνωστό ερωτικό λαϊκό τραγούδι. Ανεπηρέαστοι από το γεγονός ότι σχεδόν κανένας δεν τους προσέχει, προσπαθούν να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό. «Πότε ξεκινά ο Αντύπας;» αναρωτιέται ο θαμώνας από το διπλανό μου τραπέζι.

Αναρωτιόμαστε πόσο δύσκολο είναι να βγεις να τραγουδίσεις κάπου, όπου κανείς δεν σου δίνει σημασία. Η Καίτη Γαρμπή για παράδειγμα, ξεκίνησε ως μια από τις «Αδελφές Γαρμπή», ένα υποστηρικτικό σχήμα στον Γιάννη Φλωρινιώτη στα τέλη των 70s, η Λίτσα Γιαγκούση πριν γίνει μια λαϊκοπόπ φίρμα, χάριζε τα β' φωνητικά της στο "On The Rocks", το ποπ κέντρο των νοτίων προαστίων που είχε ως κεντρικό πρωταγωνιστή τον Πασχάλη Αρβανιτίδη. 

Το σίγουρο είναι πως οι Χριστίνα Κιτσούλη, Γιώργος Στεφάνου και Ελεάνα Ριέλε, οι τρεις τραγουδιστές που ανοίγουν το πρόγραμμα, έχουν αυτοπεποίθηση και πίστη στους εαυτούς τους, αλλά και στο ίδιο το μαγαζί, που αποτελεί θρύλο της αθηναϊκής νύχτας. Αντιγράφουμε από την περιγραφή του Lido Stage, στο outnow.gr.

«Το Lido Stage είναι ένα από τα πιο γνωστά και ιστορικά μαγαζιά στη νυχτερινή ζωή της πρωτεύουσας. Στη μουσική σκηνή του τραγούδησαν καταξιωμένοι καλλιτέχνες, όπως ο Πασχάλης Τερζής, ο Στέλιος Ρόκκος, ο Γιάννης Πλούταρχος, η Άντζελα Δημητρίου και η Πέγκυ Ζήνα. Από τότε έχει μετονομαστεί, σημειώνοντας τεράστια επιτυχία στο χώρο της νυχτερινής διασκέδασης, ενώ αυτή τη σεζόν αναμένεται να ανατρέψει τα δεδομένα. Με την επιστροφή αυτή, υπόσχεται να χαρίσει βραδιές με κέφι και τραγούδι μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες». 

Ο Πρόδρομος και η Κρυσταλλία στη σκηνή

Στα μπουζούκια της δεκαετίας του `90 τα σκηνικά είχαν κυρίως βιομηχανικές λεπτομέρειές, με έμπνευση από το «Γκάζι» του Νότη Σφακιανάκη,  το πρώτο λαϊκό κέντρο που άνοιξε τις πόρτες του στον Κεραμεικό, εκεί που λειτουργούσε εργοστάσιο παραγωγής φωταερίου ως το 1984.

Το Lido παίζει πιο έξυπνα, με μια απλή, μινιμαλιστική σκηνή και μια οθόνη που παίζει «υπνωτιστικά» ψηφιακά visuals, ενώ έχουν βγει στη σκηνή η Κρυσταλία Βαρβαρίδου και ο Πρόδρομος, οι δύo ερμηνευτές που έχουν ως αποστολή να δημιουργήσουν κέφι και ανυπομονησία και διάθεση για να πιούμε και το δεύτερο ποτό μας, λίγο πριν εμφανιστεί στη σκηνή ο Αντύπας.

Ο Πρόδρομος έχει φανερό άγχος με το που συναντάει το κοινό, αλλά η διάθεση του να ερμηνεύσει κομμάτια από γνωστούς λαϊκούς τραγουδιστές όπως ο Κωνσταντίνος Αργυρός και ο Αντώνης Ρέμος, τον επιβραβεύει με το χειροκρότημα των θαμώνων. Είναι σαν τον παίκτη των ακαδημιών που κάνει τις πρώτες του εμφανίσεις σε ομάδα πρωταθλητισμού.

Η Κρυσταλλία είναι μια διαφορετική περίπτωση. Η αυτοπεποίθηση της αστράφτει όσο και οι παγιέτες της, ο βηματισμός της στη σκηνή θυμίζει r&b performer τύπου En Vogue, ή μοντέλο που παίζει στο videoclip του "Too Funky" του Τζορτζ Μάικλ, αλλά με ρεπερτόριο βαρύ λαϊκό. «Το δικό μας το σπίτι σε άλλους νοικιάστηκε» μας αναγγέλλει με γνήσιο νταλκά και φωνή που ακροβατεί ανάμεσα στο ακατέργαστο μπάσο της Κατερίνας Στανίση και στις φαντεζί κορώνες των τηλεοπτικών τάλεντ σόου. Άλλωστε η τραγουδίστρια από τη Βέροια είναι απόφοιτος του The Voice.

Η Κρυσταλλία έχει την αυτοπεποίθηση να διεκδικήσει τη δική της νησίδα στον ωκεανό της αθηναϊκής νύχτας. Με την ίδια αυτοπεποίθηση εξέρχεται της σκηνής. Είναι καιρός για τον μεγάλο σταρ, τον γεννημένο στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης, Αντύπα Μασλουμίδη, γνωστό σε όλους μας πιο απλά, ως «Αντύπα».

«Είμαι ανεβασμένος, δεν ξέρω πια που πάω»

Η Wikipedia μας ενημερώνει πως ο Αντύπας «Είναι νυμφευμένος με την Στέλλα την οποία γνώρισε σε ηλικία 18 ετών, όταν εκείνη είχε πάει ως πελάτισσα στο νυχτερινό κέντρο όπου αυτός τραγουδούσε» και μαζί έχουν δύο παιδιά, τον Πρόδρομο και την Όλγα.

Σε μια επική εισαγωγή, όπου η ορχήστρα τζαμάρει ανελέητα μια μίξη από τις μουσικές πασίγνωστων επιτυχιών του, ενώ τα videowall έχουν αλλάξει θέμα, και παίζουν σε λούπα μια συρραφή πλάνων από videoclip του, βγαίνει ο λαϊκός τραγουδιστής, με ένα κομψό κουστούμι, ενώ το κοινό παραληρεί, όλοι χαμογελάνε, όλοι αστράφτουν μπρος στην παρουσία του, σαν να συναντήθηκαν με κάποιον επίγειο Μεσσία.

Εκείνος βγαίνει δυναμικά, τραγουδάει μέσα σε 10 λετπά,10 ρεφρέν πασίγνωστων επιτυχιών του, από το «Άραγε», το «Ένα σου σημάδι μόνο», ως το «Ώρες Ώρες», το «Είμαι Ανεβασμένος» και την «Καταιγίδα», τον χειροκροτάμε και μας χειροκροτάει πίσω, σε μια ένδειξη όσων θα ακολουθήσουν. Ο Αντύπας δείχνει να αντιλαμβάνεται τη διασκέδαση της νύχτας ως ένα δούναι και λαβείν. Επιχείρησα να τον φωτογραφήσω, τη στιγμή που τον λούζουν όλα τα τα φώτα της σκηνής. 

antypas3
O Αντύπας, στο ξεκίνημα του προγράμματος.

Μας προειδοποιεί πως ο «Αντυπάκος», ο εγγονός του, είναι στο μαγαζί, σε ένα τραπέζι μαζί με δύο κυρίες λαμπερές και απαστράπτουσες. Στρέφει την προσοχή του πάνω τους, ανοίγει τα χέρια διαρκώς, με ταπεινότητα ενός έμπειρου διασκεδαστή, ενός showman που θέλει να πει «σ' αγαπώ» σε κάθε θαμώνα, από τους σοβαρούς, που τον παρατηρούν με ύφος κριτικού θεάτρου σε πρεμιέρα του Εθνικού ως εκείνους που μεσ' την παραζάλη τους σκοντάφτουν πάνω σε πανέρια με λουλούδια και νιώθουν μια μικρή ευτυχία.

Ο Μπραντ Πιτ και ο Ακάλυπτος

Πίσω μας εμφανίζεται ένας άντρας με ράστα κόμμωση, πολύχρωμα φαρδιά ρούχα και ελαφριά απόγνωση. Έμοιαζε να τον έχουν απαγάγει από κάποιο φεστιβάλ με reggae-dub μουσικές αναζητήσεις και να τον έχουν φέρει στο Lido. Το πρόσωπο του θύμιζε τον Μπραντ Πιτ των πρώτων του τανιών, όπως το "Θέλμα και Λουίζ" και "True Romance". Φαίνεται πως ήταν κάποια παρέα φασαίων τουριστών, που είχε βαρεθεί τα μοδάτα μπαρ των εξευγενισμένων Εξαρχείων και ήθελε να ζήσει μια "local experience". Τολμηροί, με ένα ποτό στο χέρι, μοιράζονταν τον ίδιο χώρο μαζί με θαμώνες - χρονοταξιδευτές σε μια εποχή λαϊκής ευδαιμονίας που μοιάζει μακρινή και ταυτόχρονα δικη μας, κομμάτι της ψυχοσύνθεσης μας που κοιμάται βαθιά, μαζί με άλλες, γλυκές αναμνήσεις μιας αφελούς ζωής. 

Παρατηρώ το κοινό, καθώς χορεύω αμήχανα τσιφτετέλι, δίπλα στη σύντροφο μου και την παρέα μας, που είναι πανέμορφες απόψε, όπως οι περισσότερες γυναίκες στο χώρο. Οι μικρές λεπτομέρειες από ντεκολτέ αστράφτουν στο πολύχρωμο σκοτάδι της πίστας, σαν μικροί πλανήτες μιας ζωής που το ρίχνει έξω, επιτέλους. Οι gen z και οι μιλένιαλ γυναίκες είναι ντυμένες πιο απλά, σαν να βρέθηκαν εδώ μετά από ποτά στη Φάλαινα ή στη Δραχμή, μετά από κάποια αυθόρμητη, γιόλο προτροπή.

Από την άλλη, οι μεγαλύτερες μοιάζουν να υμνούν ένα σύμπαν στο οποίο κατοικούν η Σαμπρίνα, η Άντζελα Δημητρίου και η Μαρινέλλα. Η λάμψη στα πρόσωπα τους είναι πιο εκτυφλωτική κι από εκείνη της Ρούλας Κορομηλά στο «Μπράβο» της Ερμούπολής, τα φορέματα τους έχουν μόνο έντονα χρώματα, λεοπάρ λεπτομέριες, πολύ ψηλά τακούνια, σαν να αναζητούν τον Ziggy Stardust και τις Αράχνες από τον Άρη, ή σαν να βρήκαν ένα φοβερό φόρεμα από την αγαπημένη τους σελίδα στο Instagram.

Οι άντρες από την άλλη, έχουν βάλει στόχο να αποκηρύξουν τη φιγούρα του καιροσκόπου/κομπιναδόρου/φτωχοδιάβολου Ακάλυπτου, του νεοέλληνα που ενσάρκωσε τόσο έξυπνα ο Αντώνης Καφετζόπουλος, όταν στη σειρά «Οι Παντρεμένοι Έχουν Ψυχή», πήρε το μικρόφωνο και ως άλλος Αντύπας τραγούδησε «Καταιγίδα, στο μυαλό μου ξέσπασε μολίς σε είδα», μπροστά στη γυναίκα του και στις fabulous φιλενάδες της.

Αυτός ο αρχέτυπος μύστης της παπάντζας έχει δώσει απόψε τη θέση (ή απλά έχει αλλάξει ρούχα) του σε έναν θαμώνα που τηρεί με ευλάβεια το πρόγραμμα στο crossift  γυμναστήριο που πηγάινει, αλλά απόψε έχει cheat day, άρα θα πιει, θα φάει «βρώμικο» και ενδιάμεσα θα καπνίσει και πουράκλα, δίπλα στην υπέροχη γυναίκα του. «Απόψε που τα έχουμε τα τάλιρα, ρε μάγκες θα οργώσουμε τα Φάλιρα» μουρμουρίζει σαν απόηχος των παιδικών αναμνήσεων του, η Βίκη Μοσχολιού.

Ο άντρας αυτός υπάρχει σήμερα γύρω από τη σκηνή σε διάφορες εκδοχές. Σε όλες αυτές, χορεύει τσιφτετέλι σαν μαριονέτα που μόλις ξύπνησε από λήθαργο και ανακαλύπτει ξανά τα χέρια της, διστακτικά παραγγέλνει και κάποια λουλούδια και ακούει με σέβας τον Αντύπα να μας προτρέπει «ανεβαίνουμε παιδιά, όσο μπορούμε κι όσο αντέχουμε».

Την ίδια στιγμή, ένας καναπές σηκώνεται ψηλά στον αέρα, μετατοπίζεται πέριξ της σκηνής, για μη ξεκάθαρο λόγο. Ίσως κάποιοι από τους θαμώνες θέλουν να έχουν καλύτερη πρόσβαση στον καλλιτέχνη, για να τον ακουμπήσουν, να χορέψουν πλάι του, να ζητήσουν να τους ρίξει λουλούδια στο τραπέζι τους. Πανέρια με λουλούδια κυκλοφορούν γύρω μας, ως αποδεικτικό πως όντως το κέφι έχει ανάψει για τα καλά. Ανεβαίνουμε παιδιά, επιβεβαιώνω.  

(αυτό είναι ένα reel στο οποίοι εμφανίζονται οι Αντύπας, Κρυσταλλία Βαρβαρίδου, Πρόδρομος και Αντύπας ξανά). Ζητώ συγνώμη για την ποιότητα των χρωμάτων, αλλά το αλκοόλ, ο καπνός από τα τσιγάρα και η οθόνη του κινητού μου δεν συνεργάστηκαν)

Πότε θα φύγουμε;

Είναι πάρα πολύ έξυπνο το πρόγραμμα που κάνει ο Αντύπας. Ερμηνεύει μόνο ένα ρεφρέν κι ένα κουπλέ, άντε κι ένα δεύτερο ρεφρέν, από κάθε τραγούδι, και όλο το πρόγραμμα εκτυλίσσεται με καταιγιστικό (no pun intented) ρυθμό. Ποτέ δεν κάνει κοιλιά το πρόγραμμα και στο τέλος, γύρω στις 3:30, μας αναγγέλει σεμνά «πάω, γειά σας, πάω να ξεκουραστώ» (με επιφύλαξη για τις ακριβείς λέξεις που ειπώθηκαν) και ξαναβγαίνουν ο Πρόδρομος και η Κρυσταλλία, με άλλα ρούχα, πιο φαντεζί.

Μετά από μια 15λεπτη εισβολή πολλών θαμώνων στις τουαλέτες, η πρόκληση επέστρεψε: Πώς μπορεί το κέφι να κάνει restart; Επίσης που βρίσκεται ο κλώνος του Μπραντ και η παρέα του, αναρωτιέμαι. Πίσω μας βρίσκεται μόνο ο κύριος που είχε ζητήσει, ώρες πριν, να μάθει πότε βγαίνει ο Αντύπας, με κάτι που μοιάζει με τζόνι κόλα στα χέρια, μαζί με άλλους κύριους και κυρίες που είχαν τον ίδιο στόχο με εκείνον, όλοι τους όρθιοι στο μπαρ.

Χορεύουμε ξανά, για να ανταμείψουμε την τίμια προσπάθεια του Πρόδρομου και της Κρυσταλλίας να συντηρήσουν το κεφί, ενώ βγαίνουν στη σκηνή και τα ονόματα που είχαν εμφανιστεί στο πρόλογο του προγράμματος, με άλλα ρούχα. «Παραδόθηκα σε 'σένα, δεν με νοιάζει για κανέναν» τραγουδάει η κοπέλα που έχει περιγράψει με θαυμασμό «αυτό το κορίτσι, 2 μέτρα, δύο και πέντε μη σου πω» και τα κορίτσια με τα αγόρια κάθε ηλικίας χορεύουν ζαλισμένα, έτοιμα να καταλάβουν το stage, που έχει γεμίσει με πανέρια λουλουδιών.

antypas
Tη στιγμή που παίζει το «Για τα Λεφτά τα Κάνεις Όλα» προφανώς

Το ταξίδι μας στο χρόνο έχει φτάσει στο 1994 και μάλλον «είμαι στα χάϊ μου» αλλά δεν ξέρω κιόλας αν μιλάω εγώ, ο 40χρονος Γιάννης, ή η φωνή της 90s παιδικής μου ηλικίας από κάποια τηλεόραση 21 ιντσών που ως εκ θαύματος δεν κάνει χιόνια στην εικόνα και το όνειρο του γρήγορου και άκοπου πλουτισμού εκπέμπει πεντακάθαρα. Τώρα θα φύγουμε όμως. Θα γυρίσουμε στο κυνικό Σήμερα, σε μια πόλη που προσπαθεί να ζήσει μακριά από τα ινσταγκραμικά φίλτρα του τουριστικού εξευγενισμού και και να βρει τον βηματισμό της μετά από την ματαίωση κοινωνικών φαντασεώσεων σε χρώμα πράσινο και λευκό. «Είμαι ανεβασμένος εγώ;».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.