Μενού

Για τον Δημήτρη Μπιρμπίλη η «Οδύσσεια» του Νόλαν ήταν απλά ένα service

dimitris birbilis
Δημήτρης Μπιρμπίλης - 2026
  • Α-
  • Α+

Θα αφηγηθούμε την ιστορία του Δημήτρη Μπιρμπίλη ξεκινώντας από μια αφετηρία λίγο διαφορετική από τις άλλες.Το "No Budget Story" είναι μια ταινία που δημιούργησε ο Ρένος Χαραλαμπίδης, πριν ακριβώς 30 χρόνια, μια «χειροποίητη» ταινία, με επιρροές από το σινεμά του Κασσαβέτη, αλλά κυρίως με πολλή, αγνή αγάπη για το σινεμά, ως μέσο για την αφήγηση ιστοριών με τις οποίες μπορεί να ταυτιστεί ο καθένα, μακριά από τους διχασμούς και την μιζέρα των «δεινοσαύρων» του ελληνικού σινεμά εκείνης της εποχής.

Στην ταινία εργάστηκαν ηθοποιοί όπως οι Γιάννης Μποσταντζόγλου, Γιώργος Βουλτζάτης, Δήμητρα Παπαδήμα,Βάνα Πεφάνη, Κώστας Ξυκομηνός, έπαιξε και ο ίδιος ο Ρένος (επίσης σκηνοθετούσε, είχε γράψει το σενάριο και ήταν συμπαραγωγός, μαζί με το Νίκο Βεργέτη), ενώ οι Δημήτρης Κορδελλάς (διευθυντής φωτογραφίας) - Δημήτρης Μπιρμπίλης (βοηθός σκηνοθέτη) βοήθησαν τον ανερχόμενο - τότε- δημιουργό να κάνει πράξη κινηματογραφική, το όραμα του.

Αρκετοί από τους μικρούς ήρωες του "No Budget" συνέχισαν το ταξίδι τους στο σινεμά, ανάμεσα τους και ο Μπιρμπίλης. Εργάστηκε στο «Ύστερα Ήρθαν οι Μέλισσες», μια φιλόδοξη μεταφορά μυθιστορήματος στην τηλεόραση με πρωταγωνιστές την Μαρινέλλα και την ανερχόμενη τότε, Ιωάννα Παππά (1999), στο «Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλλι», στον «Βασιλιά» του Νίκου Γραμματικού και στη συνέχεια, συνέβη κάτι εντυπωσιακό. 

Και ύστέρα ήρθε το Χόλιγουντ

birbilis
Ο Δημήτρης Μπιρμπίλης σε παρουσίαση ταινιάς (2015) | AP Images

Ο Μπιρμπίλης από τη δεκαετία του 2000 και έπειτα, μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο Λος Άντζελες (όπου ζει μόνιμα) και στην Αθήνα, εργαζόμενος ως παραγωγός, βοηθός παραγωγής και ειδικός συνεργάτης παραγωγής σε ταινίες όπως το "Before Sunrise" (εκεί γνώρισε και τη νυν σύντροφο του, την ηθοποιό Ζιλί Ντελπί), το "Mama Mia" με την Μέριλ Στριπ και τον Πιρς Μπρόσναν, το "The Lost Daughter" με την Ολίβια Κόλμαν και πρόσφατα, την «Οδύσσεια» του Κρις Νόλαν. 

Εμείς βρήκαμε τον Δημήτρη, σε μια ηλιόλουστη ημέρα στο Λος Άντζελες, όταν οι ειδήσεις για την εισβολή των ΗΠΑ και του Ισράηλ στο Ιράν δεν είχαν κάνει ακόμα την εμφάνιση τους. Η συζήτηση μας είχε πολύ και καλό σινεμά, καμια αναφορά σε πολέμους. Ουτοπικό δεν ακούγεται σήμερα;

dimitris birbilis
Ο Δημήτρης Μπιρμπίλης και η Ζιλί Ντελπί | Περιοδικό Variety - 2026

Πού σε πετυχαίνουμε Δημήτρη; Εργάζεσαι ακόμα για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν;

«Καλησπέρα Γιάννη! Όχι, έχω τελειώσει εδώ και καιρό. Έχω ολοκληρώσει τη συνεργασία μου»

Πώς είναι να δουλεύεις σε μια τόσο μεγάλη παραγωγή;

«Κοίτα, αυτές οι δουλειές δεν είναι ακριβώς κινηματογράφος για εμάς, είναι ένα service»

Δηλαδή;

«Service (γελάει), έρχεται ο πελάτης, ανοίγουμε το μαγαζί και τον εξυπηρετούμε. Δηλαδή, αυτοί κάνουν το σινεμά τους και εμείς τους βοηθούμε να κάνουν το σινεμά τους, αυτή ήταν ουσιαστικά η συμβολή μου. Είμαστε σίγουρα κομμάτι του προτζεκτ, εκ φύσεως, είμαστε μέσα σε αυτό που γίνεται, αλλά η δουλειά μας είναι λίγο διαφορετική από το να κάνουμε μια ολοκληρωμένη ταινία. Είναι περισσότερο βοηθητική, παρά δημιουργική».

Ας γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Δεκαετία του `90, γνωρίζεις τον Ρένο Χαραλαμπίδη και μπαίνεις στο σινεμά. Τι ακριβώς συμβαίνει τότε;

(«Με Δεμένα Μάτια» - ταινία μικρού μήκους με πρωταγωνιστή τον Ρένο Χαραλαμπίδη. Συνεργάζεται ο Δημήτρης Μπιρμπίλης)

«Ναι, τον Ρένο τον γνώρισα το καλοκαίρι του 1996. Είχα μόλις τελειώσει τη σχολή Σταυράκου και είχα κάνει και το στρατιωτικό μου. Δούλευα σε πιο τεχνικές δουλειές, βοηθός οπερατέρ, ηλεκτρολόγος. Δίπλα στο σπίτι μου ήταν μια αποθήκη που νοίκιαζε φώτα και ηλεκτρικά, του Στέφανου Αλεξάνδρου. Ήταν σαν στέκι εκεί.

Μια μέρα είχε έρθει και ο Ρένος, είχε αφήσει ένα σενάριο και είχε πει ότι θέλει να κάνει μια ταινία, θέλω να με βοηθήσεις. Τότε γνώρισα τον Ρένο, κουμπώσαμε σαν συνεργατες, σαν άνθρωποι με κοινή αγάπη για το σινεμά.Ήταν μια μικρή ταινία, σε μια εποχή που υπήρχαν πολύ μεγάλα μεγέθη κινηματογραφικών δημιουργών, μια ταινία που όμως κατάφερε να βρει το κοινό της και να αγαπηθεί πολύ»

birbilis
Από τα γυρίσματα του "No Budget Story". Ο Δημήτρης Μπιρμπίλης κρατάει την κλακέτα. | προσωπικό αρχείο Ρένου Χαραλαμπίδη.

«Εμείς κάναμε αυτό που κάναμε γιατί δεν γινόταν αλλιώς, αυτό ξέραμε, αυτό αγαπούσαμε πολύ και αυτό καταλήξαμε να κάνουμε. Πάντα υπάρχουν στο σινεμά μικρές ομάδες που ξεκινάνε να κάνουν κάτι, τα μέσα είναι που αλλάζουν. Εμείς την κάναμε τότε αυτή την ταινία με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Αν βρισκόμασταν σήμερα, πάλι το ίδιο θα κάναμε, σινεμά. Ίσως με λίγο διαφορετικό τρόπο. Τότε δεν ξέραμε άλλο τρόπο, τώρα ευτυχώς ξέρουμε (γελάει)»/

Συνέχισες με την ίδια «άγνοια κινδύνου», αν μου επιτρέπεις την έκφραση, να κάνεις σινεμά;

«Κοίτα, σαν επαγγελματίες καταθέτουμε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της προσωπικότητας μας, μπορεί και το μεγαλύτερο, 80% προσωπικότητα, 20% σκίλς, το ίδιο έγινε και τότε και νομίζω πως όλος ο κόσμος κάπως έτσι πορεύεται, ειδικά στην Ελλάδα, αλλ'ά και σε κάθε χώρα που δεν ευδοκιμεί ακριβώς η οπτικοακουστική βιομηχανία». 

Συνεργάστηκες και με τον Νίκο Γραμματικό στον «Βασιλιά» και σε άλλες ταινίες. Αγαπημένες σου ελληνικές ταινίες;

«Μου βάζεις λίγο δύσκολα! Δεν έχω βρει το χρόνο να παρακολουθήσω νέες ταινίες, δυσυχώς.  Μιας που ανέφερες τον Νίκο Γραμματικό, θα εστιάσω στο ότι για μένα είναι ένας πολύ σπουδαίος δημιουργός και σε προσωπικό επίπεδο, φίλος και συνεργάτης και όχι μόνο και σίγουρα μας λείπει, που δεν είχε την ευκαιρία να κάνει κάποιες νέες δουλειές τα τελευταία χρόνια». 

Πώς βρέθηκες στο Χόλιγουντ;

«Κοίτα Γιάννη, έμενε με έφερε η ζωή εδώ (γελάει) σε αυτό το μέρος που ας το πούμε Λος Άντζελες, όχι απαράιτητα Χόλιγουντ (γελάει) όχι η δουλειά. Γιατί απλώς γνώρισα τη γυναίκα μου που ζούσε εδώ και μετά από ένα χρονικό διάστημα αποφάσισαμε να έρθουμε εδώ, ή έστω να φτιάξουμε τη βάση μας εδώ και όποτε μπορούμε να επισκεπτόμαστε την Ελλάδα. Δεν ήταν επαγγελματικά τα κριτήρια που με έφεραν εδώ, ήταν η ίδια η ζωή».

Πόσο δύσκολο και χαοτικό είναι να δουλεύεις στο αμερικάνικο σινεμά;

«Είναι μεγάλο, όπως και ο κόσμος είναι μεγάλος. Εδώ ευδοκιμούν όλοι οι καλλιτέχνες, από τους πιο μικρούς ώς τους πιο μεγάλους, το οικοσύστημα της κινηματογραφίας στην Aμερική είναι πολύ μεγάλο και πολύχρωμο. Αυτό συμβαίνει σε κάθε βιομηχανία στην Αμερική, γιατί είναι μια μεγάλη καπιταλιστική κοινωνία, όπου αν θέλεις να κάνεις αυτό που λένε "μπιζνες", θα βρεις τοn δρόμο για να να μπεις στο εκάστοτε οικοσύστημα.

Εδώ μπορείς να κάνεις ότι σηκώνει η τσέπη σου, πχ, αν θέλεις να φας, μπορείς να φας δύο τάκος με 10 δολάρια και να χορτάσεις. Αν έχεις πολλά λεφτά, μπορεις να φας και με 500 δολάρια και να χορτάσεις. Το ίδιο ισχύει και με το σινεμά, υπάρχουν οι ανεξάρτητοι κινηματογραφιστές και αυτοί που δουλεύουν στα μεγάλα στούντιο. Έχει «χωριστεί» το Λος Άντζελες, στο δυτικό υπάρχει η "βαριά βιομηχανία" και οι μεγάλοι παίκτες και στο ανατολικό, πιο κοντά στη Νέα Υόρκη, υπάρχουν οι νέοι δημιουργοί». 

Πού νιώθεις πιο άνετα;

«Έχω μεγαλώσει σε μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, έχω γαλουχηθεί ως ένας λαϊκός άνθρωπος, έχω μάθει να ζώ με τα λίγα. Εκ φύσεως, είμαι πιο κοντά σε οτιδήποτε ανεξάρτητο, το οποιο σου δίνει μια μεγαλύτερη αίσθηση δημιουργικής ελευθερίας και πιο διευρυμένης δυνατότητας για συνεργασίας. Από εκεί και πέρα, τα χρήματα έρχονται από ψηλά, ένα μεγάλο μέρος από τα χρήματα, που είναι το καύσιμο»για να κάνουμε σωστά τη δουλειά μας, πάνε στο εμπορικό σινεμά. Με ένα τρόπο όμως, πρέπει να υπάρχουν και οι μικρότεροι. Ελπίζω να καταφέρουν εδώ να διατηρήσουν μια ισορροπία ανάμεσα στους μεγάλους και τους μικρούς παίκτες του σινεμά». 

Η εποχή του Ντόναλντ Τραμπ

«Καταρχάς, η ρητορική έχει διχάσει τον κόσμο όλο, όχι μόνο την αμερικάνικη κοινωνία. Ανάμεσα στους καλλιτέχνες όμως υπάρχει ένας διχασμός: υπάρχουν εκείνοι που παίρνουν θέση, που λένε σκληρά λόγια γι' αυτό που συμβαίνει με τον Τραμπ, υπάρχουν όμως κι εκείνοι που διστάζουν, που το βλέπουν συμφεροντολογικά, ή που λένε είμαι καλλιτέχνης εγώ, δεν θα μιλήσω πολιτικά. Ξέρεις, είναι στον άνθρωπο, κάποιοι έχουν ανάγκη να μιλήσουν πολιτικά, κάποιοι άλλοι βλέπουν ότι τους βολεύει να μη μιλήσουν. Μπορεί και να μην έχουν κάτι να πουν».

Σε πιο πρακτικό επίπεδο, ο Τραμπ έχει εκδηλώσει την επιθυμία να κρατήσει τη βιομηχανία εντός των συνόρων, σε οτιδήποτε γίνεται εκτός, να μπαίνουν ταρίφες, δασμοί. Αυτό μέχρι στιγμής είναι σε επίπεδο επικοινωνιακό, νομίζουν κάποιοι ότι τρολάρει ο Τραμπ όταν τα λέει αυτά. Όμως κάπως έτσι ξεκινάνε αυτά τα πράγματα. Ανοίγει η όρεξη με κάποιες τέτοιες κουβέντες, πατάνε οι άνθρωποι σε αυτές και βάζουν μπρος κάποιες πρωτοβουλιές, οι οποίες επηρεάζουν άμεσα τον τρόπο που γίνονται οι δουλειές. Ειδικά επηρεάζουν την χώρα μας, Γιάννη.

Η χώρα μας δυστυχώς, δεν παράγει πολλά πράγματα πλέον, η οικονομία βασίζεται αρκετά σε υπηρεσίες. Αν σταματήσουν λοιπόν να έρχονται χρήματα απ' έξω, θα παγώσουν και οι δουλειές, θα μειωθούν τα χρήματα για να γίνονται ταινίες. Αυτή τη στιγμή η χώρα μας έχει ένα πολύ ελκυστικό πρόγραμμα προσέλκυσης ξένων επενδυτών για την πραγματοποίηση ταινιών, αλλά αυτό προϋποθέτει μια συμβατότητα με τις πολιτικές των κρατών από τις οποίες έρχονται τα χρήματα.

Δηλαδή, αν κάποια στιγμή πει η Αμερική ότι εγώ κρατάω τα λεφτά μέσα στη χώρα μου και τα δίνω μόνο σε Αμερικάνους πολίτες για να κάνουν σινεμά, τότε τι θα κάνουμε; Θα ήταν ίσως πιο λογικό να σκεφτόμαστε τι μπορούμε να κάνουμε στην Ελλάδα με τις δικές μας δυνάμεις. Τι μπορούμε να κάνουμε;».

Μια ταινία απ' όσες έχεις κάνει που ήταν η πιο δύσκολη στο να γυριστεί;

«Η κάθε ταινία έχει το δικό της κόσμο. Όταν δούλεψα στο Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλλι, στην Κεφαλονιά, που ήταν και η πρώτη διεθνής παραγωγή στην οποία έλαβα μέρος, ήμουν πολύ νέος, είχα όλες τις κεραίες μου ανοικτές, ήμουν έτοιμος να πάρω όσο το δυνατόν περισσότερες εμπειρίες από αυτό που θα ζούσα. Πέρασα 60-70 μέρες γυρισμάτων, σε μια ταινία πολεμική, άρα και πάρα πολύ δύσκολη, συχνά χαοτική στο να γυριστεί. Μπορεί να έχουν περάσει σχεδόν 25 χρόνια, αλλά τις μυρωδιές και τις εικόνες εκείνου του τόπου, τις κουβαλάω ακόμα, έζησα κάθετι πολύ έντονα. Προπάντων, ήταν μια θετική εμπειρία κινηματογραφικής εργασίας, όχι μια αρνητική μνήμη»

Επιστρέφω στην αρχή της κουβέντας μας. Τι θυμάσαι πιο έντονα από το Νο Budget Story;

«Θυμάμαι εκείνη την αίσθηση εκείνου του καλοκαιριού, τη συνεργασία με το Ρένο, την μοναδική που καταφέραμε να κάνουμε. Δουλέψαμε πολύ, δουλέψαμε σκληρά και ο Ρένος, όχι μόνο σκηνοθετούσε, αλλά έπαιζε, έκανε παραγωγή, είχε γράψει το σενάριο. Είχε πέσει το βάρος του να βγει σωστά όλο αυτό το πράγμα, σε μένα, σε έναν άλλο Δημήτρη, τον Κορδελλά, που έκανε φωτογραφία και φυσικά στο Ρένο. Εμείς είχαμε αναλάβει το shot list, το coverage όλων των σκηνών, να μην περάσει η κάθε με΄ρα χωρίς να γίνουν αυτά που έχουμε πει. Θα πω λοιπόν ότι δεν ήταν απλά μια εμπειρία που κάναμε μια ταινία με λίγα μέσα, ήταν μια όμορφη, δημιουργική εμπειρία. Η χαρά της συμμετοχής σε αυτόν τον μικρόκοσμο, ήταν μοναδική».

Κλείνοντας, θα πω ότι ο θαυμασμός μου για άτομα σαν τον Δημήτρη Μπιρμπίλη αυξήθηκε εκ νέου μετά από αυτή τη συζήτηση. Είναι ένας άνθρωπος που έχει εργαστεί πυρετωδώς για το καλό αγγλόφωνο και ελληνόφωνο σινεμά, που έχει γνωρίσει την αμερικάνικη κυρίως, αλλά και την βρετανική βιομηχανία κινηματογράφου «από μέσα» και αντιμετωπίζει αυτό το γεγονός με μια εντυπωσιακά «χαμηλόφωνη» σεμνότητα. Είναι μια σειρά από σκαλοπάτια, μια διαδρομή, ώστε να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπάει πολύ, να λέει ιστορίες». 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.