Μεγάλωσα με τους Oasis, όπως και αρκετά από τα παιδιά της γενιάς μου, αυτοί που σήμερα αποκαλούνται μιλένιαλς. Βέβαια, η επιστροφή των Oasis σε συναυλίες δεν είναι απλώς ένα γεγονός νοσταλγίας για ένα ηλικακό γκρουπ από 32 μέχρι 45 ετών, αλλά ένα μεγάλο πάρτι, μια αποθέωση του βρετανικού χιούμορ, του στυλ (αυτό με τα Adidas και τα χακί μπουφάν και πολλά πολλά άλλα), του κυνισμού, της απάθειας, των ιστοριών καθημερινής τρέλας, όπως τις δημιούργησαν πρώτοι οι Beatles και τις πήρε η γενιά της brit pop και τις εκτόξευσε σε ένα κόσμο που άλλαζε διαρκώς, που φοβόταν το άγνωστο του 2000, που ευχόταν να ζήσει για πάντα.
Όταν έμαθα ότι ο Αλέξανδρος, μόνιμος κάτοικος Λονδίνου, κατάφερε και βρήκε εισιτήριο για τη δεύτερη συναυλία των Oasis στο Κάρντιφ, του ζήτησα να μοιραστεί λίγες εντυπώσεις με το Reader.gr.
Ακολουθούν τα λόγια του.

«Πέρασαν 16 χρόνια από αυτή τη σκηνή: ένας μικροσκοπικός Άγγλος ονόματι Noel καθόταν μόνος στο πίσω μέρος του αμαξιού που τον περίμενε με τη μηχανή αναμμένη. Είχε προηγηθεί ένας (ακόμα) άγριος καβγάς με τον αδερφό του λίγο πριν ξεκινήσει η επικείμενη συναυλία τους ως headliners στο Parc de Seine, στο Παρίσι. «Τι κάνουμε;» τον ρώτησε ο οδηγός και, αφού το σκέφτηκε για λίγο, τελικά απάντησε: «Φεύγουμε».
Το αυτοκίνητο ξεκίνησε, αφήνοντας πίσω εμβρόντητο το κοινό που περίμενε — και μαζί μ’ αυτό και μια ολόκληρη εποχή. Οι Oasis, το πιο εμβληματικό και πιο αμφιλεγόμενο βρετανικό συγκρότημα των ’90s, ήταν και τυπικά παρελθόν.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, οι δύο Gallagher επικοινωνούσαν μεταξύ τους μόνο μέσω συνεντεύξεων γεμάτων σπόντες, προκλήσεις και προσβολές. Φήμες για πιθανή επανένωση υπήρχαν, αλλά όλες διαψεύδονταν γρήγορα, περισσότερο «μιλούσαν» οι ευσεβείς πόθοι των οπαδών τους. Μέχρι τον προηγούμενο Αύγουστο, που στον λογαριασμό του συγκροτήματος στο Χ εμφανίστηκαν τρεις γραμμές, αρκετές να προκαλέσουν φρενίτιδα εντός του Νησιού:
The guns have fallen silent. The stars have aligned. The great wait is over.
Οι κάννες σίγησαν λοιπόν, αλλά… γιατί τώρα; Ας μη γελιόμαστε, το πρόσφατο και εξαιρετικά δαπανηρό διαζύγιο του Noel έπαιξε καταλυτικό ρόλο. Αλλά η σωστή ερώτηση είναι άλλη: Γιατί να τους περιμένει μια ολόκληρη χώρα με τόση ανυπομονησία μετά από 16 χρόνια; Γιατί σχεδόν 10 εκατομμύρια φανς να γονατίσουν το Ticketmaster το προηγούμενο καλοκαίρι προκειμένου να είναι παρόντες σ’ αυτή τη στιγμή;
Την απάντηση την ήξερα, αλλά μου επιβεβαιώνεται 10 μήνες μετά, στο δεύτερο live της περιοδείας. Στις 5 του Ιούλη, στην πρωτεύουσα της Ουαλίας, το Κάρντιφ.
Από πολύ νωρίς το πρωί, έχει φανεί τι πρόκειται να ακολουθήσει: όλοι οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους κάθε ηλικίας που φοράνε μπλούζες με το χαρακτηριστικό logo της μπάντας, ενώ πολλοί περπατούσαν σαν κλώνοι του Liam με χακί jackets, κι ας έχουμε μπει στο καλοκαίρι για τα καλά. Οι pubs έπαιζαν αποκλειστικά τραγούδια του συγκροτήματος. Στις ταμπέλες των μαγαζιών υπήρχαν λογοπαίγνια με στίχους των κλασικών τους hits. Εκείνη τη μέρα στο Κάρντιφ δεν υπήρχε χώρος για τίποτε άλλο. Η ατμόσφαιρα δε θυμίζει τόσο συναυλία, όσο pregame ποδοσφαιρικού τελικού.

Και φτάσαμε στη συναυλία:
Στις 5 το απόγευμα οι πόρτες ανοίγουν και το στεγασμένο Principality Stadium αρχίζει να γεμίζει. Λίγο αργότερα, στις 6 ακριβώς, βγαίνουν στη σκηνή οι Cast δίνοντας την πρώτη ένεση britpop στο κοινό, και έπειτα ο Richard Ashcroft, ανέγγιχτος απ’ τον χρόνο, δίνει το ιδανικό lead στην - όπως την προαναγγέλλει - «καλύτερη ροκ μπάντα στον κόσμο».
Η ώρα είναι λίγο μετά τις 8. Στις γιγαντοοθόνες αρχίζουν να παίζουν βίντεο με εικόνες από το παρελθόν όσο στα μεγάφωνα ηχεί η studio version του “F*cking in the bushes”. Λίγο μετά, το πλήθος εντοπίζει τα δύο αδέρφια να περπατάνε αργά προς τη σκηνή και να σηκώνουν τα χέρια — μαζί. Το στάδιο πέφτει. 16 χρόνια αναμονής έλαβαν τέλος.
Ο Liam υποκλίνεται στον Noel κι αυτός ανταποδίδει (μάλλον αμήχανα) πριν πάρει την κιθάρα του. Ο στίχος «It’s good to be back» από το εισαγωγικό “Hello” μπορεί να γράφτηκε το 1994 αλλά τώρα ακούγεται πιο επίκαιρος από ποτέ. Ακολουθεί το “Acquiesce”, το b-side που συνήθιζε να ανοίγει τις συναυλίες τους — ο στίχος εδώ επίσης συμβολικός: “because we need each other, we believe in one another”. Και πράγματι, όπως έχουν παραδεχτεί αμφότεροι ακόμα και τα χρόνια της «αλληλοσφαγής» τους, κανείς δε θα μπορούσε να τα καταφέρει χωρίς τον άλλον.
Αυτό επιβεβαιώνεται σιγά-σιγά και πάνω στη σκηνή. Αν υπήρχαν δεύτερες σκέψεις ότι η εμφάνισή τους θα είχε «σκουριές» και θα έπρεπε το κοινό να συμπληρώσει τα «κενά» με τις αναμνήσεις του, διαλύονται γρήγορα. Το performance του Liam αγγίζει τα ύψη των live στο Maine Road το μακρινό 1996. Το setlist, που ήταν λίγο πολύ γνωστό από την προηγούμενη μέρα, δε «λαθεύει» πουθενά. Παίζουν σχεδόν όλο το υλικό από τα δύο πρώτα άλμπουμ — όλα τα τραγούδια που φώτισαν τη διαδρομή τους από το Boardwalk στο Μάντσεστερ ως την κορυφή του κόσμου (και πριν την αναπόφευκτη πτώση τους στα ’00s) είναι εδώ.
Τα δύο μεγάλα singles του “Be Here Now” είναι εδώ. Τα καλύτερα τραγούδια από το “Masterplan” είναι εδώ. Οι ύμνοι διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Οι μπύρες το ίδιο. Τα δάκρυα το ίδιο. Από τους Βρετανούς που πήραν απ’ το χέρι τους νεότερους εαυτούς τους και τους πήγαν βόλτα σ’ αυτό που είχαν πειστεί ότι δε θα (ξανα)ζήσουν ποτέ. Ανάμεσα σ’ αυτούς, κι ένας Έλληνας.
«Έχουμε κάποιους εδώ που βλέπουν τους Oasis για πρώτη φορά», είπε ο Noel πλησιάζοντας στο τέλος. «Ήρθε η ώρα να δείτε τι συμβαίνει όταν παίζει live αυτό το τραγούδι». Δεν νομίζω ότι υπήρχε έστω και ένας στο κτίριο που να μη μπορούσε να μαντέψει ποιο κομμάτι θα ακολουθήσει. Ακούγονται οι πρώτες νότες του “Don’t Look Back in Anger”. Ο Noel τραγουδάει αλλά μάταια, μιας και τον σκεπάζουν 70.000 φωνές. Ακόμα κι απ’ αυτούς που μέχρι πριν λίγα λεπτά ήταν χωμένοι στο κινητό τους.
«Σας ευχαριστούμε που μείνατε μαζί μας όλα αυτά τα χρόνια. Είμαστε δύσκολοι, το ξέρουμε…» παραδέχεται ο Liam πριν αγκαλιάσει τον αδερφό του και χαιρετήσει τον κόσμο για τελευταία φορά. Ο Noel αφήνει την κιθάρα του κάτω και χάνεται στο βάθος. Μια γιγαντιαία SUV τον περιμένει ήδη στην άκρη της σκηνής με αναμμένη τη μηχανή. Ο μικροσκοπικός Άγγλος κάθεται στο πίσω μέρος της και το πώς νιώθει το ξέρει μόνο ο ίδιος — η κάμερα πάντως τον εντόπισε να συγκινείται στο “Half the World Away”. Η εποχή που άφησε πίσω πριν από 16 χρόνια στο Παρίσι, γύρισε πίσω και του έκλεισε το μάτι μέσα απ’ τα στόματα αυτών που δόνησαν τους τοίχους του Principality το περασμένο Σαββατοκύριακο.
Και του θύμισε πως, στο μυαλό και στην καρδιά τους, έχει σκοπό να μείνει εδώ. Για πάντα.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.