Μενού

«Κράτα μου το χέρι, δεν σταματούν όταν είσαι με παιδί»: Ιστορίες των πρώτων Αλβανών που ήρθαν στην Ελλάδα

Παιδιά μεταναστών από την Αλβανία
Παιδιά μεταναστών από την Αλβανία | Eurokinissi
  • Α-
  • Α+

«Κράτα μου το χέρι, έχω ακούσει ότι δεν σταματούν όταν είσαι μαζί με παιδί». Μέσα στη «φωλιά του λύκου» στη μητροπολιτική ζούγκλα της Αθήνας υπήρχε ένα δικηγορικό γραφείο με το προσωπικό να είναι μικτό. Η διεύθυνση ήταν ελληνική, οι συνεργάτες αλβανικής καταγωγής και περισσότερο απαραίτητοι, για να φέρουν σε πέρας τα καθημερινά αιτήματα των δεκάδων ανθρώπων που στήνονταν στις ουρές για έκδοση ή ανανέωση της άδειας παραμονής τους στην Ελλάδα.

Στη θέση του δικηγορικού γραφείου, ένα από τα λεγόμενα «μανιτάρια» που εμφανίζονται για τα χαρτιά, κατά την αργκό της Αστυνομίας, βρίσκεται πλέον ένα φαρμακείο. Από τότε, εξάλλου, έχουν περάσει 20 χρόνια, η «φωλιά του λύκου» παραμένει αγέρωχη· η ΓΑΔΑ η οποία ήταν τότε γειτονάκι της πιο κρίσιμης, για εκατοντάδες ανθρώπους και τις οικογένειές τους, υπηρεσίας θύμιζε σε αρκετούς –με τον πιο τραυματικό τρόπο– την κατάσταση μέσα στη δεκαετία του 1990.

Ένα συνεχές κυνηγητό, που ξεκινούσε από το πραγματικό κέντρο της Αθήνας και των ανθρώπων της, την Ομόνοια και έφτανε μέχρι τα βορειοανατολικά προάστια της πρωτεύουσας, στις γκαρσονιέρες του Χολαργού. Η ΓΑΔΑ και το επιβλητικό κτίριο στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν το τελευταίο εμπόδιο για αρκετούς στην προσπάθειά τους να βγάλουν χαρτιά. Άλλοι κι άλλες μόνοι/ες τους, άλλοι με ένα παιδί να τούς κρατάει το χέρι, κατά το «ράδιο αρβύλα» ότι είχαν κάποιου είδους αυξημένου ασύλου, πήγαιναν μαζικά στο δικηγορικό γραφείο για να χτίσουν στη νέα τους χώρα.

Κάποιοι και κάποιες κατάφεραν να πάρουν «πράσινη κάρτα» κι άλλους τούς στοίβαξαν στις κλούβες της Αστυνομίας, γυρνώντας τους στη χώρα που αρκετοί πολίτες είχαν εισβάλλει στα στρατόπεδα και είχαν ταμπουρωθεί στα σπίτια τους. Έξω παραμόνευε ένας συγχωριανός κρατώντας καλάσνικοφ

Έχουν περάσει τρεις δεκαετίες και οι πρώτης γενιάς μετανάστες από την Αλβανία, μετά το αρχικό ταξίδι αβεβαιότητας και επιβίωσης μέσα από την Πίνδο χωρίς να ξέρουν τη χώρα, τον ρατσισμό – αποκλεισμό από δουλειές γιατί δεν ήξεραν τη γλώσσα και την οικονομική κρίση του 2012 που ως μονάδες δεν αποτυπώθηκαν στους δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ, έχουν αγοράσει σπίτια στην Ελλάδα, συνεχίζουν να δουλεύουν –και– για να δείξουν ότι «μετρούν» στην κοινωνία.

Μετανάστες στην Αλβανία
Μετανάστες στην Αλβανία | Eurokinissi

Η ανταμοιβή τους είναι ένα «πατ, πατ» στην πλάτη, αφού όπως λένε στο Reader τα δεκαετή προγράμματα καταργήθηκαν, πράγμα που τους αναγκάζει κάθε τρία χρόνια να πληρώνουν 150 ευρώ, για να ανανεώσουν τα χαρτιά τους και να παρατείνουν την παραμονή τους στη χώρα. Αλλιώς, όλα εκείνα τα δεκάωρα ταξίδια με δύο παιδιά, το κυνηγητό ανάμεσα σε αυτοκίνητα στην Ομόνοια και το να βλέπουν κρανία κι αρκούδες στην Πίνδο, στην κυριολεξία, θα πάνε στράφι με έναν τυπικό έλεγχο της Αστυνομίας.

Το δεκάωρο ταξίδι και ο φίλος των ανθρώπων, το βουνό

Ο Α. είναι 45χρονών και παρά το μικρό της ηλικίας του, ήταν από τους πρώτους στην οικογένειά του που έφυγαν για την Ελλάδα στα 16 του. Είχε δει ένα από τα αδέλφια του να επιπλέει, με σωσίβιο θαλάσσης, στην Αδριατική και στη θάλασσα της Μάγχης για να φτιάξει μία καλύτερη ζωή στην Ιταλία και στην Αγγλία. Στην πρώτη χώρα έγινε pushback από το Λιμενικό, στη δεύτερη ο τρόπος ζωής δεν συμβάδιζε με τα όσα προσδοκούσε.

«Ανέβηκα με άλλους την Πίνδο και γύρω - γύρω, σε ένα ταξίδι τριών ημερών, χωρίς να σταματήσουμε φτάσαμε στην Καλαμπάκα, όπου από εκεί πήραμε το τρένο για να κατέβουμε Αθήνα. Πάνω στο βουνό μπορούσες να δεις τα πάντα. Από κρανία ανθρώπων, που προσπάθησαν πριν από εμάς αλλά δεν άντεξαν στο κρύο, από αρκούδες τις οποίες κάποιοι χωρίς να καταλαβαίνουν τον κίνδυνο, τσιγκλούσαν και από γκρεμούς, όπου με ένα λάθος βήμα θα γινόσουν ακόμη ένας σκελετός στην πλαγιά» εξομολογείται ο ίδιος στο Reader

Ήταν μία από τις «τυχερές» προσπάθειές του, παρόλο που είδε έναν συνταξιδιώτη του να γλιστρά και παραλίγο να πέφτει από το βουνό. Στις άλλες, μέχρι τη μόνιμη εγκατάστασή του, καθώς έπαιρνε μεροκάματα και τα επέστρεφε σε μία από τις πιο φτωχές, αν όχι την πιο φτωχή, χώρες της Ευρώπης συναντούσε στρατιώτες οι οποίοι είχαν εντολή να τους κρατούν, να τους περνούν από... στρατοδικείο και στη συνέχεια να τους παραδίδουν, άλλους σακατεμένους από το ξύλο, άλλους όχι, στην ΕΛΑΣ που ολοκλήρωνε τη διαδικασία της απέλασης.

Και πάλι από την αρχή!

Ελληνικός στρατός στα σύνορα με την Αλβανία
Ελληνικός στρατός στα σύνορα με την Αλβανία | Eurokinissi

Η ιστορία της Μ., 58 χρονών, είναι διαφορετική σε σχέση με του Α. Δεν χρειάστηκε να ανέβει στο βουνό, να ξεφύγει από πάνοπλους αστυνομικούς και στρατιώτες, επιφορτισμένη όμως με τον έμφυλο, τον κοινωνικό της ρόλο ως γυναίκας από την Αλβανία και τη σκληρή φτώχεια, που έζησε από την πρώτη ημέρα της γέννησής της. Mπήκε στο λεωφορείο με τον σύζυγο και τα παιδιά τους κατηφορίζοντας στην Αθήνα σ’ ένα ατελείωτο ταξίδι.

Ήταν ο άνθρωπος που «κρατούσε» τα παιδιά, καθώς από γενιά σε γενιά, κατά τα βαλκανικά πρότυπα, είχε περαστεί ότι η γυναίκα είναι αυτή που φροντίζει τα παιδιά, με τον άνδρα να «εκτελεί» τα εργασιακά. «Εμείς ήρθαμε οικογενειακά με βίζα, λίγο δύσκολο το ταξίδι με τα παιδιά γιατί ήταν μικρά. Ο μεγάλος ήταν τεσσάρων χρονών ενώ ο μικρός μόλις 10 μηνών. Δυσκολευτηκάμε λίγο εκεί, αλλά το καταφέραμε, ήρθαμε στην Ελλάδα» λέει ως άνθρωπος που δεν χάνει την ελπίδα της. 

«Όσον αφορά τον τρόπο, ήρθαμε με λεωφορείο, ένα μεγάλο ταξίδι, πολλές ώρες. Ο μικρός κουράστηκε, έκλαιγε, βαρέθηκε, έπρεπε να τον ταΐσω αλλά το λεωφορείο δεν σταματούσε καθόλου. Από Ιωάννινα μέχρι την Αθήνα non stop. Από την αρχή ήταν πάρα πολύ δύσκολα, γιατί εμείς δεν μιλούσαμε τη γλώσσα οπότε δεν μπορούσαμε να πούμε στον οδηγό να σταματήσει λίγο για τα παιδιά. Δεν ξέραμε τι να πούμε, οπότε κάναμε 10 ώρες ταξίδι μέχρι που ήρθαμε στην Αθήνα» συνεχίζει, αποδεχόμενη εξαρχής τις δυσκολίες της νέας χώρας.

Ο Ρ., 60χρονών, κατά τη δική του παιδικότητα, δουλεύει από 12χρονών και το περπάτημα κατά μήκος της Αλβανίας του 20ού αιώνα έγινε συνώνυμο της ζωής του. Όπως οι συναντήσεις με την κρατική αστυνομία, για την οποία φοβούνται τόσο πολύ να μιλήσουν, που άμα σε συναντούσε κάπου όπου δεν έπρεπε, σε φυλάκιζε και πρακτικά σε εξαφάνιζε από την οικογένειά σου.

Είναι από τους πρώτους που ανέβηκαν το βουνό, για να πάνε στην Ελλάδα εξαιτίας της φτώχειας και της ανέχειας στην Αλβανία. Ήταν Αύγουστος του 1991, όπως λέει ο ίδιος, όταν πήρε τον δρόμο της μετανάστευσης για τη γειτονική χώρα. Έφυγε με νταλίκα από το Καλπάκι στις 06:30 το πρωί και έφτασε στον Πειραιά στις 08:45 της επόμενης ημέρας.

«Δεν ήξερα να μιλάω, άκουσα έναν που μιλάει αλβανικά και τον ρώτησα πως θέλω να πάω στην Ομόνοια. Μού είπε να πάρω το τρένο κι αυτό έκανα. Εκεί συνάντησα τον θείο της αρραβωνιαστικιάς μου. Μόλις συναντηθήκαμε, "ήρθε η Αστυνομία," μού είπε, "φύγε"κι αυτό κάναμε. Μαζί με τον θείο της μέλλουσας συζύγου μου, περάσαμε από δρόμους γεμάτα εν κινήσει αυτοκίνητα, περπατήσαμε αρκετά χιλιόμετρα μέχρι που φτάσαμε στον σταθμό του Ευαγγελισμού. Πήραμε το λεωφορείο για Χολαργό, φτάσαμε αλλά και εκεί υπήρχαν αστυνομικοί. Κρυφτήκαμε από τον φόβο μας μην μας βρουν» αφηγείται χωρίς να συμπληρώνει κάτι, δεν χρειαζόταν.

alvanoi-metanastes
Eurokinissi

Η δύσκολη αρχή

Η αρχή για τους τρεις ήταν κοινή και, κυρίως, δύσκολη. Ήρθαν στη χώρα σε διαφορετικές ηλικίες, με άλλη οικογενειακή μορφή, με ένα κοινό όνειρο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, είτε βρίσκονταν στην Ελλάδα είτε στις κωμοπόλεις της Αλβανίας. Ο ένας ήταν ανήλικος, η δεύτερη άριστη μαθήτρια χωρίς να σπουδάσει λόγω οικογενειακού «παρελθόντος» και ο τρίτος σκληραγωγημένος και μαθημένος να προσφέρει στην οικογένειά του από πάρα πολύ μικρός.

«Η πρώτη δυσκολία που βιώσαμε αφορούσε στη γλώσσα, γιατί δεν ξέραμε καθόλου να μιλάμε ελληνικά. Δεν ξέραμε καμία λέξη που λένε, οπότε συναντήσαμε δυσκολίες στο να βρούμε δουλειά, ενώ τα παιδιά δεν μπορούσαμε να τα γράψουμε μονομιάς στο νηπιαγωγείο, τον πιο μικρό τουλάχιστον, γιατί ο μεγάλος ξεκίνησε δημοτικό. Ωστόσο, βρήκαμε τον τρόπο και μόνοι μας, ενώ ρωτήσαμε όλους όσοι είχαν έρθει στη χώρα πριν από εμάς, είχαν κάνει ήδη τα πρώτα τους βήματα, ήξεραν, μας εξήγησαν πάρα πολλά πράγματα, ενώ με τη βοήθειά τους, φτάσαμε σε κάτι» διευκρινίζει η Μ. με χαμογελαστά μάτια και την ίδια ελπίδα στα λόγια της.

Ο Α. αναγκαστικά, λόγω ηλικίας, έκανε μεροκάματα δεξιά, αριστερά, μέχρι που τον «αγκάλιασε» ένας μάστορας και του προσέφερε τη μόνιμη βάση του. Η ηθική και οι αρχές που είχε αποκτήσει από την οικογένειά του, τον κράτησαν από το να πάρει, όπως είπε χαρακτηριστικά, τον «κακό δρόμο» ο οποίος ήταν η πιο εύκολη διαφυγή για τους εφήβους της εποχής. Με τις όποιες συνέπειες για το παρόν και το μέλλον τους.

«Πλέον, δουλεύω με τον γιο του μάστορα που με πήρε στη δουλειά. Από τις αρχές του μιλένιουμ είμαι μαζί του και μού έμαθε την τέχνη. Βάφτισε εμένα και την κόρη μου και οι οικογένειές μας διατηρούν εξαιρετικές σχέσεις, καθώς ναι μεν υπήρχαν στην αρχή προβλήματα, κυρίως λόγω της γλώσσας και της συνεννόησης, αλλά στάθηκαν δίπλα μου, με στήριξαν και πλέον είμαι ανυπόστατο μέλος της επιχείρησης» εξομολογείται.  

Ο Ρ., από την άλλη, ως ο «πάροχος» της οικογένειας έζησε στο πλήρες φάσμα το λεγόμενο μεροκάματο. Άνιωθος και μουδιασμένος, δεδομένου ότι η σύζυγός του είχε αποκτήσει ένα παιδί, σηκωνόταν κάθε μέρα με έναν σκοπό· να πάει στη δουλειά, να πάρει χρήματα και να γυρίσει για να παντρευτεί, μία πορεία κοινή για τους περισσότερους ανθρώπους της εποχής. 

«Μετά από τέσσερις ημέρες (σ.σ. αφού ήρθε για πρώτη φορά Ελλάδα), έπιασα δουλειά στην οικοδομή, όπου σε διάστημα 20 ημερών κατάφερα να μαζέψω 50 με 60.000 δραχμές και πήρα τον δρόμο της επιστροφής γιατί θα παντρευόμουν. Μετά τον γάμο μου, έμεινα από τον Αύγουστο του 91 μέχρι τον Ιούνιο του 97 στην Αλβανία, όπου δούλευα ως υπάλληλος».

«Πάλι, όμως, δεν μας έφταναν τα λεφτά, είχαμε ένα παιδί και η ζωή δυσκόλευε ολοένα και περισσότερο. Τη διετία μεταξύ 1996 και 97, στην Αλβανία ξέσπασε ένας άτυπος εμφύλιος πόλεμος και αναγκάστηκα να βγάλω βίζα, πληρώνοντας 230.000 δραχμές για ένα χρόνο. Αφού την απέκτησα, απομακρύνθηκα εκ νέου από τη χώρα τον Ιούνιο του 1997. Ξεκίνησα στις 10 Ιουνίου του 1997 για το "Δυρράχιο" όπου από εκεί πήραμε το καράβι για την Πάτρα. Φτάσαμε στην Πάτρα, όπου μας περίμενε ο αδερφός της συζύγου μου. Έμεινα χωρίς δουλειά για μία, δύο ημέρες και στη συνέχεια, άρχισα μαζί με έναν πλακά, τη γλώσσα δεν την ήξερα και ζούσαμε με μεγάλη δυσκολία».

Μία συνεχής και δικαιολογημένη αναφορά στη δυσκολία, μέχρι που στην πλατεία Ψηλαλώνια, στην Πάτρα, συναντήθηκε με τον Αριστείδη, άριστο γνώστη της ελληνικής. Μέσω του φίλου του γνώρισε έναν ελαιοχρωματιστή, καθώς εκείνη την περίοδο γινόταν ανακαίνιση σε έναν από τους τοπικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Εκεί δούλεψε για τρεις μήνες, γύρισε στην Αλβανία και ξαναήρθε στην Ελλάδα, συμπληρώνοντας τρεις δεκαετίες στη χώρα, μία ζωή μοιρασμένη στην Κακαβιά.

Πολίτες στα ελληνοαλβανικά σύνορα
Πολίτες στα ελληνοαλβανικά σύνορα | Eurokinissi

Ο ρατσισμός, η κρίση και το μέλλον

Ο Α και η Μ ήταν από τους τυχερούς. Δεδομένου του μίσους της εποχής, σε μία χώρα και έναν Τύπο εχθρικό κατά των Αλβανών μεταναστών, με την ειδησεογραφία να μοιράζεται σ’ αυτούς και στην 17 Νοέμβρη, δεν έζησαν ρατσισμό ούτε στα πρώτα τους βήματα, ούτε στη συνέχεια της ζωής τους. «Έπεσαν» σ’ αυτό που λέμε απλά και κατανοητά σε «καλούς ανθρώπους».

«Εκεί, στη δουλειά, όταν μας έλεγαν μία φράση, την κρατούσαμε για να ξέρουμε την έννοιά της. Για παράδειγμα, μάς έλεγαν και μάς έδειχναν κάτι και έτσι καταφέρναμε να το απομνημονεύσουμε. Από την ανάγκη έπρεπε να μάθουμε όπως και δήποτε τη γλώσσα, γιατί χωρίς τη γλώσσα δεν τα κατάφερνες. Στα εργασιακά μου είχα την τύχη να πέσω σε καλούς ανθρώπους, δεν μου συμπεριφέρθηκαν ποτέ ρατσιστικά, με ρωτούσαν για τα παιδιά, με βοηθούσαν με τα παιδιά και με συμβούλευαν με διάφορα πράγματα, όπως ότι πρέπει να στείλω τον μικρό στο σχολείο, τον μεγάλο στο δημοτικό, να μάθει αυτά τα πράγματα κοκ, μας εξηγούσαν πολλά πράγματα για τα παιδιά» λέει η Μ.

Ο Α., από την άλλη λόγω της ηλικίας του, το έβλεπαν όλοι εξαρχής ως παιδί και όχι ως έναν άνθρωπο, που ανέβηκε σε μία από τις ψηλότερες κορυφές της Ελλάδας για να μπορέσει να ζήσει λίγο πιο άνετα σε σχέση με τους γονείς του. Συνδέθηκε με τον εργοδότη του, με τον γιο του οποίου πηγαίνουν για κυνήγι, είναι καθημερινά και για πολλές ώρες μαζί, έχει ταξιδέψει μαζί του σε όλη την Ελλάδα και δείχνει την ίδια αφοσίωση στην τέχνη του.

Ο Ρ., όμως, αναγκάστηκε να «βαφτιστεί» για να μπορέσει να βρει δουλειά, καθώς είχε ακούσει ότι δεν σε παίρνουν οι εργοδότες αν δεν μπορούν να προφέρουν το όνομά σου. Ενώ ήταν πολύ απλά, μερικά αυτά αρκετά κοινά με τα ελληνικά λόγω της «συγγένειας» των δύο λαών, τα αφεντικά, κατά την ίδια ρατσιστική λογική που επικρατεί παντού σε ό,τι αφορά τους μετανάστες, δεν μπορούσαν να τα πουν και σου στερούσαν το μεροκάματο. 

Η δύναμη της εξουσίας.

«Η ζωή ήταν δύσκολη, δεν δούλευα και είχα πλέον δύο παιδιά. Από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1998 έκανα δουλειές του ποδαριού. Στη συνέχεια, μετά από περίπου τρεις με τέσσερις μήνες άρχισα δουλειά στην οικοδομή, ενώ όλο αυτό το διάστημα βίωσα τον ρατσισμό. Δεν με φώναζαν με το όνομά μου, ενώ με βάφτισαν Θωμά. Δεν μπορούσαν να πουν το όνομά μου, οπότε αναγκαζόμασταν όλοι να αλλάξουμε τα ονόματά μας γιατί δεν μας έπαιρνε για δουλειά ο εργολάβος» συνεχίζει ο Ρ.

Όταν ανοίξαμε το θέμα της οικονομικής κρίσης όλοι τους ήταν φειδωλοί. Βυθισμένοι στις σκέψεις τους και κοιτώντας το πάτωμα, στάθηκαν μόνο στο γεγονός ότι δεν είχαν δουλειά, δεν μπορούσαν να νοηματοδοτήσουν τη βία που πέρασαν, το πώς τους επηρέασε ψυχικά, τα μεροκάματα που έχασαν, που έγιναν για ακόμη μία φορά ένα με τον ελληνικό, εργατικό πληθυσμό.

Η Μ., πυροσβεστικά παρενέβη για τη μεγάλη πληγή: «Ο σύζυγός μου έμεινε χωρίς δουλειά, είχαμε σκέψεις για να γυρίσουμε στην Αλβανία, όμως λόγω του ότι τα παιδιά μας ήταν σε προχωρημένες τάξεις στο σχολείο, δεν γινόταν να τα πάρουμε και να ξεκινήσουμε εκ νέου μία νέα ζωή πίσω. Ο μεγάλος τελείωνε το Λύκειο και θα έπρεπε να το ξεκινήσει από την αρχή, μεγαλώνοντας έτσι τις δυσκολίες. Κόπηκαν πολλές δουλειές, εγώ εκεί που πήγαινα κάθε ημέρα για το μεροκάματο στα σπίτια, ξαφνικά άρχισα να πηγαίνω τρεις φορές την εβδομάδα, μία φορά την εβδομάδα, ενώ ο σύζυγός μου έμεινε κι αυτός χωρίς δουλειά, πότε πότε έβρισκε και κάποιο μεροκάματο».

«Ήταν από τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής μας και εμείς ως μετανάστες περάσαμε αρκετά χειρότερα. Όμως, είχαμε μία ελπίδα για να παραμείνουμε στην Ελλάδα, λόγω των παιδιών μας. Σκεφτόμασταν συχνά να πάμε σε άλλη χώρα, αλλά έπρεπε να τα ξεκινήσουμε όλα από την αρχή. Στην κρίση, οι μετανάστες βίωσαν την πιο δύσκολη στιγμή της ζωής τους, έκλεισε η οικοδομή, μετά κι όλα τα υπόλοιπα, καθώς χωρίς την οικοδομή, δεν λειτουργούν όλα τα άλλα. Έκλεισαν τα μαγαζιά. Το μεροκάματο έπεσαν, τα αφεντικά δεν είχαν να πληρώσουν, οπότε την περάσαμε με αρκετή δυσκολία» κλείνει.

Ο Ρ, παίρνοντας λίγο από το πολύ θάρρος που έχει, αρκέστηκε στο: «περάσαμε πάρα πολύ δύσκολα, όλοι ήμασταν χωρίς δουλειά ενώ τα παιδιά μεγάλωναν και πήγαιναν σχολείο. Σκέφτηκα να γυρίσω στην Αλβανία αλλά σκέφτηκα και πάλι τα παιδιά μου. Θα τα κατέστρεφα!» 

Μισή και παραπάνω ζωή στην Ελλάδα, τα «αιτήματά» τους, που αυτονόητα έπρεπε να είχαν εξυπηρετηθεί εδώ και καιρό, είναι κοινά. Η επαναφορά των δεκαετών αδειών παραμονής, για να τους λύσει τα χέρια από το χαώδες γραφειοκρατικό σύστημα της τριετίας, ή πολύ απλά μία ταυτότητα την οποία για πάρα πολλούς λόγους, ανάμεσα σ’ αυτούς και εκλογικούς, το ελληνικό κράτος αρνείται να τους παραχωρήσει.

«Τέλος, μετά από 30 χρόνια διαμονής στη χώρα, ζητάμε από το ελληνικό κράτος μία ταυτότητα, μία άδεια που θα εξασφαλίζει για πάντα τη ζωή μας εδώ. Καθώς όλα αυτά τα χρόνια ήμασταν με χαρτιά, ήρθαμε με βίζα, παραμείναμε εδώ με άδειες παραμονής και, τέλος, λόγω της οικονομικής κατάστασης, οι δεκαετείς άδειες παραμονής μετατράπηκαν σε τριετείς. Μάλιστα, κάθε φορά πληρώνουμε 150 ευρώ.

«Μετά από όλα αυτά τα χρόνια, ζητάμε να έχουμε μία διαρκή άδεια παραμονής στη χώρα ή ταυτότητα και να γίνει κάτι με τη σύνδεση των συντάξεων όπως έχουν κάνει όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, σαν την Ιταλία. Δηλαδή, να προσμετρηθούν και τα ένσημά μας στην Αλβανία και στην Ελλάδα. Καταληκτικά, το επαναλαμβάνω, θα θέλαμε να έχουμε μία ισόβια άδεια παραμονής. Μιας και έχουμε αγοράσει σπίτι εδώ με τον ιδρώτα μας, γιατί να είμαστε με τριετείς άδειες παραμονής;» καταλήγουν μέσες άκρες και οι τρεις.

Τα τεστ για την απόκτηση ταυτότητας, παρά τις διαβεβαιώσεις της κυβέρνησης ότι είναι «πολύ εύκολα», αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο για τους ανθρώπους οι οποίοι το μόνο που έμαθαν και γνώρισαν για να επιβιώσουν, ήταν το να δουλεύουν. «Ξεκούραση», «διακοπές» και, όπως φαίνεται προσωρινά, χαρτιά, πράγματα αρκετά συνηθισμένα για έναν άνθρωπο που δεν χρειάστηκε να ανέβει βουνά, δεν έζησε τόση μεγάλη φτώχεια αλλά μπορεί να ταυτιστεί μαζί του εάν σκεφτεί τους προγόνους του τη δεκαετία του 1950 και ‘60, θα συνεχίσουν να αποτελούν άγνωστες λέξεις.

Θα έχουν, λογικά, κάτι να αποδείξουν· πιθανότατα στους εαυτούς τους.

Άνδρας στο Τεπελένι της Αλβανίας
Άνδρας στο Τεπελένι της Αλβανίας | Eurokinissi
Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.