Ο Κώστας Δαρδανός έγινε σημείο αναφοράς της επικαιρότητας τον περασμένο χειμώνα. Όλες οι συζητήσεις γυρνούσαν γύρω από την «Ιθάκη» του Αλέξη Τσίπρα. Ίσως, λίγο άδικα. Ο εκδοτικός οίκος Gutenberg έχει μια πορεία στο βιβλίο από το 1963. Μέχρι σήμερα, έχει εκδόσει εκατοντάδες τίτλους και έχει διανθίσει τη λογοτεχνική παραγωγή της χώρας με νέους συγγραφείς.
Στον φιλόξενο χώρο των εκδόσεων Gutenberg, ο κος Δαρδανός μας υποδέχθηκε και μίλησε για πληθώρα θεμάτων με την χαρακτηριστική του ειλικρίνεια και με την αντίστοιχη εμπειρία, ύστερα από σχεδόν 31 χρόνια στον χώρο που ξέρει καλά.
Είχατε αναφέρει στο παρελθόν πως δεν είχατε καλή σχέση με το διάβασμα μικρός. Κι αυτό άλλαξε όταν διαβάσατε το «Μόμπι Ντικ».
«Τους «Πέντε Φίλους» της Μπλάιτον. Αν με σταθμίζανε τώρα στα διάφορα τεστ, μπορεί να έβγαζα κάποια υπερκινητικότητα ή ΔΕΠΥ, που πιστεύω όλοι θα είχαμε τότε κάτι. Θεωρώ ότι το διάβασμα ξεκίνησε τότε με τους «Πέντε Φίλους», γιατί ήταν ένα έργο που με συνεπήρε ως παιδί.
Μετά με το «Μόμπι Ντικ», γιατί το θέμα με συνεπήρε. Ήταν και εμβληματικό έργο για τις εκδόσεις. Ξεκίνησε και τη σειρά την Orbis Literae, που ήταν η κορωνίδα των εκδόσεων στη λογοτεχνία. Tο διάβασμα είναι το μέσο για να ζητήσεις κάτι πέρα από το προφανές. Όχι για να μάθεις τι είπαν οι άλλοι, αλλά για να γνωρίσεις αυτό που δεν ξέρεις για τον εαυτό σου και για τον κόσμο.

Άρα ναι, ως παιδί δεν είχα και τις καλύτερες σχέσεις με το διάβασμα, αλλά στην πορεία και ψάχνοντας και βλέποντας ότι δεν υπάρχει κάτι που να με γεμίζει στον έξω κόσμο, ψάχτηκα και τελικά με ενδιαφέρει το διάβασμα που με συνεπαίρνει, που με πηγαίνει εκεί που δεν είμαι εγώ».
Οι άνθρωποι διαβάζουν για να γνωρίσουν τον εαυτό τους λοιπόν;
«Ναι αλλά όχι πάντα. Υπάρχουν πολλοί που διαβάζουν για να ξεχαστούν. Παράδειγμα, όπως βλέπεις ένα σίριαλ, διαβάζεις και ένα βιβλίο. Γιατί αυτή η κατηγορία δεν διαβάζει για να γνωρίσει τον εαυτό της. Γιατί τα βιβλία σίριαλ, τα ευπώλητα βιβλία, δηλαδή πουλάνε; Γιατί δίνουν μια στερεοτυπική εικόνα του ανθρώπου. Επαναλαμβάνουν το γνωστό. Πώς είναι οι ανθρώπινες σχέσεις;
Αυτό που όλοι ζούμε, το επιφανειακό. Συναισθηματικές ταυτίσεις, διαζύγια, τσακωμοί, πώς ήταν η «Λάμψη» του Φώσκολου ας πούμε. Πάθη, ίντριγκες, όλα αυτά τα πράγματα. Γιατί και η μεγάλη λογοτεχνία έχει τέτοια, αλλά πάει πίσω από την υπόθεση. Σου δείχνει το κίνητρο του άλλου, σου δείχνει την υπαρξιακή του αγωνία, σου δείχνει για ποιον λόγο φέρεται έτσι. Ενώ η ρηχή, θα τη λέγαμε, λογοτεχνία, είναι αυτή που απλώς επαναλαμβάνει το γνωστό. Τσαλαβουτάς, ας πούμε, στο ορατό.
Οι ρηχοί άνθρωποι είναι σαν το ρηχό νερό, που βλέπεις μέσα του, είναι πολύ προφανές τι έχουν να σου πούνε. Ενώ ο βαθύς άνθρωπος έχει σκοτάδι μέσα του, έχει άβυσσο, έχει μαύρο. Ο άνθρωπος που έχει ενδιαφέρον δεν είναι ο άνθρωπος που τον βαριέσαι. Πόση κουβέντα θα κάνεις με έναν ρηχό άνθρωπο;».
Είναι ωραία πάσα αυτή γιατί κάνετε λόγο αρκετά συχνά για την έλλειψη κουλτούρας ανάγνωσης στην Ελλάδα.
«Αντικειμενικό είναι αυτό. Έχει γίνει έρευνα. Η τελευταία έρευνα που δημοσιεύτηκε είναι από τον ΟΣΔΕΛ, τον Οργανισμό Συλλογικής Διαχείρισης Έργων του Λόγου. Ο ΟΣΔΕΛ, λοιπόν, χρηματοδότησε μία έρευνα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, καθηγητή κοινωνιολογίας του ΕΚΠΑ, που έδειξε ότι η ανάγνωση συνδέεται με την οικονομική ανάπτυξη, κάτι που το ξέραμε, αλλά στην Ελλάδα το έχουμε και με στοιχεία πλέον.

Δηλαδή, τι έδειξε, ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων είναι στην υψηλή μισθολογική κλίμακα, είχαν πολιτισμικό κεφάλαιο. Διάβαζαν οι γονείς τους στο σπίτι, έβλεπε το παιδί το γονιό να διαβάζει. Τους διάβαζε η μαμά το βράδυ όταν ήταν μικροί. Είχαν βιβλιοθήκη στο σπίτι, πήγαιναν θέατρο, πήγαιναν σε έναν καλό κινηματογράφο. Άρα η ανάγνωση βιβλίων και το πολιτισμικό κεφάλαιο στατιστικά θα σε κάνει πιο ανεξάρτητο οικονομικά. Οι λόγοι είναι προφανείς.
Οι χώρες στη Δύση που έχουν οικονομική ανάπτυξη, τα σπίτια είναι γεμάτα βιβλιοθήκες, υπάρχουν δημόσιες βιβλιοθήκες, σχολικές βιβλιοθήκες. Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στον δυτικό πολιτισμό που δεν έχει οργανωμένο σύστημα σχολικών βιβλιοθηκών, άρα το παιδί που δεν έχει από το σπίτι πολιτισμικό κεφάλαιο στερείται τη δυνατότητα οικονομικής ανάπτυξης. Είναι η μόνη χώρα που δεν το έχει αυτό».
Πάντως, θυμάμαι ότι στα μαθητικά μας χρόνια το βιβλίο το σιχαινόμασταν γενικά…
«Δεν είχαμε και άδικο όπως είναι γραμμένα τα περισσότερα. Όχι. Είναι απωθητικά. Είναι σαν την εικόνα του Χριστού, απόμακρο. Δεν μας βοηθούσε να καταλάβουμε την ύλη».
Ποιος έχει όμως την ευθύνη σε αυτή την ιστορία για το αν διαβάζουμε ή όχι; Και στο θέμα των σχολικών βιβλιοθηκών επίσης.
«Ήταν 500 σχολικές βιβλιοθήκες περίπου και κλείσανε. Καταργήθηκαν. Γιατί απολύθηκαν οι βιβλιοθηκονόμοι που ήταν συμβασιούχοι. Και όσες υπάρχουν ακόμα είναι με προσπάθειες κάποιων φωτισμένων καθηγητών που από τον χρόνο τους αφιερώνονται και το πιστεύουν. Πολύ λίγες όμως. Τώρα κάναμε μια επικοινωνία με το Υπουργείο Παιδείας και υπάρχει ένα φως ότι μπορεί να ξαναξεκινήσει κάτι με σχολικές βιβλιοθήκες. Θα το δούμε φέτος.

Για την ευθύνη, κοίταξε. Κάποιος λέει είμαι απόγονος του Αισχύλου, του Πλάτωνα, και δεν έχει διαβάσει κανένα έργο του Αισχύλου, που ένας μέσος Γάλλος έχει διαβάσει. Ένας μέσος Γερμανός έχει διαβάσει. Το έχει διδαχθεί. Έχουν διδαχθεί έργα ολόκληρα στα σχολεία τους. Είναι κομμάτι της κουλτούρας τους. Εμάς δεν είναι κομμάτι της κουλτούρας μας. Ψηφίζουμε για την παιδεία ενώ δεν γνωρίζουμε την αξία της παιδείας. Ψηφίζουμε για πάρα πολλά θέματα και δεν γνωρίζουμε. Άρα, ναι, υπάρχει προσωπική ευθύνη, σίγουρα, αλλά υπάρχει και ένα πολύ βεβαρημένο παρελθόν όπου δεν ευδοκιμεί ποτέ η έρευνα».
Στην παρουσίαση για την «Ιθάκη», είπατε πως και το βιβλίο μπορεί να γίνει μέσο πολιτικής. Πιστεύετε έγινε αντιληπτό αυτό ή όσοι το αγόρασαν, το έκαναν για να μάθουν τα παρασκήνια;
«Εγώ άκουσα τα Χριστούγεννα από αρκετούς ανθρώπους ότι ήταν αντικείμενο συζήτησης. Κάτι που δεν θα συνέβαινε στον ίδιο βαθμό και στην ίδια έκταση με μία εκπομπή ή με κάτι που έγινε είδηση στην επικαιρότητα. Γιατί η είδηση αφορά κάτι πολύ σύντομο, ένα θέμα. Ενώ αυτό το βιβλίο, 800 σελίδων, αφορά πάρα πολλά θέματα, μια ολόκληρη περίοδος. Ήταν και μια ιστορική αναγκαιότητα να εκδοθεί γιατί αποτυπώνει την οπτική γωνία του πρωταγωνιστή σε ένα θρίλερ που έλειπε. Άρα, κατά κάποιο τρόπο, όφειλε να το καταθέσει.
Προφανώς η αλήθεια του καθενός είναι μερική, η οπτική του γωνία. Αλλά θα ήταν ελλιπές το παζλ αν δεν είχαμε και αυτή την οπτική γωνία. Και εκτέθηκε ο άνθρωπος για να μπορεί να διαφωνήσει κάποιος μαζί του. Ξεκάθαρα. Αυτά πιστεύω. Διαφωνήστε, συμφωνήστε.
Και τα δύο. Άρα ήταν μεγάλη η έκταση, πολλά θέματα. Θέματα που όλους μας ταλαιπώρησαν, που πάθαμε όλοι...Ζούσαμε πολύ extreme καταστάσεις τότε. Και στη μετέπειτα πορεία. Άρα θεωρώ ότι έπαιξε ένα ρόλο πραγματικά δημοκρατικό και ουσιαστικό».
Ξεκινήσατε την πορεία σας στον εκδοτικό οίκο το 1995. Μετά ήρθαν και οι εκδοτικές σπουδές στο Λονδίνο.
«Εντάξει, εγώ γεννήθηκα στον εκδοτικό οίκο. Γιατί ο πατέρας μου το ξεκίνησε το 1963-1964. Τότε που γεννήθηκα θυμάμαι τον εαυτό μου να έρχομαι εδώ, στις διακοπές, σε συνεχόμενη κατάσταση. Άκουγα, έβλεπα. Ήταν αυτό που λέμε τα πρώτα σταθερά ερεθίσματα. Ήταν κομμάτι φυσικό, δικό μου».

Αλλά ήταν και η απόφαση εύκολη μετά να πείτε ότι θα ασχοληθείτε αποκλειστικά με αυτό;
«Ήταν αναμενόμενο σε έναν βαθμό. Λένε ότι η Ελλάδα είναι, πώς να το πούμε, προβληματική χώρα γιατί όλοι κάνουν τη δουλειά του πατέρα τους. Το οποίο ισχύει και στη δική μου περίπτωση. Αυτό όμως που είδα ότι είναι, μου ταιριάζει σαν επάγγελμα. Πρώτον γιατί μου δίνει τη δυνατότητα εγώ να γνωρίσω τον κόσμο μέσα από τα βιβλία.
Δεύτερον, γιατί πιστεύω ότι είναι ένας τρόπος οι εκδότες να ασκούν πολιτική. Μικρή, ασήμαντη, αλλά πολιτική. Και θετική και αρνητική. Δηλαδή αν κάποιος βγάζει τα βιβλία που μπορεί να επηρεάζουν αρνητικά το κοινό, την νεολαία, τις ευαίσθητες ηλικίες ή κάποιος που βγάζει βιβλία που μπορεί να αφυπνίσουν κάποιον αν είναι και αυτός έτοιμος».
Ποιοτικό βιβλίο σημαίνει και ευπώλητο βιβλίο;
«Δεν είναι κριτήριο της ποιότητας οι πωλήσεις. Στις περισσότερες δε περιπτώσεις των ευπώλητων μάλλον θα έπρεπε να ξαναρωτήσουμε αν είναι ποιοτικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις. Όχι ότι δεν υπάρχουν ευπώλητα ποιοτικά. Υπάρχουν. Αλλά όταν κάτι γίνεται πολύ αποδεκτό από ανθρώπους που δεν αναζητούν το βάθος, πρέπει να σε υποψιάζει. Και στις περισσότερες περιπτώσεις τα ποιοτικά βιβλία πουλάνε λιγότερο. Κατά κανόνα. Συγκριτικά πάντα. Οι πωλήσεις είναι ένας δείκτης εμπορικότητας. Δεν είναι ένας δείκτης ποιότητας».
Αν μένατε μόνος σε ένα νησί για το υπόλοιπο της ζωής σας, ποια βιβλία θα διαλέγατε;
«Η κλασική ερώτηση, ε; Είναι δύο βιβλία. Ένα στη Δύση και ένα στην Ανατολή. Είναι τα Ομηρικά Έπη και στην Ανατολή είναι το Τάο Τε Τσινγκ του Λαο Τσε. Αυτά τα δύο είναι τα βιβλία. Ναι, τα Ομηρικά Έπη καθαρά λόγω επίδρασης. Τα έχει όλα μέσα. Είναι και αντίθετα σαν όγκος. Το Τάο Τε Τσινγκ είναι 81 ποιήματα και ο Όμηρος είναι 33.000 στίχοι. Πόσο είναι, δεν θυμάμαι. Και είναι και δύο κοσμοθεωρίες. Η κινέζικη ταοιστική, η ευρύτερα ανατολίτικη, ας πούμε, είναι πιο εσωστρεφής. Και η Δύση είναι πολύ πιο εξωστρεφής πολιτισμός. Αυτά τα δύο».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.