Μενού
xatzixristos
Eurokinissi
  • Α-
  • Α+
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης.
Προσθήκη του reader.gr στην Google

Ο Κώστας Χατζηχρήστος θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ηθοποιούς του ελληνικου θέατρου και κινηματογράφου, όλων των εποχών. Το έργο του είναι γεμάτο από θρυλικές ταινίες και παραστάσεις και η ζωή του υπήρξε πολυτάραχη, γεμάτη περιπλανήσεις, έρωτες φλογερούς και μεγάλα πάθη.

Ο Χατζηχρήστος έζησε ως το 2001 μια ζωή κινηματογραφική. Μέρος αυτής, το αφηγήθηκε στην ηθοποιό και καλή του φίλη, Σπεράντζα Βρανά, στο βιβλίο «Ο οργασμός του μπράβο» που αποτελεί μια δυσεύρετη πια, συλλογή, με μαρτυρίες της ζωής και του έργου των σπουδαιότερων Ελλήνων ηθοποιών. Καταγράφουμε ένα κομμάτι της αφήγησης του.

xatzixristos
o Kώστας Χατζηχρήστος το 1999. | Ευρωκίνηση

«Γεννήθηκα στην Θεσσαλονίκη και μεγάλωσα εκεί. Ο πόλεμος και η Κατοχή με βρήκαν μικροπαντρεμένο με την πρώτη μου γυναίκα τη Νίτσα, μια όμορφη κοπέλα από τη Νάουσα, που ήταν κι ο πρώτος μου έρωτας. Το 1942, στην μεγάλη πείνα, φεύγουμε εργάτες για την Γερμανία, δεν ήξερα ότι θα τραβούσαμε των παθών μας τον τάραχο. Λοιπόν μας πιάνουνε, εμένα με κουρεύουνε και μας χωρίζουνε.

Εμένα με στείλαν στο Έτζεσφιλντ και τη Νίτσα στο Μπάντεν Μπάντεν. Εκεί στο Έτζεσφιλντ πρωτοάκουσα τη λεξη Λάγκερ Φύρερ, που θα πει αρχηγός του Λόχου. Λοιπόν, ήμαστε κάπου 200 πατριώτες που δεν φταίγαμε σε τίποτα, εμείς είχαμε πάει στην Γερμανία να κάνουμε αίτηση να δουλέψουμε. Εν τω μεταξύ, έξω από την Βέροια όταν φεύγαμε, είχε γίνει μπλοκάρισμα γιατί στο τρένο βάλανε καμιά διακοσαριά κρατούμενους που τους είχαν αρπάξει από τις γύρω περιοχές με ξύλο και μας βάλανε όλους μαζί και μπερδευτήκαμε. 

Κι έτσι βρεθήκαμε κρατούμενοι, μόνο που δεν ήμαστε σφραγισμένοι, γιατί οι άλλοι οι σφραγισμένοι στελνόντουσαν στο Νταχάου ή για εκτέλεση. Μαύρες μέρες, γεμάτες αγωνίες. Θα μας εκτελέσουνε; Θα τη γλιτώσουμε; Δεν ξέραμε τι μας γινότανε.

Είχα κάτι χιλιάρικα θυμάμαι μαζί μου και δεν ήξερα αν περνάνε. Απέναντι μας είχανε κάτι Γάλλους αιχμαλώτους και από τα σύρματα που ψωνίζανε αυτοί, ψωνίζαμε κι εμείς. Θυμάμαι έδωσε ένα και πήρα δύο πάστες και μου δώσανε και ρέστα σε μάρκα. Τι λες ρε, σκέφτηκα. Είχα καμιά δεκαριά χιλιάδες ακόμα κι έλεγα πως είμαι πλούσιος και άρχισα να κάνω σχέδα να το σκάσω να βγω, για να μάθω που πήγαν τη Νίτσα!

Την πρώτη κιόλας Κυριακή που είχαμε πάει 5-6 από εμάς στο Καθολικό εκκλησάκι που πηγαίνανε οι Γάλλοι, την κοπανάω. Ύστερα από χίλιες ταλαιπωρίες πάω και βρίσκω τη Νίτσα και μου λέει τα βάσανα της και ήταν κι άρρωστη κι ήταν πολύ επικίνδυνο αυτό. Μόλις καταλαβαίνανε οι Γερμανοί ότι είσαι άρρωστος σου κοπανάγανε ένα χαρτί που 'γράφε «Κρανκ» δηλαδή άρρωστος και της Νίτσας το χαρτί έγραφε «φουλ Κρανκ». Και την παίρνουνε και την φέρνουνε στο νοσοκομείο κοντά στο μέρος που ήμουνα εώ, εκεί στην «Λάγκα» κι όλο θα μας αποσπάσουν, όλο θα μας στείλουνε να δουλέψουμε,  και τίποτα δεν γινότανε.

Κάποια στιγμή σαλτάρω από τη «Λάγκα» μ' ένα κωλοτσούβαλο στην πλάτη και βρίσκομαι στην Βιέννη. Πάω σε ένα μαγαζί και ψάχνω να βρώ ένα σακάκι να φορέσω. «Βίφιλ κοστ;» («πόσο κάνει;») ρωτάω έχοντας πιάσει ένα.Τριάντα μάρκα. Τα πληρώνω αμέσως, χωρίς να το δοκιμάσω, όλη μου η κάψα ήτανε να βγάλω το βρωμοτσούβαλο από πάνω μου». 

Σκοπός μου ήτανε να βρώ ένα ξαδελφάκι που ήταν εγκατεστημένος στη Βιέννη και ήταν ράφτης. Τον βρήκα. Πήγα εκεί, ντύθηκα, σενιαρίστηκα , συνήλθα από τις ταλαιπωρίες μου και είχα μοναδικό σκοπό να βοηθήσω τη Νίτσα. Μου βγάζει κι ένα χαρτί «αρμπάιτ παπιέρ», δηλαδή ταυτότητα εργασίας,ότι εργαζόμουν σε ένα εργοστάσιο που έβγαζε βουρτσάκια για τα δόντια. 

Εν τω εμεταξύ στην Βιέννη γνωρίζομαι με την Χίλντα και τον Στράτο Ζαμίδη.Όλα ξεκίνησαν από ένα «πάμε το βράδυ κάπου παρέα; Θα είναι και δύο γκόμενες», ε η μια ήταν η Χίλντα. Εν τω μεταξύ άρχισαν και τα πηδήματα, γιατί όπως ήμουν παιδί πράμα, έφαγα, ήπια, καρδάμωσα και όλο το μυαλό μου ήταν στο πήδημα. Και που λες η Χίλντα ξετρελαμένη μαζί μου,  θέλει και καλά να με παντρευτεί για να εξασφαλίσει τα πηδήματα της ζωής της. Πάμε σ' ένα εκκλησία να μας παντρέψει ο παπα-Κυριάκος και η Χίλντα μένει έγκυος! Κάναμε ένα παιδάκι που δεν είδα ποτέ, μόνο από γράμματα και χριστουγεννιάτικες κάρτες ξέρω την ύπαρξη του.

Εν τω μεταξύ την είχα χάσει τη Νίτσα, γιατί μόλις βγήκε από το νοσοκομείο την στείλανε πίσω Ελλάδα. Είχε ελονοσία...Αν είχες ελονοσία σε στέλνανε αμέσως πίσω. Κι έτσι τη γλίτωσε η Νίτσα»

Βρήκε ο Κώστας τη Νίτσα;

Μπήκε στο τρένο με μια τεράστια βαλίτσα, που είχε μέσα «θερμόμετρα, τσιγαρόχαρτα, τσιγάρα και μια μεγάλη μπατιροκιθάρα» που του είχε δώσει η Χίλντα. Της είπε (ψέμματα) «θα πάω στην Ελλάδα, θα σε ειδοποιήσω να έρθεις» και ξεκινάει, κρυμμένος σε ένα βαγόνι με πατριώτες. Σταματάει το τρένο Γιουγκοσλαβία, λέει ψέμματα στους φύλακες «έχω χαρτιά, μου πέσανε στο δρόμο».

Τον ρωτάνε «δε θέλεις να σε κρατήσουμε εδώ πέρα;» και απαντάει «όχι, όχι θέλω να πάω Γκρίχελαντ». Παίρνει το τρένο για Ελλάδα και χάνει τη στάση τη σωστή «κι εγώ ο μαλάκας κοιμόμουνα, γιατί ύστερα από αυτές τις ταλαιπωρίες ήμουνα πτώμα και ξύπνησα στη Σόφια».Για καλή του τύχη, οι Βούλγαρι σεναριοφύλακες τον έβαλαν σ' ένα τρένο κι έφτασε ξανά πίσω στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από έξι μήνες μυθικών περιπλανήσεων. Η Νίτσα ήταν εκεί.

Οι δυο τους έζησαν για λίγο στη Νάουσα, μέχρι τη στιγμή που εμφανίστηκε ένας θίασος, «Αλεξάνδρου, τσαντίρι Παπαδοπούλου». Ο Χατζηχρήστος εντυπωσίαστηκε από τα θεατρικά τους νούμερα, τους ζήτησε να τους ακολουθήσει. Μαζί του ήρθε και η Νίτσα. Οι δρόμοι τους χώρισαν λίγο αργότερα. Ο Κώστας Χατζηχρήστος είχε ξεκινήσει το ταξιδι του στην υποκριτική. 

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...