Λίγες ώρες πριν φύγει από τη ζωή ο Διονύσης Σαββόπουλος, είχαν ήδη γίνει αρκετά ζωηρά τα «υπονοούμενα» γνωστών πολιτικών προσώπων για το ενδεχόμενο απαγόρευσης εκδηλώσεων διαμαρτυρίας μπροστά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη για λόγους «καλαισθησίας».
Υπαρκτός σουρεαλισμός ή υπαρκτοί εφιάλτες, διαλέγετε και παίρνετε.
Πάντως ο Διονύσης Σαββόπουλος στις έξι δεκαετίες της καλλιτεχνικής του διαδρομής, σφιχταγκάλιασε τον σουρεαλισμό, αγαπούσε να τρολάρει τη Χούντα και εκείνη να μη καταλαβαίνει Χριστό, να συνθέτει εικόνες μαγικές, ενίοτε παγανιστικές, να μιλάει με εικόνες βγαλμένες από το χώμα που πατάμε και είναι όλη μας η ζωή, όπως στο θρυλικό του «Ζεϊμπέκικο»,
«Είμαι ένας Ελλην που παίζει ροκ». Αυτός ήταν ο τρόπος που είχε διαλέξει να προσδιορίσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα σε μια συνέντευξη στον Μιχαήλ Μήτρα, το 1972, τμήμα της οποίας αναδημοσίευσε ο Φώντας Τρούσας το 2016.
Είχαν προηγηθεί οι δίσκοι της ατόφιας ροκ περιόδου του, δηλαδή το «Περιβόλι του Τρελού», ο «Μπάλος» και το «Βρώμικο Ψωμί», το 1969, το 1971 και το 1972 αντίστοιχα. Το «Φορτηγό» ήταν το ξεκίνημα του στη δισκογραφία.
Για το ροκ είχε πει ο Σαββόπουλος πως «δεν είναι τόσο φόρμα, όσο μάλλον ένα αλφαβητάρι, ή είναι μια φόρμα ατελής, ευτυχώς, της οποίας οι ρωγμές επιτρέπουν να φαίνεται η από μέσα αιμορραγία».
Ήταν ένα προμήνυμα πως θα «εγκατέλειπε» το ροκ τα χρόνια που θα ακολουθούσαν, ή μια δήλωση πως ήταν έτοιμος να παρουσιάσει μουσικά έργα που θα ορίζουν το ροκ πέρα από συμβατικά μοτίβα αλλά με χαρμάνια πλούσια και εμποτισμένα τόσο από τις νέες δυτικές εμμονές όσο και από την ντόπια τρέλα μας; Μάλλον ναι.
Τα χρόνια που ακολούθησαν είχαν «Χάπη Νταίη», το σάουντρακ για την ομώνυμη ταινία του Παντελή Βούλγαρη, με θέμα την Μακρόνησο μέσα απ’ τα μάτια των εξόριστων, την μεταφορά στους «Αχαρνής» του Αριστοφάνη με νέους κανταδόρους (Βαγγέλης Γερμανός, Σάκης Μπουλάς, Μελίνα Τανάγρη, Νϊκος Παπάζογλου, Μανόλη Ρασούλη αλλά και τους Ηλία Λιούγκο, Πάνο Κατσιμίχα, Νϊκο Ζιώγαλα, Βαγγέλη Ξύδη στις ζωντανές εμφανίσεις στη μπουάτ «Ρήγας» στην Πλάκα (1976). Ακολούθησαν πολλές μεταφορές της παράστασης με νεότερους ερμηνευτές.
Η «Ρεζέρβα» του 1979, με συμμετοχές από τις ερμηνεύτριες Αφροδίτη Μάνου, Ελένη Βιτάλη, Αλκιστης Πρωτοψάλτη, περιλαμβάνει το κινηματογραφικών διαστάσεων «Μακρύ Ζεϊμπέκικο για το Νίκο» και δείχνει πώς οι μουσικές ανησυχίες του δημιουργού ξεπερνούν τον ηλεκτρικό ήχο και βαδίζουν σε ηχοτοπία πολυσυλλεκτικά, σαν φωτεινούς ουρανούς πάνω από τα νησιά των Κυκλάδων.
Οι μυθικές συναυλίες στο Ολυμπιακό Στάδιο με παραπάνω από 150.000 θαμώνες και το άλμπουμ «Τραπεζάκια έξω» είναι το «θερμόμετρο» μιας ολόκληρης γενιάς, που πίστευε σε μια Αλλαγή σαρωτική, κοινωνική, πολιτική, πολιτισμική. Και το «Κούρεμα» του 1989, ένα «χαστούκι» σκληρό, ίσως και λίγο υπερβολικό, αλλά κάθε απομυθοποίηση πονάει.
«Μην Πετάξεις Τίποτα», «Ξενοδοχείο», «Χρονοποιός»: Ο προάγγελος του δισκογραφικού αποχαιρετισμού του Διονύση Σαββόπουλου, στο πλευρό σπουδαίων μουσικών όπως ο Σταύρος Λάντσιας και ο Γιώτης Κιουρτσόγλου, όλα τους fusion πειράματα, πινελιές στο γλέντι του δικού μας επί γης Διονύσου.
Και φτάνουμε κάπως έτσι στο σήμερα. Με ατυχείς στιγμές που έφεραν σκληρή κριτική για τον ίδιο (όπως το τηλεδικαστήριο του Πάνου Παναγιωτόπουλου για την ταινία της Φρίντας Λιάππα, που τον έφερε απέναντι από την Βασίλη Ραφαηλίδη, το 1992), με γενναίες επιλογές, όπως η συνεργασία του με τη Μαρίνα Σάττι και τον Μικρό Κλέφτη.
Είδαμε τον Διονύση να μεγαλώνει, με τις παράξενες εμμονές του και την όμορφη τρέλα του, σαν ένας πατέρας όλων μας. Μπερδεμένος από το ροκ του μέλλοντος μας, μα με μια φλογίτσα πάνω από τα εκμαγείο του προσώπου να σιγοκαίει ακόμα.
Τι είναι ο Διονύσης Σαββόπουλος;
To παραπάνω θα μπορούσε να είναι ερώτηση ενός παιδιού της gen z, που βαριέται να διαβάσει όλα αυτά τα λόγια.
Είναι ο «Μπάλλος» και τα 15 λεπτά μιας σχεδόν post rock μυσταγωγίας, ένα μοναχικό ροκ ταξίδι σε μια πατρίδα παγωμένη από φόβο.
Είναι το «Ζεϊμπέκικο», πριν το κάνει «ποπ» ντουέτο με τη Σωτηρία Μπέλλου, σαν όνειρο με βαλκάνιους στα ανοιχτά μάτια των Black Sabbath.
Είναι η περιγραφή της αγάπης, που αντέχει τη ρουτίνα και τις οδύνες μιας αστικής ζωής, στο «Πρωινό» με την Αφροδίτη Μάνου.
Είναι η «Παράβαση» με τη φωνή του Παπάζογλου, είναι ο «Μικρός Μονομάχος» του, ένας Τόμ Σόγιερ που μιλάει ελληνικά και φρικάρει με τον Κακαουνάκη και τη νοσηρότητα της ελληνικής κοινωνίας. Και τόσα άλλα τραγούδια.
Για μένα είναι οι γονείς μου, ένα μυστικό ηχείο, ένας ενίοτε αλλοπρόσαλλος κώδικας συνεννόησης ανάμεσα στην εφηβεία μου και στη νεότητα τους. Αλλά και μια ενήλικη συνειδητοποίηση πως οι παράξενοι, οι αλλόκοτοι, οι αντισυμβατικοί, θα σώσουν αυτόν τον κόσμο, ή έστω, θα του χαρίσουν τα πιο όμορφα όνειρα.
υ,γ: ο τίτλος αποτελεί τμήμα στίχων της σύνθεσης «Μπάλλος» του Διονύση Σαββόπουλου
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.