Μενού

Το μεγαλύτερο λάθος της Τζέιν Φόντα συνέβη πάνω σε ένα πυροβόλο

jane fonda
AP NEWS
  • Α-
  • Α+

Oι γονείς μας έμαθαν την ηθοποιό Τζέιν Φόντα από μια κασέτα όπου έδειχνε ασκήσεις αερόμπικ (έγινε viral ξανά, στην πανδημία), η Gen Z την βλέπει σήμερα να πρωτοστατεί στις διαδηλώσεις "No Kings" κατά του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ στις έξι δεκαετίες της διαδρομής της στην υποκριτική, έπαιξε σε αναρίθμητες σειρές, ταινίες και θεατρικές παραστάσεις.

Το πλήρες όνομα της είναι Lady Jayne Seymour Fonda (ναι, το μικρό της όνομα είναι κυριολεκτικά «Κυρία») και γεννήθηκε στις 21 Δεκεμβρίου 1937, στη Νέα Υόρκη και λίγο πριν φτάσει στην ένατη δεκαετία της ζωής της, διατηρεί ένα ισχυρό αποτύπωμα στις τέχνες, στην κοινωνία, στη σύγχρονη ζωή. 

Η Τζέιν Φόντα είναι ο ορισμός του "nepo baby", καθώς ήταν ήταν κόρη της πλούσιας κοσμικής Φράνσις Φορντ Σέιμουρ και του κινηματογραφικού αστέρα Χένρι Φόντα. Στην περίπτωση της, αυτό ήταν κάτι σαν ευλογία, καθώς ο πατέρας της, πέρα από πρωταγωνιστής σε θρυλικές ταινίες όπως τα «Σταφύλια της Οργής» (1940), ξεχώρισε για την πολιτική του δράση, καθώς ήταν από τους στυλοβάτες μιας επιτροπής για την υποστήριξη της Ελευθερίας της Έκφρασης στην Τέχνη, κόντρα στις πολιτικες του Μακαρθισμού που είχαν σημαδέψει το Χόλιγουντ μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

H μητέρα της πάλεψε με τη διπολική διαταραχή και το 1950, λίγους μήνες αφού ο Χένρι Φόντα της είχε ζητήσει διαζύγιο, αυτοκτόνησε. Η Τζέιν ως τότε, κρατούσε απόσταση από την μητέρα της, σαν μια συναισθηματική άμυνα απέναντι στην ψυχική της κατάρρευση, ο αδελφός της όμως (Πίτερ Φόντα), ήταν πιο κοντά στην μητέρα τους και την έβλεπε να διαλύεται. Όταν πέθανε, ο Χένρι προσπάθησε να κρύψει την αλήθεια, τους είπε ότι είχε προδοθεί από την καρδιά της. Ένα χρόνο αργότερα έμαθαν την αλήθεια, με τον πιο κυνικό τρόπο: από δημοσίευμα περιοδικού.

Η Τζέιν έδειχνε «ψυχρή», μακριά από το πένθος, αλλά αν εμπιστευτούμε τις διηγήσεις του περιοδικού Variety, η έφηβη ηθοποιός ζητούσε την μητέρα της στον ύπνο της, ουρλιάζοντας κάθε βράδυ. Ο Χένρι Φόντα δεν ενδιαφερόταν για όλα αυτά, προτιμούσε να ξημεροβραδιάζεται με ερωμένες, δυνητικές νέες συζύγους.

Η Τέλεια Γυναίκα

Μέχρι την ενηλικίωση της έζησε οικότροφος και στη συνέχεια γράφτηκε στο ακριβοθώρητο κολλέγιο Vassar. Δοκιμάστηκε στο μόντελινγκ στα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής της, μέχρι που βρέθηκε μπρος στην απόλυτη πρόκληση: Μαθήματα υποκριτικής με τον δάσκαλο Λι Στράσμπεργκ. Παράλληλα, οι κρίσεις βουλιμίας και η κατανάλωση παυσίπονων χαπιών, μαζί με μια εξαντλητική εμμονή με το μπαλέτο, διαμόρφωναν μια ζωή χωρίς ανάσα. Κάθε στιγμή τη ζούσε στα κόκκινα, ακόμα κι όταν αποθεωνόταν για τη συμμετοχή της σε ταινίες όπως το "Walk on the Wild Side".

Το 1963, ο Ροζέρ Βαντίμ, ένας προβοκάτορας του σινεμά, μάστορας των κινηματογραφικών εικόνων, με ειδικότητα στο στο να εντοπίζει εξωπραγματικά όμορφα κορίτσια όπως η Μπριζίτ Μπαρντό και η Καθρίν Ντενέβ και να τις μετατρέπει σε σύμβολα του σεξ (αφού περάσουν από το κρεβάτι του), «κλειδώνει» το βλέμα του πάνω της. Παθαίνει εμμονή μαζί της, της προσφέρει αμέσως πρωταγωνιστικό ρόλο στο "Circle of Love". 

Η Φόντα περιγράφει τα έξι χρόνια της με τον Βαντίμ στη Γαλλία ως μαγικά και λαμπερά, αλλά τελικά ζοφερά. «Στα χέρια ενός ανθρώπου που ήταν αυθεντία στο να λουστράρει την περσόνα μιας γυναίκας, θα ξεκινούσα μια νέα πορεία,  ως μια γυναίκα που υποδύεται τη γυναίκα» γράφει στα απομνημονεύματα της, με μια δόση κυνισμού. 

Η Φόντα παντρεύτηκε τον Βαντίμ το 1965.Σύμφωνα με τις διηγήσεις της, ήταν ένας παρακμιακός bon vivant που λάτρευε τη σεξουαλική ελευθερία και την τέχνη. Αλλά ήταν επίσης βαρύς πότης, τζογαδόρος και μισογύνης που περίμενε από τη Φόντα να είναι η τέλεια σύγχρονη Γαλλίδα σύζυγος: Mια παραδοσιακή νοικοκυρά, αλλά ταυτόχρονα σεξουαλικά απελευθερωμένη και μοντέρνα. Η νεαρή ηθοποιός ανάγκαζε τον εαυτό της να προσποιείται ότι απολαμβάνει τα τρίο και τα όργια που ξεκίνησε ο Βαντίμ, αν και τα μισούσε.

«Θα σας πω τι απολάμβανα πραγματικά», γράφει η Φόντα: «τα επόμενα πρωινά, όταν ο Vadim έλειπε και η άλλη γυναίκα κι εγώ καθόμασταν για ώρα πάνω από τον καφέ μας και μιλούσαμε. Για μένα ήταν ένας τρόπος να φέρω λίγη ανθρωπιά στη σχέση, ένα αντίδοτο στην αντικειμενοποίηση. Τη ρωτούσα για τη ζωή της, προσπαθώντας να καταλάβω την ιστορία της και γιατί είχε δεχτεί να μοιραστεί το κρεβάτι μας (ερωτήσεις που δεν έκανα ποτέ στον εαυτό μου!)».

Η sci-sex παρωδία "Barbarella" ήταν ένα ακόμα διαμάντι, μια κλασική ταινία της δεκαετίας του `60, προϊόν της συνεργασίας του Βαντίμ με την Φόντα. Η ηθοποιός ήταν περιζήτητη, ήταν παντού. Στα τέλη των 60ς όμως, η Τζέιν έβλεπε ότι κάτω από το φανταχτερό σεντόνι της λάμψης του Χόλιγουντ, ο πραγματικός κόσμος έβραζε. Η φρίκη του πολέμου στο Βιετνάμ έβγαζε χιλιάδες απλούς ανθρώπους στον δρόμο. Η Φόντα τότε κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη και είδε μια θολούρα. Έκλεισε τα μάτια και όταν τα άνοιξε ξανά, ήταν στο δρόμο, μακριά από τον Βαντίμ, κοντά στους απλούς ανθρώπους.

Στα οδοφράγματα παραμονεύει ένα λάθος

Η βιογραφία της είναι ένας «ποταμός» εξομολογήσεων: «Σε εκείνα τα πρώτα χρόνια πίσω στην πατρίδα, δεν υπήρχε λάθος που να μην έκανα στις δημόσιες δηλώσεις μου», γράφει η Φόντα. «Αντί για περισυλλογή, αυτό που έκανα ήταν να μιλάω συνέχεια, παντού, ακατάπαυστα με μια έξαλλη φωνή... Στις συνεντεύξεις ήμουν χωρίς χιούμορ, μιλώντας πολύ γρήγορα, με μια φωνή που έβγαινε από κάποιο ελιτίστικο μέρος, με την οργή να σιγοβράζει ακριβώς κάτω από την επιφάνεια».

Μόλις επέστρεψε στην Αμερική, η 32χρόνη ηθοποιός ρίχτηκε στο αντιπολεμικό κίνημα. Συναντήθηκε με εκατοντάδες συντετριμμένους βετεράνους του Βιετνάμ, έμαθε από ειδικούς και ηγέτες και πρόσφερε τη στήριξή της στην κοινότητα των Ινδιάνων, στους Μαύρους Πάνθηρες και σε άλλους προοδευτικούς σκοπούς.

Ήταν παντού. Οργάνωνε συνεντεύξεις τύπου, περιόδευε σε όλη τη χώρα με ένα στέισον βάγκον, συμμετείχε σε καθιστικές διαμαρτυρίες και απεργίες πείνας. Η Φόντα ήταν αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει τη διασημότητά της για να τερματίσει έναν άδικο πόλεμο. Προφανώς, το FBI την παρακολουθούσε και της είχε φτιάξει έναν πλούσιο φάκελο. 

Το 1972, ταξίδεψε στον Βιετνάμ, για να φωτογραφήσει αποδείξεις ότι η Αμερική βομβάρδιζε φράγματα, προκαλώντας δεινά στους αμάχους. Τότε, το πάθος της για την ανακάλυψη της αλήθειας, την οδήγησε σε μια μεγάλη επικοινωνιακή ήττα. Ο πατέρας της παρακολουθούσε αυτή την αντισυμβατική ζωή με τρόμο. Πού πήγαινε να μπλέξει;

Μια συνάντηση με Βιετναμέζους στρατιώτε και μια φωτογραφία όπου γελούσε καθισμένη σε ένα αντιαεροπορικό πυροβόλο, σαν G.I JOE σε έκσταση, της έκανε μεγάλο κακό.  περιτριγυρισμένη από Βιετναμέζους στρατιώτες. Στο βιβλίο της, η Φόντα εξηγεί ότι μόλις που κατάλαβε τι συνέβαινε όταν τραβήχτηκε η εικόνα, αλλά τελικά, ανέλαβε πλήρως την ευθύνη. «Αν με χρησιμοποίησαν, εγώ το επέτρεψα», γράφει. «Ήταν δικό μου λάθος και πλήρωσα και συνεχίζω να πληρώνω βαρύ τίμημα για αυτό.Αυτά τα δύο λεπτά απώλειας της λογικής θα με στοιχειώνουν μέχρι να πεθάνω».

Έρωτας κι άλλα λάθη, πάντα λάθη 

«Όχι λάθη, πάντα λάθη» λέει ο τίτλος ενός τραγουδιού των Χειμερινών Κολυμβητών, κάτι που περιγράφει ιδανικά και την Τζέιν Φόντα όταν βάδιζε προς τη μέση ηλικία.

«Ήμουν ταυτόχρονα ερωτευμένη με τον Τομ και ένιωθα δέος γι' αυτόν», γράφει η Φόντα για τον δεύτερο σύζυγό της, τον ακτιβιστή και πολιτικό Τομ Χέηντεν. «Για μένα ήταν φίλος, μέντορας, εραστής, σωτήρας, στυλοβάτης και το παράδειγμα αυτού που ήλπιζα ότι θα μπορούσα να γίνω».

Παντρεύτηκαν το 1973 και η ζωή τους ήταν παράξενη, κάπως αντί-χολιγουντιανή. Το ζευγάρι ζούσε με τη Βανέσα, την κόρη της Φόντα από τον Βαντίμ και το γιό τους, Τρόι, σε ένα μικρό σπίτι στην εργατική συνοικία Όσιαν Παρκ. Η Τζέιν είχε μεν υποταχθεί σε έναν άντρα, αλλά, η ζωή τους ήταν φωτεινή, σχεδόν ευτυχισμένη, καθώς περιτριγυρίζονταν από απλούς ανθρώπους, ανήσυχους ιδεαλιστές. Η ζωή ίσως είχε βρει ένα δρόμο για να είναι καλύτερη, έχοντας νικήσει τις κάννες των όπλων.

Προσπάθησε να έρθει ξανά κοντά στον πατέρα της και βρήκε τον τρόπο, μέσα από μια ταινία, την «Χρυσή Λίμνη», μια συγκινητική ιστοορία για μια ταραγμένη σχέση πατέρα-κόρης, με τον Χένρι να υποδύεται τον πατέρα του χαρακτήρα της και την Κάθριν Χέπμπορν την μητέρα της.

Ο Χένρι δεν της χαρίστηκε λεπτό. Στα γυρίσματα της ταινίας, την αντιμετώπιζε απαξιωτικά και την προσέβαλε διαρκώς. Η Φόντα βρήκε αποκούμπι στην Χέπμπόρν. Μια φορά, της είχε πει, σαν να ήταν μητέρα της «...σε παρακαλώ μην νιώθεις άσχημα. Ο μπαμπάς σου δεν έχει ιδέα ότι τα λόγια του σε πληγώνουν».

Μια άλλη φορά, η Φόντα ήταν έτοιμη να κλάψει. Ο πατέρα της ήταν έξω φρενών και δεν ήθελε να συμορφωθεί στις οδηγίες της σκηνοθεσίας σε μια σκηνή μεταξύ τους.

«Καθώς κοίταζα επίμονα την ακτή, προσπαθώντας να χαλαρώσω και να μπω στη σκηνή, είδα την Κάθριν να κάθεται κουλουριασμένη στους θάμνους, ακριβώς μέσα στο οπτικό μου πεδίο. Κανείς δεν μπορούσε να τη δει εκτός από μένα. Με κάρφωσε έντονα με τα μάτια της και σιγά-σιγά σήκωσε τις σφιγμένες γροθιές της και τις κούνησε... Με την ενέργειά της μου έδωσε κυριολεκτικά τη σκηνή, μου την πρόσφερε με τις γροθιές της, τα μάτια της και τη γενναιοδωρία της, και δεν θα το ξεχάσω ποτέ» έγραψε χρόνια αργότερα.

Η ταινία, που σημείωσε τεράστια επιτυχία, χάρισε στον Χέντρι το πρώτο του Όσκαρ, που ήταν και ο αρχικός στόχος της κόρης του. Τις ημέρες πριν πεθάνει, το 1982, η Φόντα φρόντιζε τον συναισθηματικά ψυχρό πατέρα της, τρίβοντας τα πόδια του για ώρες. Του είπε ότι τον αγαπούσε, ότι λυπόταν για τις διαφορές τους και ότι ήξερε πως είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Ο Χένρι έμεινε βουβός και δακρυσμένος.

Τα εκκωφαντικά 90s

"Big Time, I'm on my way, I'm making it, yeah

Big Time, I've got to make it show" (Peter Gabriel, "Big Time)

Τέλη δεκαετίας του `80, η Τζέιν είναι μια γυναίκα 52 ετών, με δυναμισμό παρομοιώδη, με μια κασέτα (!) να ωθεί εκατομμύρια γυναίκες να στρώσουν ένα χαλί αερόμπικ και να γυμναστούν μόνες ή παρέα. Το τηλέφωνο χτυπάει. Είναι ένας άντρας, ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης, αυτός που έκανε το CNN ένα γιγαντιαίο μηντιακό brand. Είναι ο Τεντ Τέρνερ. Της ζητάει να βγουν ραντεβού. Τον απορρίπτει ευγενικά, δεν είναι έτοιμη. Επιμένει: «Ε, σε καταλαβαίνω απόλυτα», της είπε. «Μόλις χώρισα με την ερωμένη μου».

Είναι ένας «γενναίος, θρασύς, προκλητικός» άντρας που τη σαγηνεύει. Παντρεύονται το 1991. Μετακόμισαν στην Ατλάντα, με την Φόντα να έχει σταματήσει την υποκριτική, για να αφοσιωθεί στο νέο της σύζυγο. Παρ' ότι ο Τέρνερ δεν ένιωθε καλά με την μονογαμία, λάτρευε τη Τζέιν και την έκανε πραγματικά να νιώθει καλά με τον εαυτό της. Για μια φορά, γράφει η ίδια, εκείνη ήταν το «έπαθλο».

Στο πλευρό του Τεντ και σε διάλειμμα διαρκείας από την υποκριτική, η Φόντα εργάστηκε σε φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες, αλλά και σε δράσεις για την ενδυνάμωση των δικαιωμάτων των γυναικών. Αλλά η «λουσάτη» ζωή της Trophy Wife γρήγορα την κούρασε. Κάθε ταξίδι δίπλα στον Τεντ, στα διάφορα σπίτια του, στις επιχειρήσεις που είχε στην ιδιοκτησία του, στους αγώνες των ομάδων που συν-χρηματοδοτούσε την οδήγησε σε μια μίνι υπαρξιακή κατάρρευση. Όταν στράφηκε στο αλκοόλ για να καταφέρει να διαχειριστεί τη ζωή δίπλα στον Τεντ, τότε κατάλαβε ότι η σχέση τους είχε βαλτώσει. Χώρισαν το 2001. Η Τζέιν έκτοτε, δεν σταμάτησε να μιλάει με ευγνωμοσύνη για όσα έζησαν μαζί.

Τζέιν, κόρη ενός πατέρα

«Σε όλη μου τη ζωή ήμουν η κόρη του πατέρα μου, παγιδευμένη σε ένα ελληνικό δράμα, σαν την Αθηνά, που ξεπήδησε πλήρως διαμορφωμένη από το κεφάλι του πατέρα της, του Δία, πειθαρχημένη, ορμητική», γράφει η Φόντα. «Από την παιδική μου ηλικία έμαθα ότι η αγάπη κερδίζεται, όταν επιτυγχάνεις το τέλειο».

Αλλά μετά από δεκαετίες που οριζόταν από την εμμονή της για αριστεία και την έγκριση των ανδρών, στα 60 της, η Fonda πείστηκε ότι οι προσδοκίες της πατριαρχίας είναι μια επικίνδυνη παγίδα. «Το να προσπαθείς να είσαι τέλειος είναι μια τοξική διαδρομή», λέει. «Δεν είμαστε τέλειοι. Πρέπει να αγαπήσουμε τη σκιά μας».

Η Φόντα άρχισε να αγκαλιάζει τους αγώνες για τη γυναικεία απελευθέρωση. Με το επαναστατικό έργο «Μονόλογοι Αιδοίου» της Ιβ Ένσλερ επέστρεψε στην υποκριτική, με τις 19χρονες γυναίκες των 2000ς στο κοινό. Ακολούθησε η «Κακιά Πεθερά», μια κινηματογραφική κωμωδία (2004) και τότε έγινε κάτι πρωτάκουστο. Μια ηθοποιός που κόντευε τα 70, έβλεπε το τηλέφωνο της να χτυπάει για νέους ρόλους. Με την κομεντί "Grace and Frankie" πρωταγωνιστεί σε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Netflix, λίγο πριν μπει στην όγδοη δεκαετία της ζωής της. 

Οι αγώνες δεν σταματούν ποτέ

Ηγείται πρωτοβουλιών κατά του ηλικιακού ρατσισμού και υπέρ της ισότητας των γυναικών στην αγορά εργασίας, ενώ με το "Climate PAC" εγκαλεί τους πολιτικούς που έχουν πλουτίσει από την βιομηχανία ορυκτών καυσίμων να λογοδοτήσουν στη δικαιοσύνη. Είναι 88 ετών, έχει παλέψει με τον καρκίνο και τον έχει νικήσει, ενώ ακόμα βρίσκεται στους δρόμους, ακόμα διαδηλώνει και συλλαμβάνεται, ακόμα αναζητά δημιουργική διέξοδο στο σινεμά. Η ηλικία για την Τζέιν Φόντα, δεν είναι κλισέ να το πούμε, είναι ένας αριθμός. 

Στο podcast της ηθοποιού Τζούλια Λιούις Ντρέιφους (2023), η Τζέιν Φόντα ήταν όπως πάντα χειμαρρώδης στο λόγο της. Σταχυολογήσαμε μερικές δηλώσεις της.

«....δεν θέλω να πεθάνω έχοντας μετανιώσει για κάτι. Από τα 59 ως τα 60 ερεύνησα τι έχω κάνει στη ζωή μου. Ανακάλυψα ότι ήμουν πολύ γενναία, σε όλη τη ζωή μου. Τότε πήρα μεγάλη αυτοπεποίθηση για τη συνέχεια». 

«οι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι δύσκολο να είσαι ηλικιωμένος. Όχι, το αντίθετο, είναι πάρα πολύ δύσκολο να είσαι νέος και να μην έχεις ιδέα για το πως να κάνεις το σωστό στη ζωή σου. Η μέση ηλικία είναι οκ, είναι όταν μαθαίνουμε να λειτουργούμε σωστά, στο μίνιμουμ έστω. Όταν είσαι ηλικιωμένος, τότε είναι που τα προβλήματα της ζωής δεν σε τρομάζουν πια, λες το ξέρω, το έκανα, το έχω αντιμετωπίσει ξανά»

«Έχω οκτώ χρόνια να κάνω σχέση με κάποιον άντρα. Μου λείπουν οι έρωτες, όχι οι χωρισμοί [...] ξέρω ότι μια σχέση με έναν άντρα τελειώνει, όταν με φαντάζομαι να οργανώνω την κηδεία του, να μιλάω γι' αυτήν. Είναι περίεργο, αλλά στο τέλος κάθε σχέσης μου, σκέφτομαι το θάνατο».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.