Μενού

«Ο Παύλος Γιαννακόπουλος μου έδωσε πουρμπουάρ 5.000 δραχμές»: Ο κ. Μιχάλης αφήνει την εστίαση μετά από 46 χρόνια

Σερβιτόροι σε ξενοδοχείο της Κέρκυρας, δεκαετία 1980 - Πηγή: Επεξεργασμένη φωτογραφία αρχείου
Σερβιτόροι σε ξενοδοχείο της Κέρκυρας, δεκαετία 1980 | Πηγή: Επεξεργασμένη φωτογραφία αρχείου
  • Α-
  • Α+

Υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν τον τουρισμό στην Κέρκυρα ως επάγγελμα. Και υπάρχουν άνθρωποι που τον έζησαν τόσο ολοκληρωτικά, ώστε η ίδια τους η ζωή να αποτελεί ένα μικρό αρχείο της ιστορίας του νησιού.

Ο άνθρωπος που μας μιλά είναι ένας από αυτούς.

Στα 63 του, φέτος, ο κύριος Μιχάλης έβαλε τέλος σε 46 χρόνια δουλειάς στη σεζόν. Ξεκίνησε το 1980, όταν ήταν μόλις 16 ετών, και για τα επόμενα 46 χρόνια έζησε σχεδόν κάθε μεταμόρφωση που γνώρισε η κερκυραϊκή τουριστική βιομηχανία. Τα πρώτα 27 χρόνια εργάστηκε σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο στις Μπενίτσες, από εκείνα που απευθύνονταν σε μια πολύ συγκεκριμένη και εύπορη πελατεία. Τα τελευταία 19 εργάστηκε σε ένα all-inclusive ξενοδοχείο, σε ένα μοντέλο τουρισμού που απέχει πολύ από εκείνο που γνώρισε όταν ήταν παιδί.

Η ιστορία του, επομένως, δεν είναι μόνο μια ανάμνηση από τα ’80s. Είναι η διαδρομή από την Κέρκυρα της πολυτέλειας στην Κέρκυρα της μαζικότητας.

Η Κέρκυρα είχε ήδη μπει στον τουριστικό χάρτη από τις προηγούμενες δεκαετίες. Το 1952, μάλιστα, άνοιξε στη Δασιά το Club Med, το οποίο η Ένωση Τουριστικών Πρακτόρων Κέρκυρας χαρακτηρίζει ως το πρώτο all-inclusive resort στην Ελλάδα. Τη δεκαετία του 1960 άρχισε να αναπτύσσεται μαζικά ο τουρισμός, ενώ οι δεκαετίες του 1970 και του 1980 ήταν αυτές που μεταμόρφωσαν οριστικά το νησί.

Η αλλαγή αποτυπώνεται και στους αριθμούς. Οι ξενοδοχειακές κλίνες της Κέρκυρας, από περίπου 3.400 το 1970, είχαν φτάσει τις 18.387 το 1980 και τις 23.228 το 1985. Οι αφίξεις, από περίπου 170.000 το 1973, ξεπέρασαν τις 650.000 το 1985.

Οι Μπενίτσες βρίσκονταν στην καρδιά αυτής της μετάβασης. Το παλιό παραθαλάσσιο ψαροχώρι είχε ήδη αρχίσει από τη δεκαετία του ’70 να μετατρέπεται σε τουριστικό προορισμό, με ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ και έντονη νυχτερινή ζωή. Η Κέρκυρα γινόταν σταδιακά ένας από τους μεγάλους προορισμούς του ελληνικού τουρισμού, με το οργανωμένο τουριστικό πακέτο να αλλάζει την κλίμακα της επισκεψιμότητας.

Όταν, λοιπόν, ο 16χρονος τότε Κερκυραίος μπήκε για πρώτη φορά στη δουλειά, ο τουρισμός δεν ήταν πια μια υπόσχεση για το μέλλον. Ήταν ήδη ο κλάδος που θα καθόριζε την οικονομική και κοινωνική ζωή του νησιού.

«Ξεκίνησα να δουλεύω σεζόν το 1980, ήμουν 16 ετών. Τότε ξεκίνησε ο τουρισμός εδώ στο νησί. Τα ξενοδοχεία ήθελαν προσωπικό και έπαιρναν μόνο ντόπιο κόσμο για δουλειά. Το προσωπικό ήταν ντόπιο».

Το ξενοδοχείο ήταν ολοκαίνουργιο. Μόλις είχε ανοίξει και, όπως θυμάται, είχε «τις καλύτερες προδιαγραφές που υπήρχαν, για την εποχή». Για 27 χρόνια θα αποτελούσε τον χώρο εργασίας του και ταυτόχρονα ένα από τα καλύτερα σημεία παρατήρησης της τουριστικής Κέρκυρας.

Εκείνη η Κέρκυρα δεν είχε ακόμη τη σημερινή μαζικότητα. Στα ξενοδοχεία υψηλών προδιαγραφών, τουλάχιστον, η πελατεία ήταν κατά τη δική του ανάμνηση ιδιαίτερα εύπορη.

«Ο κόσμος που ερχόταν ήταν πολύ καλύτερης ποιότητας. Ο κόσμος που έκανε τουρισμό εκείνα τα χρόνια ήταν η ελίτ. Τουλάχιστον στα ξενοδοχεία εδώ στα μέρη μας».

Και ανάμεσα στους ξένους, υπήρχαν πολλοί Έλληνες. Όχι, όμως, οι οικογένειες που έψαχναν μια οικονομική εβδομάδα διακοπών. Ήταν επιχειρηματίες και άνθρωποι με μεγάλη οικονομική επιφάνεια, πολλοί από τους οποίους επέστρεφαν κάθε χρόνο.

«Είχαμε πολλούς έλληνες τουρίστες αλλά ήταν επιχειρηματίες, πλούσιοι. Ο Ιούλιος και Αύγουστος ήταν σχεδόν το 60% Έλληνες, παλιοί πελάτες του ξενοδοχείου, που έρχονταν κάθε χρόνο. Αυτό που παρουσιάζουν οι ελληνικές ταινίες με τον Κωνσταντάρα και όλους αυτούς τους επιχειρηματίες που δείχνουν στα ξενοδοχεία να κάνουν διακοπές, αυτή ήταν ακριβώς η εικόνα».

Κέρκυρα, 1980 - Πηγή: Facebook
Κέρκυρα, 1980 | Πηγή: Facebook

Η πολυτέλεια είχε τους δικούς της κανόνες

Σήμερα μπορεί να μοιάζει παράξενο να χρειάζεται κάποιος να αλλάξει ρούχα για να κατέβει στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Εκείνη την εποχή, όμως, το βραδινό δείπνο ήταν μέρος της ίδιας της εμπειρίας της φιλοξενίας. Το ξενοδοχείο είχε dress code και οι κανόνες τηρούνταν απαρέγκλιτα.

«Στο εστιατόριο έρχονταν πάντα με μακρύ παντελόνι, ευπρεπώς ντυμένοι οι άντρες και με επίσημα ενδύματα οι γυναίκες. Σορτσάκια και πρόχειρα ρούχα, ειδικά στο βραδινό, απαγορεύονταν».

Ακόμη και το φαγητό είχε τις δικές του μικρές τελετουργίες. «Ένα χαρακτηριστικό της ποιότητας του κόσμου ήταν ότι οι πελάτες έτρωγαν το πορτοκάλι με το μαχαιροπίρουνο χωρίς να το ακουμπήσουν με το χέρι τους».

Η εικόνα της πολυτέλειας, όμως, στηριζόταν σε μια αυστηρή ιεραρχία. Το προσωπικό όφειλε να βρίσκεται στους χώρους των πελατών μόνο όταν εργαζόταν και να παραμένει διακριτικό ακόμη και απέναντι σε ανθρώπους που γνώριζε.

«Σε εμάς απαγορεύονταν να κυκλοφορήσει το προσωπικό στους χώρους των πελατών, απαγορεύονταν και να τους μιλήσεις αν ήσουν εκτός βάρδιας, αλλού, σε άλλα ξενοδοχεία δεν υπήρχαν τέτοιοι περιορισμοί».

Είναι μια λεπτομέρεια που λέει ίσως περισσότερα για την εποχή από όσο μοιάζει αρχικά. Η πολυτέλεια δεν αφορούσε μόνο την ποιότητα του δωματίου ή του φαγητού. Αφορούσε και την απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που πληρώνει και εκείνον που υπηρετεί. Ο πελάτης έπρεπε να αισθάνεται ότι τίποτα δεν διαταράσσει τις διακοπές του. Ο εργαζόμενος, αντίστοιχα, έπρεπε να ξέρει πότε η παρουσία του ήταν επιθυμητή και πότε όχι.

Η σεζόν άλλαζε με διεκδικήσεις

Κι όμως, πίσω από αυτή την προσεκτικά σκηνοθετημένη εικόνα υπήρχε ένας κλάδος που κάθε άλλο παρά ανέμελος ήταν.

Τον Ιούλιο του 1980, την ίδια χρονιά που ο 16χρονος σερβιτόρος ξεκινούσε τη δική του πρώτη σεζόν, περίπου 6.000 ξενοδοχοϋπάλληλοι της Κέρκυρας κατέβηκαν σε απεργία. Περίπου 140 ξενοδοχεία συμμετείχαν στην κινητοποίηση και στα μεγαλύτερα η συμμετοχή έφτασε το 95% έως 100%. Οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν, μεταξύ άλλων, επτάμηνη απασχόληση, ασφαλιστική προστασία απέναντι στην ανεργία και καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Οι συνθήκες πίσω από τη βιτρίνα των ξενοδοχείων δεν είχαν τίποτα από την πολυτέλεια που προσφερόταν στους πελάτες. Οι μαρτυρίες της εποχής μιλούν για εξαντλητικά και «σπαστά» ωράρια, προβλήματα στη διαμονή του προσωπικού και χώρους όπου οι εργαζόμενοι στοιβάζονταν για να κοιμηθούν μετά τη βάρδια. Σε χαρακτηριστική περίπτωση που καταγράφεται για την εποχή, 17 εργαζόμενοι φέρεται να έμεναν σε χώρο μόλις 45 τετραγωνικών μέτρων.

Η Κέρκυρα εκείνης της περιόδου είχε, επομένως, δύο όψεις που συνυπήρχαν χωρίς να συναντιούνται πάντοτε. Από τη μία, τα ξενοδοχεία υψηλών προδιαγραφών, οι εύποροι πελάτες, τα συνέδρια και οι δεξιώσεις. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι που πάλευαν ώστε η εποχικότητα να μην ισοδυναμεί με μισή δουλειά και μισή ζωή.

Και ανάμεσα στις δύο αυτές πλευρές υπήρχε το φιλοδώρημα.

Ο Παύλος Γιαννακόπουλος και το πεντοχίλιαρο για έναν χυμό

Από όλους τους ανθρώπους που πέρασαν εκείνα τα χρόνια από το ξενοδοχείο, ένας έχει μείνει ιδιαίτερα έντονα στη μνήμη του. Ο Παύλος Γιαννακόπουλος.

Το ξενοδοχείο φιλοξενούσε συνέδρια, δεξιώσεις και επαγγελματικές εκδηλώσεις. Σε ένα συνέδριο για τη μεσογειακή αναιμία συμμετείχαν και φαρμακοβιομήχανοι. Ο Γιαννακόπουλος είχε στείλει έναν διευθυντή να εκπροσωπήσει τη βιομηχανία του. Κάποια στιγμή, όμως, έφτασε ο ίδιος στο ξενοδοχείο όπου διεξαγόταν το συνέδριο, ενώ η συνεδρίαση βρισκόταν σε εξέλιξη.

Δεν ζήτησε να διακοπεί το συνέδριο για να τον υποδεχθούν. «Κάθισε και περίμενε σε μία πολυθρόνα, μέχρι να γίνει διάλειμμα» θυμάται ο συνταξιούχος πια σερβιτόρος.

Ο σερβιτόρος περνούσε από μπροστά του κρατώντας έναν φρέσκο χυμό για τον διευθυντή του. «Μου φωνάζει “φίλε, φίλε”. Τον αναγνώρισα αμέσως, ήταν πασίγνωστος. Ήταν την εποχή που είχε φέρει τον Γουίλκινς, τον Βράνκοβιτς, ήταν μεγάλη η ομάδα του Παναθηναϊκού στο μπάσκετ».

Τον πλησίασε. «Με ρωτάει “φρέσκος είναι ο χυμός”. Λέω, “μάλιστα”. “Θα μπορούσα να έχω σας παρακαλώ κι εγώ έναν;” με ρωτάει, ευγενέστατος».

Ο σερβιτόρος πήγε να του προσφέρει εκείνον που κρατούσε ήδη. Ο Γιαννακόπουλος, όμως, τον σταμάτησε. «Ο χυμός που κρατάω, μου λέει, “προορίζεται για άλλο κύριο, θα περιμένω».

Πέρασε ο Μετρ, ο σερβιτόρος τού εξήγησε τι είχε συμβεί και του ζήτησε να παραγγείλει έναν δεύτερο χυμό. Όταν επέστρεψε, ρώτησε πρώτα εάν έπρεπε να χρεώσει τον πελάτη. «Μου λέει προφανώς όχι».

Κι όμως, όταν ο σερβιτόρος πήγε να φύγει, ο Γιαννακόπουλος προσπάθησε να τον πληρώσει. «Του είπα όχι, επέμενα, ώσπου μετά από λίγη συζήτηση μου λέει “εντάξει, ευχαριστώ πάρα πολύ. Θα το δεχτώ” και βγάζει και μου δίνει πουρπουάρ ένα πεντοχίλιαρο. Σε σημερινά λεφτά, ήταν πάνω από 50 ευρώ».

Για τον νεαρό σερβιτόρο, ωστόσο, το πραγματικό μέγεθος των φιλοδωρημάτων δεν το έδειχνε μόνο αυτή η ιστορία. «Τα πουρμπουάρ δεν ήταν απλά καλύτερα τότε. Ήταν φοβερά. Έφευγε η εβδομάδα και μπορεί να έβγαζες και 10-15 χιλιάρικα δραχμές. Περίπου ένας μισθός. Στον μήνα έβγαζες σίγουρα άλλο ένα μισθό».

Και υπάρχει μια φράση του που ίσως συμπυκνώνει καλύτερα από οποιαδήποτε περιγραφή την οικονομία της σεζόν. «Εγώ θυμάμαι όταν είχαμε πρωτο νοικιάσει ένα σπίτι, τα ενοίκια τα πληρώναμε με τα πουρμπουάρ».

«Έφευγαν οι ιδιοκτήτες από τα μαγαζιά τους με μαύρες σακούλες σκουπιδιών γεμάτες λεφτά»

Έξω από το ξενοδοχείο, η οικονομία του νησιού είχε πάρει φωτιά. «Στην περιοχή που ήταν το ξενοδοχείο, υπήρχαν πολλά μαγαζιά από κάτω. Μπαρ, παμπ, ντίσκο, εστιατόρια. Και ήταν όλα γεμάτα».

Θυμάται τους ιδιοκτήτες να φεύγουν στο τέλος της ημέρας με τις εισπράξεις σε μαύρες σακούλες σκουπιδιών. «Αυτό που λένε ότι έφευγαν οι ιδιοκτήτες από τα μαγαζιά τους με μαύρες σακούλες σκουπιδιών γεμάτες λεφτά, συνέβαινε τότε. Ο κόσμος είχε λεφτά», λέει. Η ολοένα αυξανόμενη τουριστική κίνηση δημιουργούσαν μια αγορά που έμοιαζε ασταμάτητη.

Αλλά η ανάπτυξη είχε ήδη αρχίσει να ξεφεύγει από τα όρια του παλιού μοντέλου. Ο ίδιος θεωρεί ότι η δεκαετία του ’80 και οι αρχές του ’90 διατήρησαν ακόμη υψηλό επίπεδο πελατείας στα ξενοδοχεία όπου εργαζόταν, αλλά βλέπει ως σημείο καμπής την άναρχη εξάπλωση των ενοικιαζόμενων καταλυμάτων. Πρόκειται για τη δική του ανάγνωση της αλλαγής που έζησε, μέσα από 27 χρόνια εργασίας στον ίδιο χώρο. 

Αεροδρόμιο Κέρκυρας, 1980 - Πηγή: Facebook
Αεροδρόμιο Κέρκυρας, 1980 | Πηγή: Facebook

Η Κέρκυρα σήμερα

Η δική του επαγγελματική διαδρομή, πάντως, δεν σταμάτησε μαζί με εκείνη την Κέρκυρα. Μετά από 27 χρόνια στο πολυτελές ξενοδοχείο, πέρασε για άλλα 19 χρόνια σε ένα all-inclusive.

Εκεί βρίσκεται ίσως η πιο ενδιαφέρουσα συνέχεια της ιστορίας του. Γιατί ο ίδιος άνθρωπος που ξεκίνησε να σερβίρει σε ένα ξενοδοχείο όπου ο πελάτης έπρεπε να φορά μακρύ παντελόνι για το δείπνο, τελείωσε την επαγγελματική του ζωή σε ένα μοντέλο που βασίζεται σε μια εντελώς διαφορετική λογική. Ο επισκέπτης πληρώνει για ένα πακέτο και μεγάλο μέρος της κατανάλωσής του, φαγητό, ποτό και υπηρεσίες, παραμένει μέσα στα όρια του ξενοδοχείου.

Από τον πελάτη που έβγαινε το βράδυ στα εστιατόρια, τις ντίσκο και τα μπαρ της περιοχής, στον πελάτη που μπορεί να περάσει ολόκληρη τη διαμονή του μέσα στο resort.

Από το πεντοχίλιαρο του φιλοδωρήματος, στη βιομηχανία των πακέτων διακοπών.

Από την Κέρκυρα που μόλις ανακάλυπτε ότι μπορεί να ζήσει από τον τουρισμό, στην Κέρκυρα που πλέον δυσκολεύεται να ζήσει χωρίς αυτόν.

Στα 63 του, ο άνθρωπος αυτός μόλις βγήκε στη σύνταξη. Πίσω του αφήνει 46 χρόνια σεζόν. Σχεδόν μισό αιώνα από τη ζωή του δουλεμένο μέσα στα ξενοδοχεία. Και η διαδρομή του είναι, με έναν τρόπο, η διαδρομή του ίδιου του νησιού.

Γιατί η τουριστική ανάπτυξη που κάποτε έμοιαζε με υπόσχεση ευημερίας έγινε σταδιακά το κυρίαρχο μοντέλο του νησιού. Οι Μπενίτσες, η Γλυφάδα, ο Κάβος, η Δασιά, τα Γουβιά και τόσες άλλες περιοχές άρχισαν να λειτουργούν όλο και περισσότερο γύρω από την τουριστική σεζόν. Τα καταλύματα πολλαπλασιάστηκαν, οι υποδομές πιέστηκαν, η γη απέκτησε νέα αξία και η καθημερινότητα των κατοίκων άρχισε να προσαρμόζεται στις ανάγκες του επισκέπτη.

Η Κέρκυρα του σήμερα είναι, από αυτή την άποψη, ο μακρινός απόγονος εκείνης της Κέρκυρας των ’80s, μόνο που η κλίμακα έχει αλλάξει δραματικά. Ο τουρισμός δεν είναι πλέον ένας νέος κλάδος που υπόσχεται να αλλάξει το νησί. Έχει γίνει το ίδιο το σύστημα μέσα στο οποίο λειτουργεί το νησί.

Και αυτή ίσως είναι η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές.

Τότε, ένας 16χρονος μπορούσε να μπει για πρώτη φορά σε ένα ολοκαίνουργιο ξενοδοχείο στις Μπενίτσες και να αισθανθεί ότι παρακολουθεί από κοντά έναν καινούργιο κόσμο που μόλις γεννιέται. Σήμερα, η Κέρκυρα έχει φτάσει στο σημείο όπου ο τουρισμός έχει πια καταλάβει σχεδόν κάθε διαθέσιμο χώρο. Τη γη, τη στέγαση, την εργασία, τις υποδομές, την καθημερινότητα.

Από τα λευκά τραπεζομάντιλα και το μακρύ παντελόνι στο δείπνο, στις ομπρέλες, τα Airbnb, τα charter και την αδιάκοπη τουριστική κίνηση. Από τον επισκέπτη που γνώριζε το όνομα του σερβιτόρου στον τουρισμό της μαζικής κατανάλωσης.

Και ανάμεσα στις δύο αυτές Κέρκυρες βρίσκεται η ζωή ενός ανθρώπου που ξεκίνησε να δουλεύει στα 16 του και έμεινε 46 χρόνια πίσω από τα τραπέζια ξενοδοχείων.

Μια ζωή που, αν την ακούσεις προσεκτικά, δεν μιλάει μόνο για τη «χρυσή εποχή» του τουρισμού, αλλά για το πώς ένα νησί έμαθε να δουλεύει για τους επισκέπτες του και πώς, κάποια στιγμή, κινδύνεψε να γίνει ολόκληρο επισκέπτης στον ίδιο του τον τόπο.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.