Αν κάποιος μας ζητούσε να φανταστούμε έναν μαέστρο, πιθανότατα θα αποτυπώναμε αυτή την εικόνα με αρκετά συμβατικό τρόπο. Φράκο, αυστηρά αλλά επίσημα ρούχα, άτεγκτη προσέγγιση στα πράγματα. Αν πάλι σταθούμε σε αυτή την αντίληψη, σημαίνει πως η τέχνη ανήκει στους λίγους και εκείνοι που τη μυσταγωγούν είναι πιο πάνω από εμάς, ανήκουν σε μια άλλη σφαίρα που δεν μπορούν να την αγγίξουν οι κοινοί θνητοί.
«Αυτά είναι παραμύθια της μπουζουαρζίας, της αστικής τάξης», είχε σημειώσει ο Θεόδωρος Κουρεντζής σε μια συνέντευξή του γι’ αυτό ακριβώς το θέμα. Άρα, αν το ψειρίσουμε πολύ, τι είναι η τέχνη για εκείνους που την υπηρετούν; Και εντέλει, μήπως ο μαέστρος είναι κάτι πιο γήινο από αυτό που η φαντασία μας έχει πλάσει;
Πέτσινα, αρβύλες και μπαγκέτα
Ο Θεόδωρος Κουρεντζής ανήκει στην κατηγορία του γήινου. Άσχετα αν η αύρα που τον συνοδεύει παλεύει να μας πείσει για το αντίθετο. Μια ρηχή προσέγγιση θα μπορούμε να κάνει λόγο για τον μαέστρο με τα πέτσινα, με τις αρβύλες, με το ιδιαίτερο στυλ, κόντρα στην στεγνή και πολυτελή εικόνα των μαέστρων που έχουμε συνηθίσει. Η ζωή όμως, όπως και η τέχνη, εξελίσσεται και η μουσική δεν αφορά μια κλειστή κάστα ανθρώπων αποκλειστικά, σαν να είμαστε σε κάποιο μέγαρο της Βιέννης του 19ου αιώνα.
«Δεν μπορείς να κάνεις τέχνη αν δεν ξέρεις τι σημαίνει να είσαι κάτω». Γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Βύρωνα που παρά την παγκόσμια καριέρα του και την αντίστοιχη φήμη, δεν ξεχνάει και πάντα θυμάται όταν επιστρέφει. Η μητέρα του ήταν δασκάλα πιάνου και υπήρξε εκείνη που του έδωσε την πρώτη μουσική παιδεία.
Ο πατέρας του αστυνομικός και όπως τονίζει ο ίδιος σε συνεντεύξεις, ένας άνθρωπος με ιδιαίτερες ευαισθησίες, ευάλωτος και αγνός. Οι πληγές, τα χτυπήματα από τη ζωή, είναι τα παράσημα του καλλιτέχνη. Μακριά από μεγαλόστομες και ανούσιες φανφάρες, ο Κουρεντζής φαίνεται να προσπαθεί να ενσαρκώσει αυτό ακριβώς.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του είχε να διαλέξει την συνέχεια, ή πιο σωστά, το ξεκίνημα ενός ανοίγματος στον κόσμο της μουσικής. Ηνωμένες Πολιτείες ή μετασοβιετική Ρωσία. Διάλεξε το δεύτερο, σε μια συγκυρία συγκλονιστικά δύσκολη. Η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού «έφερε» έναν σκληρό νεοφιλελευθερισμό, φτώχεια και δυστυχία. Ο ίδιος δεν ήξερε τη γλώσσα, κάτι που τον δυσκόλεψε φοβερά.
«Πήγαινα στις εκκλησίες και προσπαθούσα να μαντέψω τι ήταν το κάθε το τροπάριο, σε τι αντιστοιχεί». Η πνευματικότητα άλλωστε παίζει βασικό ρόλο στο δημιουργικό του όραμα. Παρά τις δυσκολίες που συνάντησε, τα «κάτω» όπως τα ονοματίζει ο ίδιος, έφτασε το 2011 να αναλάβει την διεύθυνση της Όπερας του Περμ.
«Η μουσική είναι για δύο»
Συχνά ακούει επαίνους. Συχνά άρθρα που γράφονται, σαν αυτό εδώ, προσπαθούν να βάλουν σε ένα καλούπι με λέξεις ένα σπάνιο ταλέντο. Είναι εύκολο να εστιάσουμε στο στυλ του. Εύκολο αλλά μάλλον ανούσιο. Εύκολο επίσης να εστιάσουμε στις βραβεύσεις και στην καταξίωση. Ας εστιάσουμε όμως σε αυτό που ο ίδιος επιλέγει. Το γήινο. Η μουσική με την οποία καταπιάνεται δεν είναι εύκολη.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μουσική για λίγους; Υπερβολικό. Μια ορχήστρα δεν ανήκει σε μια ελίτ που την βλέπει με όρους ταξικούς. Οι καλοί μεγαλοαστοί που το βλέπουν όλο αυτό σαν προνόμιο ή σαν επιβεβαίωση των προνομίων τους.
«Η μουσική είναι για μένα και για σένα» παρατηρεί ο ίδιος. Θέλει δύο. Περιγράφει ένα περιστατικό από τα δύσκολα χρόνια στην Ρωσία. Όταν βρέθηκε σε ένα δισκάδικο, η πωλήτρια του πρότεινε ένα καταπληκτικό βινύλιο. Όταν το αγόρασε, εκείνη κάπως αντέδρασε, «το ήθελα κι εγώ». Της πρότεινε να το ακούσουν μαζί.
Υπάρχει ένα μοίρασμα, ένα άνοιγμα προς τον κόσμο. Δεν χρειάζεται να καταλάβουμε τα μύχια της προσωπικότητας του καλλιτέχνη. Αμφιβάλλω αν ο ίδιος το επιτρέπει. Είναι όμως εκεί, διευθύνοντας την ορχήστρα του (ναι με το χαρακτηριστικό του στυλ), με έναν τρόπο υπερβατικό. Αγγίζοντας το κοινό του μέσα από τον δικό του ήχο. «Οι μουσικοί πρέπει να έρθουν σε μια βαθύτερη επικοινωνία αγάπης κι έρωτα» παρατηρεί.
Σε αυτή την καριέρα, προφανώς υπάρχουν και οι επικρίσεις. Για την εισβολή στην Ουκρανία δεν έχει πάρει θέση κι αυτό του «κόστισε». Αν πρέπει βέβαια οι καλλιτέχνες να μιλάνε για όλα διακινδυνεύοντας την θέση τους και την ασφάλειά τους, είναι μια άλλη κουβέντα. Σίγουρα ο Κουρεντζής μιλάει με τον δικό του τρόπο και με την τέχνη του. Ακροβατώντας ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο αφού συχνά περιγράφει τον εαυτό του ως «ονειρευτή ονείρων».
Ίσως αυτό είναι και το βασικό που πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την μοναδική προσωπικότητα. Μακριά από περίπλοκες λέξεις και ταμπέλες, μακριά από ρούχα και αξεσουάρ, ο Θεόδωρος Κουρεντζής παραμένει ο ίδιος άνθρωπος όπως ήταν και στην εφηβεία του και συνομιλεί με τον κόσμο, τους απλούς ανθρώπους και την δημιουργία.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.