Είναι μεσημέρι Πέμπτης. Το ρολόι δείχνει 14:00 και η θερμοκρασία έχει σκαρφαλώσει στους 36 βαθμούς Κελσίου. Οι δρόμοι της Αθήνας τυλίγονται με τος ήχους του μποτιλιαρίσματος. Ο ήλιος στέκει σχεδόν κάθετος από πάνω μας. Οι πλάκες των πεζοδρομίων καίνε και ο κόσμος παλεύει να βρει σκιά κάτω από τα ψηλά κτίρια να ξαποστάσει.
Οι στάσεις των λεωφορείων παραμένουν ασφυκτικά γεμάτες, με πολλούς από τους ανθρώπους να κουνάνε βεντάλιες μπροστά από τα πρόσωπά τους και άλλους να σκουπίζουν τα μέτωπά τους ή να ξεφυσούν. Όσοι είναι περαστικοί, περπατούν με σκυμμένα τα κεφάλια, αρνούμενοι να στρέψουν το βλέμμα τους προς τον ήλιο.
Κι όμως, μέσα σε μια πόλη που πνίγεται στους γρήγορους ρυθμούς, υπάρχουν εκείνοι που παραμένουν αόρατοι, αλλά δεν έχουν καμία επιλογή να προστατευτούν από τις υψηλές θερμοκρασίες. Είναι εκείνοι που σε όλες τις καιρικές συνθήκες, παραμένουν κουκουλωμένοι στο πλάι κάποιου πεζοδρομίου, μέσα σε υπόγειες στοές ή κάτω από υπόστεγα κτιρίων. Οι άστεγοι συνάνθρωποί μας είναι ένα ζωνταντό κομμάτι της πόλης αυτής η οποία τους ανήκει βίαια και ολοκληρωτικά.

«Μόνο στους καύσωνες μας θυμούνται»
Μέσα στα στενά των Εξαρχείων μυρίζει αμμωνία. Σε έναν από τους δρόμους που οδηγούν προς την πλατεία, είναι στοιβαγμένα χαρτόκουτα, με τρόπο ώστε να θυμίζουν ένα μικρό δωμάτιο, για να κρατούν μακριά τα βλέμματα των περαστικών και οι άνθρωποι που ζουν εκεί να αισθάνονται μια στοιχειώδη ιδιωτικότητα. Μια γυναίκα με γκρίζα ανακατεμένα μαλλιά και μια μαύρη μακριά φούστα και ένας άντρας ηλικιωμένος με ένα λευκό φανελάκι, κάθονται σιωπηλά μπροστά από τα κατεβασμένα ρολά ενός κτιρίου.
Έχουν ένα καρότσι σαν αυτά που παίρνουμε για να πάμε στη λαϊκή, ένα μπουκαλάκι νερό, κάτι καρεκλάκια και τεράστιες πλαστικές σακούλες με διάφορα αντικείμενα και ένα ραδιοφωνάκι.
Οι χαρακιές στα πρόσωπά τους προδίδουν πως η ζωή τους δεν είναι εύκολη. Εκείνη προσπαθεί να κάνει αέρα με κάτι παλιά περιοδικά και ο άντρας διαβάζει κάτι από τη στοίβα με τα βιβλία που έχουν ακουμπησμένα στην κούτα, ενώ παράλληλα ξεφυσά από τη ζέστη. Με κοιτάζουν επίμονα καθώς περνάω μπροστά τους και τους παρατηρώ. Φαίνεται πως η ζέστη τους έχει ταλαιπωρήσει.
«Χρειάζεστε λίγο νερό, ένα αναψυκτικό, κάτι; Κάνει πολλή ζέστη», τους ρωτάω. «Όχι κορίτσι μου ευχαριστούμε πολύ. Μόνο όταν πιάσουν καύσωνες μας θυμούνται», μου λένε, κουνώντας το κεφάλι. Τους ξαναρωτάω αν θέλουν κάτι, και αφού μου γνέφουν αρνητικά τους χαιρετώ. Η ζέστη δεν είναι απλώς δυσφορία γι΄ αυτούς τους ανθρώπους, είναι απειλή. Εκείνοι κοιμούνται στις άκρες των πεζοδρομίων, ξεχασμένοι από την πολιτεία, από τις αρχές, σε χιόνια και καύσωνες, σε καταρρακτώδεις βροχές, χαλάζι. Εκτεθειμένοι, έχουν μάθει να επιβιώνουν.

Η επιβίωση των άστεγων χρηστών
Επόμενη στάση η 3ης Σεπτεμβρίου. Σε εμφανή σημεία στα πλατιά βρόμικα πεζοδρόμια ενός από τους πιο κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, άστεγοι χρήστες κάθονται παρέες παρέες ή τριγυρνούν με βαρύ και αργό βηματισμό. Κοντοστέκομαι για λίγο. Το βλέμμα πέφτει σε μια παρέα πέντε αστέγων που κάθονται κυκλικά και προσπαθούν να στρίψουν κάτι τσιγάρα με τρεμάμενα χέρια. Τα ρούχα τους είναι λεκιασμένα, τα πρόσωπά τους σκυθρωπά. Μοιάζουν σαν να είναι χαμένοι και να μην παρατηρούν τίποτα γύρω τους.
Μια γυναίκα πολύ αδύνατη κουβαλά ένα ξεφτισμένο σακίδιο στην πλάτη και πηγαίνει και κάθεται μαζί τους. Ένας άντρας με μαύρα μαλλιά, γύρω στα 40, κρατά μια βρεγμένη πετσέτα και τη βάζει στο σβέρκο του για να ανακουφιστεί από τη ζέστη και να ρίξει όσο γίνεται τη θερμοκρασία του σώματός του. Οι περαστικοί που περνούν είναι μάλλον αδιάφοροι απέναντί τους, καθώς δεν τους ρίχνουν ούτε βλέμμα. Είναι μια εικόνα που έχουν συνηθίσει όσοι εργάζονται στην περιοχή και φυσικά μια εικόνα που αγνοούν όσοι θα έπρεπε να παρέχουν φροντίδα σε αυτούς τους ανθρώπους.

Στο πλάι των πεζοδρομίων της Ακαδημίας και της Ομόνοιας
Μερικά μέτρα αργότερα, κοντά στην Ομόνοια, είναι ένας άντρας που κάθεται με την πλάτη στον τοίχο και κρατά ένα πλαστικό ποτήρι στο χέρι, ζητώντας από τους περαστικούς μερικά ψιλά. Φοράει ένα καφετί καπέλο, ένα υφασμάτινο παντελόνι και ένα φαρδύ κοντομάνικο. Έχει καταφέρει να μαζέψει λίγα ψιλά αφού μάλλον βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο όλη την ημέρα. Ο ιδρώτας κυλά στο ξεροκαμένο από τον ήλιο πρόσωπό του. Δίπλα του έχει ένα μπουκαλάκι νερό και πίνει μικρές γουλιές.
Στην Ακαδημίας βλέπω έναν άντρα ξαπλωμένο πάνω σε κάτι μαρμάρινα σκαλιά που είναι στην είσοδο ενός παλιού κτιρίου. Προσπαθεί να καλυφθεί από τον ήλιο, όμως φαίνεται πως δεν είναι καλά τώρα που οι θερμοκρασίες φτάνουν κοντά στους 40 βαθμούς. Έχει το σιέλ πουκάμισό του βρεγμένο και το έχει ακουμπήσει στο πρόσωπό του. Δεν κοιτάζει τριγύρω τι συμβαίνει.
Πολλοί από τους άστεγους μπορεί να επιχειρήσουν να μπουν λίγο στην είσοδο κάποιων σταθμών του μετρό για να δροσιστούν, ωστόσο αν τους δουν, τους διώχνουν.Ναι μπορεί να υπάρχουν κάποιες δομές φιλοξενίας, κάποια συσσίτια, κοινωνικές μονάδες υγείας ή streetwork για αυτούς τους ανθρώπους, όμως δεν είναι αρκετά, αφού δεν υπάρχει μια ολιστική φροντίδα και προσέγγιση.
Και μπορεί όταν οι μετεωρολόγοι προβλέπουν τους μεγάλους καύσωνες, κάθε καλοκαίρι ο Δήμος Αθηναίων ως οφείλει θα βγάλει λίστες με τα σημεία που μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να πάρουν μια «ανάσα»– πολιτιστικά κέντρα και κάποιες λέσχες φιλίας που έχουν κλιματιζόμενες αίθουσες. Πόσοι όμως από αυτούς τους ανθρώπους γνωρίζουν καν ότι υπάρχουν; Πόσοι μπορούν να διασχίσουν την πόλη για να φτάσουν εκεί, όταν το θερμόμετρο έχει σκαρφαλώσει κοντά στους 40 βαθμούς και κουβαλώντας όλη τους τη ζωή σε ένα σακίδιο;
Αναλογίζομαι πως η Αθήνα στον καύσωνα είναι μια ανυπόφορη πόλη. Για τους προνομιούχους σίγουρα δυσάρεστη, όμως για τους άστεγους είναι κόλαση. Οι άστεγοι δεν έχουν καταφύγια, δεν μπορούν να κάνουν δροσερά ντουζ, ούτε έχουν ανεμιστήρες. Μόνο πλακάκια, μάρμαρα και τσιμέντο. Και πετσέτες που τις βρέχουν για να δροσιστούν για δέκα λεπτά μέχρι να στεγνώσουν εντελώς. Μια γύρα στο κέντρο της πόλης είναι ενδεικτική για να καταλάβεις αυτούς που επιβιώνουν σιωπηλά, στις άκρες των πεζοδρομίων. Που προσπαθούν να αντέξουν για μια ακόμα ημέρα.

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.