Μετά «τα πρόστυχα, τα μαύρα τα εσώρουχά σου», ήρθαν τα «μικρά, τσουλίστικα γυαλιά σου». Η μόδα κάνει κύκλους, οι τάσεις ξεχνιούνται και επιστρέφουν και τα τελευταία χρόνια, τα social media έχουν αποδείξει περίτρανα πως παλιές και νέες τάσεις μπορούν να αναδυθούν από τα πιο απρόσμενα σημεία.
Μία από τις πιο πρόσφατες, είναι το πολυσυζητημένο διαδικτυακό trend των μικροσκοπικών γυαλιών, γνωστών και ως “slutty little glasses”. Στον κόσμο της ποπ κουλτούρας, όπου κάθε εικόνα παράγει κι ένα νόημα, θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτό το φαινομενικά αθώο trend, εκτός από fashion statement, έχει αναδειχθεί σε πολιτισμικό φαινόμενο, με μια πολυεπίπεδη αξία, καθώς διασταυρώνεται με ζητήματα φύλου, σεξουαλικότητας και πολιτισμικής αναπαράστασης.
Πρωτεργάτης αυτής της «τάσης» δεν είναι άλλος από τον hot πρωταγωνιστή της ταινίας “Jurassic World: Rebirth”, κύριο Jonathan Bailey. Ο μεγάλος καρδιοκατακτητής γυναικών και ανδρών, γνωστός για τους πετυχημένους ρόλους του ως Lord Anthony στη σειρά “Bridgerton”, αλλά και ως Fiyero στην κινηματογραφική μεταφορά του δημοφιλούς μιούζικαλ “Wicked”, πρωταγωνιστεί σε ένα από τα μεγαλύτερα blockbusters του φετινού καλοκαιριού, υποδυόμενος τον Dr. Henry Loomis, έναν παλαιοντολόγο με πηγαίο πάθος για τους… δεινόσαυρους. Ένα παιδί μάλαμα, σα να λέμε, με ένα αντικειμενικά όμορφο πρόσωπο, το οποίο κοσμεί ένα λεπτεπίλεπτο ζευγάρι γυαλιά οράσεως, με μεταλλικό σκελετό και μικροσκοπούς φακούς.
Η εμφάνισή του με αυτά τα γυαλιά έγινε η αφορμή να κοπούν τα πόδια όλων και να σταματήσει ο χρόνος. Τα social media πήραν φωτιά, τα timelines γέμισαν με screenshots και gifάκια, χαρίζοντάς μας έτσι αβίαστα το theme του φετινού καλοκαιριού. Slutty Little Glasses Summer, το είπαν. Κάτι σαν το Brat Summer, αλλά στο πιο σέξι τέλος πάντων. Κάπως έτσι γεννήθηκε το socialικό trend των «πρόστυχων μικρών γυαλιών». Αν δεν είσαι κι εσύ τόσο παλιά ψυχή, ώστε να σε έχει προσπεράσει εντελώς, σίγουρα θα έχεις πετύχει κάποιες αναφορές σε αυτό, κάπου μέσα στο content των feed σου, την ώρα που scrollάρεις.

Τι στο καλό είναι τα “Slutty Little Glasses”;
Ας επιχειρήσουμε έναν ορισμό. Ο όρος “slutty little glasses” αναφέρεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο στυλ λεπτών, μινιμαλιστικών γυαλιών οράσεως, τα οποία, όταν φοριούνται από άνδρες (συνήθως όμορφους, ελκυστικούς, καλλιεργημένους και με ένα λίγο nerdy προφίλ), προκαλούν μια έντονη (ορμονική και μη) αντίδραση από γυναίκες και queer κοινά.
Ο όρος, διαβάζουμε πως προέκυψε δια στόματος Blakely Neiman Thornton, ενός online creator και culture critic, που αυτοαποκαλείται ως «ανθρωπολόγος της ποπ κουλτούρας» (ποιος Μποντριγιάρ, καλοί μου;). Εκείνος φαίνεται πως επινόησε τον όρο “slutty little glasses” (μικρά πρόστυχα γυαλιά), σηκώνοντας μάλιστα και μια σελίδα στο Instagram αφιερωμένη στην δημοσίευση εικόνων και βίντεο ανδρών που φορούν τέτοιου είδους οπτικά. Η σελίδα είναι γεμάτη από παρόμοιους με τον Bailey άνδρες-καρδιοκατακτητές με γυαλάκια, όπως ο Pedro Pascal, ο Chris Evans και άλλοι.
Θα μπορούσαμε να πούμε πως, κατά πάσα πιθανότητα, η χρήση τους εμπεριέχει κι έναν ειρωνικό αυτοσχολιασμό, παραπέμποντας στην εικόνα του «hot σπασίκλα», του ανέμελου εκείνου τύπου που, ενώ η μόδα δεν τον καίει και τόσο, καταλήγει αβίαστα σέξι και ελκυστικός, με μία μόνο μικρή λεπτομέρεια στο στυλ του: φορώντας αυτά τα γυαλάκια. Δεν έχει σημασία το σχήμα του σκελετού. Εξαγωνικά, τετράγωνα, ορθογώνια, στρογγυλά, οβάλ, cat-eye, με μονοεστιακούς ή πολυεστιακούς φακούς, δεν έχει σημασία. Μικρά να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι.
Ας σκεφτούμε, όμως, γιατί αυτή η μόδα βρίσκει απήχηση ως επί το πλείστον στο γυναικείο και γενικότερα στο θηλυκοποιημένο/queer κοινό; Οι λόγοι είναι προφανώς αρκετοί, πολιτισμικοί, αισθητικοί και ψυχολογικοί και συνδέονται με φαντασιακές ταυτίσεις και επιθυμίες, κατασκευάζοντας μια προτίμηση προς ένα πιο σύνθετο και «αποδομημένο» πρότυπο ανδρικής συμπεριφοράς.
Γυναίκα δεν είμαι, οπότε μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω και να καταγράψω πως ίσως η έννοια του ιδανικού άνδρα να έχει αλλάξει. Δεν μιλάμε απαραίτητα για το τέλος της εποχής του μάτσο άνδρα, αλλά μπορεί σήμερα γυναίκες και ομοφυλόφιλοι άνδρες, εκδηλώνοντας την προτίμησή τους προς αυτό το είδος επιτέλεσης, να αναζητούν άνδρες με πιο ήπια χαρακτηριστικά, με υψηλή νοημοσύνη, σαν να έχουν μόλις ξετρυπώσει από κάποιο βιβλίο της Jane Austen.
Αυτή η εμμονή με τα «πρόστυχα μικρά γυαλάκια» μπορεί να υποδηλώνει, συνεπώς, μια ανάγκη «αποδόμησης του κανονικού», κάτι πέρα από τον στερεότυπο τρόπο απόδοσης της αρρενωπότητας. Κατασκευάζεται έτσι μια νέα μορφή ελκυστικότητας, με τη δύναμη του ανδρός να έγκειται και στο μυαλό του, πέρα από την όποια εξουσία, τον όποιο σωματικό όγκο και τον όποιο ανδρισμό του.
Σύμφωνα με τη θεωρία επιτέλεσης φύλου (gender performativity), της Judith Butler, το φύλο δεν είναι κάτι που «είναι», αλλά κάτι που «κάνει» κανείς, μέσα από τον λόγο, τις κινήσεις, τους τρόπους, την ενδυμασία και άλλα μικρά «σήματα» (όπως τα γυαλιά, στην περίπτωσή μας). Η Butler θεωρεί πως δεν υπάρχουν εκ φύσεως ανδρικά ή γυναικεία σώματα, αλλά αντίθετα ένα σώμα καθίσταται ανδρικό ή γυναικείο μέσω της επιτέλεσης πράξεων, χειρονομιών ή εκφράσεων.
Σε αυτό το πνεύμα, η χρήση των μικρών γυαλιών συνδέεται και με κουήρ και θηλυκοποιημένες ταυτότητες (ανεξαρτήτως βιολογικού φύλου), αντιστρέφοντας και αποδυναμώνοντας την παραδοσιακή ανδρική εικόνα και φέρνοντας στην επιφάνεια μια πιο θηλυκοποιημένη, ευαίσθητη, ερωτική ματιά. Για αυτό και το trend «μιλά» πολύ και στην gay/queer αισθητική, όπου συνειδητά υπάρχει η επιθυμία να σπάσεις τα παντός είδους στερεότυπα και τις νόρμες.

Πόσο καινούργιος είναι ο όρος, όμως;
Προφανώς και η χρήση των γυαλιών και ο φετιχισμός από πίσω προϋπήρχε του διαδικτυακού αυτού trend, όμως ο όρος αναδύθηκε, όπως είπαμε, τον τελευταίο χρόνο ως νεολογισμός της νέας γενιάς χρηστών των social media. Οι άνδρες ανέκαθεν φορούσαν γυαλιά για πρακτικούς/στυλιστικούς λόγους. Παρ΄όλα αυτά, η έννοια του “sluttiness” που μελετάμε, απέκτησε νόημα μόλις πρόσφατα. Το μόνο σίγουρο είναι πως συνδέεται στενά με την αύξηση του ενδιαφέροντος για τα micro-aesthetics, που δίνουν έμφαση στις μικρές, “provocative” λεπτομέρειες.
Θα έλεγε κανείς πως τα slutty little glasses μπορούν να ιδωθούν και ως μέρος ενός γενικότερου thirst trap look, ενός στυλιστικού «κόλπου», δηλαδή, που τραβάει το βλέμμα, προσθέτει μια δόση «αθωότητας» με σέξι διάθεση και αυξάνει το παιχνίδι της αυτοέκφρασης και επιθυμίας. Έχει σημασία το ότι οι περισσότεροι που μιλούν για αυτά είναι γυναίκες και queer άτομα, σχολιάζοντας και σεξουαλικοποιώντας με χιουμοριστικό τρόπο τα γυαλιά ως αξεσουάρ, σε μια προσπάθεια αποδόμησης του ανδρικού βλέμματος (Male Gaze) κι επικράτησης του female/queer gaze.
Το πείραμα είναι απλούστατο. Πάρε ένα όμορφο αγόρι και φόρεσέ του αυτά τα γυαλιά. Θα αναβαθμίσουν την εικόνα του; Αν η απάντηση είναι «ναι», τότε η θεωρία μπορεί και να επαληθεύεται. Henry Cavill, David Corenswet, Jude Law, Chris Hemsworth, Andrew Garfield, Pedro Pascal, Cillian Murphy και τα ρέστα.
Στο ελληνικό κοινό, μπορώ να σκεφτώ πολύ γρήγορα κάποιους άνδρες ηθοποιούς, που αριστεύουν (ή θα αρίστευαν) στο να προκαλούν κάτι αντίστοιχο: Αντίνοος Αλμπάνης, Σπύρος Σταμούλης, Μιχάλης Σαράντης, Μιχάλης Λεβεντογιάννης. Μια γρήγορη ματιά στα social media και στο τι σχολιάζει ο κόσμος για αυτούς θα το επιβεβαιώσει. Η εικόνα που κατασκευάζεται ξεπερνά τη λειτουργικότητα και μεταβαίνει στη σημειολογία του φαίνεσθαι.
Τα γυαλιά και οι slutty συμπαραδηλώσεις προσθέτουν ένα twist, ενεργοποιώντας μιαν άτυπη φαντασίωση, που περισσότερο σε παιχνίδι του μυαλού προσιδιάζει, παρά σε καθαρή επιθυμία. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα αισθητικό «πακέτο» που οι περισσότερες και οι περισσότεροι θα «αγόραζαν».
Αν το δεις τελείως αποστασιοποιημένα, δεν είναι παρά ένα ζευγάρι απλά, μεταλλικά γυαλιά οράσεως. Και στην pop κουλτούρα τα έχουμε δει πολλάκις χρόνια πριν. Τα φόρεσε πολύ καλά ο Χάρι Πότερ, ας πούμε. Και άλλοι τόσοι. Και τέτοιος χαμός δεν προκλήθηκε. Ο αθώος δημοσιογράφος Clark Kent, φορούσε γυαλιά του ως μέρος της μεταμφίεσής του. Το alter ego του, εντούτοις, ο Superman, δεν τα χρειαζόταν.
Παρ' όλα αυτά, το ίντερνετ δεν παρέλειψε να εφαρμόσει το trend των “slutty little glasses” και στην πιο πρόσφατη κινηματογραφική εκδοχή του υπερήρωα. Τι είναι αυτό που σήμερα μετατρέπει ένα απλό ανδρικό ζευγάρι γυαλιών σε “slutty little glasses”; Πώς θα μπορούσε να ερμηνευθεί πολιτισμικά όλο αυτό;
Μια πολιτισμική ανάγνωση των Slutty Little Glasses
Προκειμένου να επιχειρήσω μια βαθύτερη ερμηνεία του φαινομένου αυτού και να εξηγηθεί το όλο buzz γύρω από τα slutty little glasses, επικοινώνησα με τη Δρ. Δέσποινα Χρονάκη, επιστημονική συνεργάτιδα του Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ στο ΕΚΠΑ, η οποία μου διευκρίνισε πως διόλου αμελητέα δεν μπορεί να είναι μια τέτοια τάση στον ψηφιακό κόσμο, καθώς «εκ προοιμίου ενεργοποιεί ακαδημαϊκές και δημόσιες συζητήσεις για το φύλο, για τη σεξουαλικότητα και για τις βιομηχανίες παραγωγής κειμένων (Hollywood κλπ), που τόσο η οικονομική, όσο και η πολιτισμική δραστηριότητά τους είναι εξόχως πολιτική».
Μοιράστηκα, λοιπόν, μαζί της κάποια δημοσιογραφικά άρθρα από ξένες ιστοσελίδες, τα οποία και επιχείρησαν μια πρώτη ερμηνεία, καταγράφοντας το trend. Σύμφωνα με την ίδια, «κείμενα» όπως αυτό των slutty little glasses, δηλαδή οποιοδήποτε πολιτισμικό προϊόν που μπορούμε να αναλύσουμε, να ερμηνεύσουμε ή να «διαβάσουμε», «σου δίνουν την ιστορική διάσταση, γιατί έχουν πράγματι ιστορική σημασία στη δημοφιλή κουλτούρα και στο πώς συζητάμε για μόδα, ταινίες, χαρακτήρες, γοητεία, σεξουαλικότητα κλπ. Για παράδειγμα, οι αναφορές των εν λόγω άρθρων στο πόσες φορές το έχουμε δει αυτό σε ταινίες blockbuster, πόσες iconic πόζες έχει δημιουργήσει ένα ζευγάρι γυαλιά, πόσο έχει οριοθετήσει τη μόδα – δημιουργώντας και συντηρώντας αγορά, άρα και άλλες βιομηχανίες δίπλα σε αυτή της παραγωγής ταινιών, πόσες ιστορίες, μνήμες και αφηγήσεις έχει δημιουργήσει ή επαναφέρει».
Ας φανταστούμε, όμως, τις γυναίκες να φορούν κι εκείνες τα slutty little glasses τους. Τι γίνεται τότε; Συνήθως στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση, οι γυναίκες θα πρέπει να βγάλουν τα γυαλιά τους προκειμένου να «ιδωθούν» ως σέξι, ενώ οι άνδρες ξαφνικά τώρα πρέπει να τα φορέσουν. Επομένως, στον κόσμο που ζούμε μιλάμε μάλλον για ένα ανδρικό προνόμιο, ίσως γιατί η θηλυκότητα θεωρείται, στερεοτυπικά και, σύμφωνα και με τη θεωρία του Ανδρικού Βλέμματος (Male Gaze), ως δεδομένη και όχι επιτελεστική. Ας σκεφτούμε μόνο την Anne Hathaway ως Mia στο The Princess Diaries.
Βεβαίως, δεν συμβαίνει μόνο το παραπάνω, αλλά υπάρχει και το εδραιωμένο στερεότυπο της σέξι γυναίκας με τα γυαλάκια. Αν μια γυναίκα, δηλαδή, επιλέξει να φορέσει ένα ζευγάρι μικρά, σέξι γυαλάκια, θεωρείται από πολλούς πως επιβεβαιώνει την σεξουαλικοποιημένη εικόνα της, η οποία και ερμηνεύεται με βάση την πατριαρχική προσδοκία του να είναι «όμορφη», «προσβάσιμη» και «σεξουαλικό αντικείμενο» για την ευχαρίστηση του λευκού, ετεροφυλόφιλου άνδρα. Αντίθετα, όταν ένας άντρας (ιδίως όταν είναι cis, ετεροφυλόφιλος ή queer-coded) επιλέξει να «θηλυκοποιήσει» την εικόνα του (είτε φορώντας γυαλάκια, είτε crop tops, είτε με το να βάψει τα νύχια του, ας πούμε), αυτό το αντιλαμβανόμαστε ως μια πολιτική πράξη «ρήξης» με την κανονιστική αρρενωπότητα.
Όπως συμπληρώνει και η Δρ. Χρονάκη, τα κείμενα αυτά «αναδεικνύουν τη διάσταση του φύλου, ότι δηλαδή, σε αντίθεση με τις γυναίκες, που όταν φοράνε τα γυαλιά μυωπίας, δηλώνεται μιας μορφής άγουρη ή ανώριμη θηλυκότητα, μια πρωτόλεια θηλυκότητα που πρέπει να αλλάξει για να γίνει ώριμη, σέξι και θελκτική. Και συνήθως αυτό γίνεται αφού βγουν τα γυαλιά. Οπότε, σε πλείστες όσες ταινίες και σειρές βλέπουμε να αλλάζει η γυναίκα σε σέξι, θελκτική, δυναμική κλπ, βγάζοντας, ή πετώντας τα γυαλιά (κυριολεκτικά σε σκηνές), ειδικά όταν είναι νεαρή (το library girl που, πετώντας τα γυαλιά και βγαίνοντας από τον κόσμο των βιβλίων, συνυποδηλώνεται το άνοιγμά της στην “πραγματική” ζωή). Στις περιπτώσεις της αναπαράστασης των μεγαλύτερων γυναικών (50+ πια, στη δεκαετία του 1990 η αντίστοιχη φιγούρα ήταν 45+), πολλές φορές τα γυαλιά συνυποδηλώνουν agentic χαρακτήρα και επαγγελματικό δυναμισμό ή χρησιμοποιούνται για να δώσουν μια πιο bossy εικόνα, (σε πολλά πορνογραφικά κείμενα κοστούμι και γυαλιά δηλώνουν την αφέντρα). Αν μιλήσουμε για γυαλιά ηλίου, τότε εκεί έχουμε άλλη συζήτηση, έμφυλη».

Και για τον Ρολάν Μπάρτ, άλλωστε, τα αξεσουάρ αντιμετωπίζονται ως ενεργά στοιχεία, τα οποία συμβάλλουν στη σημασιοδότηση του συνόλου της εμφάνισής μας. Αντικείμενα, όπως το καπέλο, τα γυαλιά, η ζώνη, η τσάντα, εκτός από τη λειτουργική τους αξία, παράγουν και πολιτισμικό νόημα, δηλώνοντας ύφος, τάξη, φύλο, ρόλο, αισθητική άποψη. Για τον ρόλο των γυαλιών μου εξηγεί αναλυτικά, η Δρ. Χρονάκη:
«Τα γυαλιά αυτά, όπως και πολλά άλλα αξεσουάρ που έχουν γίνει σύμβολα στυλ, αισθητικής, ταυτότητας και έχουν γίνει κλασικά μετά από τις ταινίες ή τις σειρές που έχουν χρησιμοποιηθεί (π.χ. τα Ray-Ban στο Τop Gun, Blues Brothers, Men in Black, η Birkin Hermés της Samantha στο Sex and the City, τα Manolos της SJP, ή τα γυαλιά ηλίου της Uma Therman στο Kill Bill, to name but a few) είναι και προϊόντα-μέρος μιας βιομηχανίας τεράστιων οικονομικών μεγεθών, οπότε εν πολλοίς οι μόδες που δημιουργούν ή επαναφέρουν και το buzz γύρω από αυτές (βλέπε τα slutty little glasses) είναι μιας μορφής marketing της ταινίας και συντήρησης της ζωής και της δημοφιλίας του κειμένου, αλλά και των προϊόντων των ίδιων.
»Δηλαδή τα παραδείγματα που έφερα πριν με τα αξεσουάρ συγκεκριμένων ταινιών και σειρών, συμβάλλουν στο να αποκτάει ένα κείμενο διάρκεια ζωής και ο εκάστοτε χαρακτήρας να έχει διάρκεια και δημοφιλία ανά τα χρόνια και σχεδόν να αποκτάει αξία αρχειακή. Γίνεται νοσταλγικό, iconic και πολιτισμικά σημαντικό για τα ακροατήρια. Το οποίο είναι μια πολύ σημαντική διαδικασία για τα ακροατήρια διαφορετικών φύλων, εθνικοτήτων, φυλών και τάξεων, καθώς γίνεται σημείο αναφοράς στις εμπειρίες, μνήμες και συζητήσεις για δημοφιλή κουλτούρα. Όταν λέμε Samantha και μόδα, στο μυαλό μας έρχεται η Birkin της, όταν μιλάμε για SJP στο μυαλό μας έρχονται τα Manolos της, για να αναφέρω μόνο δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις».
Η συζήτησή μας συνεχίστηκε με κάποιες πιο στοχευμένες ερωτήσεις. Αναρωτιέμαι αν τέτοιου είδους trends ενισχύουν ή υπονομεύουν τις αντιλήψεις για τη σεξουαλικότητα και το φύλο. «Είναι ένα trend που δεν ξέρουμε τη διάρκεια ζωής του ακόμα και που, όπως πολλά άλλα, δημιουργεί ένα σημείο αναφοράς για τα ακροατήρια, που μπορεί να γίνει πολιτισμικά σημαντικό, μπορεί όμως και όχι, θα το δείξει ιστορία», μου εξηγεί. «Προς το παρόν είναι ακόμα ένα buzz γύρω από ένα προϊόν, που όμως κινητοποιεί μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση για το φύλο, την επιτελεστικότητα του σεξουαλικού εαυτού και την πολιτική σημασία της δημοφιλούς κουλτούρας. Το αν θα παραμείνει σημείο αναφοράς, μένει να το δούμε».
Όπως αναφέραμε και παραπάνω, ο Jonathan Bailey δεν ήταν ο πρώτος που το έκανε αυτό. Γιατί προκλήθηκε αυτή η αναστάστωση τώρα; «Τα αντίστοιχα γυαλιά που φοράει ο Robin Williams σε αρκετές ταινίες, όπως και ο χαρακτήρας του Jumanji που έχει ενσαρκώσει ο ίδιος και στην επόμενη ταινία ο Jack Black, δεν έχουν ενεργοποιήσει την ίδια συζήτηση, γιατί κανείς από τους δύο άνδρες (και πολλοί άλλοι όπως εκείνοι) δεν αναδείχθηκαν ποτέ σε σεξουαλικά σύμβολα αρρενωπότητας και στυλ. Επομένως, μπορούμε να κάνουμε πλείστες όσες συζητήσεις για το ποιος είναι ο κυρίαρχα δυτικός (συνήθως λευκός) σεξουαλικός άνδρας (cis ετεροφυλόφυλος ή ομοφυλόφιλος), αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ένα fashion trend υπονομεύει τις αντιλήψεις για το φύλο».
Στον σκληρό και πατριαρχικό κόσμο που περιφερόμαστε, οι άνδρες που ενίοτε δεν συμμορφώνονται με τα πρότυπα ανδρισμού, όπως οι άνδρες με ευαίσθησία, οι πιο θηλυπρεπείς, οι γκέι, οι φτωχοί, οι μη-λευκοί, πολλές φορές γελοιοποιούνται ή/και περιθωριοποιούνται. Γιατί; Γιατί η πατριαρχία φοβάται, τρέμει την θηλυκότητα.
Η πατριαρχία ορίζει ποια είδους αρρενωπότητα είναι αποδεκτή: η τοξική και η ηγεμονική αρρενωπότητα. Και γι' αυτό έχει κατασκευάσει και μας έχει επιβάλει ένα ιδανικό πρότυπο ανδρισμού: πρέπει να είσαι ετεροφυλόφιλος, δυνατός, επιτυχημένος, σκληρός και δυνατός. Πρέπει να είσαι γ@μιάς, με μια λέξη, αυτό που το slang.gr ορίζει (χιουμοριστικά μεν, τρομερά επιτυχώς δε), ως τον σερνικό «που φημίζεται ή/και καυχιέται για το ότι προορισμός του στην ζωή είναι Ένας, το να γ@-μ@-ει. Όχι θεωρητικά ή μεταφορικά, αλλά κυριολεκτικά». Οτιδήποτε λιγότερο από αυτό (λυπούμαστε), δεν σε καθιστά άξιο και ικανό. Ε, λοιπόν, αυτή η παράνοια ίσως και να αλλάζει - επιτέλους.

Άραγε η όλη χιουμοριστική διάθεση πίσω από το εν λόγω trend μπορεί να λειτουργήσει κατά κάποιον τρόπο ως μηχανισμός αποδόμησης της πατριαρχικής γλώσσας;
«Ναι, όπως πολλές όμως διαλογικές πρακτικές πέρα από το χιούμορ και το trend αυτό», μου απαντά. «Αλλά δεν αρκεί αυτό. Σε μια παγκόσμια κοινωνική και πολιτισμική συνθήκη, όπου η διακυβέρνηση και η πολιτική Trump ορίζει μια δυναμική σε σχέση με το φύλο, τη σεξουαλικότητα και τις κυρίαρχα αποδεκτές ταυτότητες φύλου με πολύ επιδραστικό τρόπο, μπορεί να μην έχει απαραίτητα το χιούμορ γύρω από το trend τη δύναμη που θα θέλαμε να έχει. Δηλαδή μπορεί να “προτείνει” τρόπους αποδόμησης, αλλά αυτά παραμένουν μικρές αλλαγές από τη στιγμή που αυτά τα κείμενα και όλη η συζήτηση και ο “πολιτικός” διάλογος γύρω από αυτά παραμένει εν πολλοίς λευκός, μεσο-αστικός, δυτικός και κυρίαρχα έτερο- και ομοκανονικός».
Και πάμε στον όρο του slutiness. Θα μπορούσαμε να πούμε πως με αυτό το trend παρατηρείται μια απόπειρα ανάκτησης (reclaim) και γλωσσικής επανοικειοποίησης (reappropriation) του όρου slutty (δηλαδή πρόστυχος, προκλητικός, τσουλίστικος), μιας λέξης, που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον με μειωτικό ή υβριστικό χαρακτήρα. Αυτό που αυτομάτως αναρωτιέμαι, είναι το αν μια τέτοιου είδους λέξη μπορεί να επανεννοιοδοτηθεί θετικά. Μπορεί το επίθετο “slutty” να λειτουργήσει ενδυναμωτικά ή απλώς αναπαράγει στερεότυπα μέσα από ένα νέο περίβλημα;
Η Δέσποινα μού απαντά πως αυτό δεν μπορεί να το γνωρίζει, καθώς δεν το έχει μετρήσει και πως μόνο μέσα από μελέτες για το πώς εννοιοδοτείται η λέξη “slutty” μπορούμε να το μάθουμε.
«Το βέβαιο είναι ότι παραπέμπει σε σεξουαλικά ενεργά, δυναμικά άτομα, σώματα και ταυτότητες, έχει spicy συμπαραδηλώσεις που εννοιοδοτούν και το sexiness, τόσο σε σχέση με τη γυναικεία, όσο και με την κουήρ σεξουαλικότητα, αλλά πάντα έχει μια αρνητική χροιά. Ότι η πρακτική που θεωρείται slutty υπερβαίνει τα όρια της κοινωνικά αποδεκτής σεξουαλικότητας, αποκτάει μια ελευθεριότητα εκτός ορίων του αποδεκτού. Και αυτό αποδίδεται συνήθως σε γυναίκες και σε κουήρ άτομα, καθώς παραπέμπει και σε μιας μορφής εκθήλυνσης του σεξουαλικού εαυτού.
»Είναι οι γυναίκες και τα κουήρ άτομα που καλούνται να οριοθετήσουν τη σεξουαλικότητά τους, να είναι μέσα στα όρια του κοινωνικά και πολιτισμικά αποδεκτού (με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους) και όχι οι cis λευκοί, δυτικοί ετεροφυλόφιλοι άνδρες. Το αν αναπαράγουν στερεότυπα ή είναι πηγή ενδυνάμωσης είναι ανάμεσα στα άλλα και κάτι που εξαρτάται από το πώς το βλέπουν τα ακροατήρια. Ότι εμπεριέχει, όμως, στερεοτυπικές αντιλήψεις για το φύλο, τη γυναικεία και την κουήρ σεξουαλικότητα, είναι αληθές».

Αναμφισβήτητα διαδικτυακά trends όπως αυτά, δημιουργούν και ανακυκλώνουν υλικό με μια κάπως αρχειακή, νοσταλγική και ταυτόχρονα καταναλωτική αξία. Τι μπορεί, όμως, να υποδηλώνει αυτό το trend για την εξοικείωση της ποπ κουλτούρας με την χιουμοριστική υπερσεξουαλικοποίηση του σώματος και της ταυτότητας συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων που θεωρούνται «επιρρεπείς» σε αυτό (π.χ. παιδιά, γυναίκες, κουήρ άτομα);
«Φόβοι για υπερσεξουαλικοποίηση ενεργοποιούνται κάθε φορά που στη διάθεση των ακροατηρίων εμφανίζονται νέα παιδικά παιχνίδια, κείμενα, χαρακτήρες, ρούχα ή ότι άλλο θεωρείται ότι παραβιάζει τη συνθήκη του κοινωνικά και πολιτισμικά αποδεκτού σεξουαλικού εαυτού. Και συνήθως η δημοφιλής κουλτούρα είναι αυτή που ενοχοποιείται για την υπερσεξουαλικοποίηση κουλτούρων, κοινωνιών, κοινωνικών ομάδων κ.ά.
»Ξαναλέω, πρέπει να βλέπουμε τη μεγαλύτερη εικόνα, δηλαδή το πώς τα ακροατήρια συνομιλούν με το εκάστοτε κείμενο (βλέπε slutty little glasses), πώς το αξιολογούν και το καταναλώνουν, ποια ακροατήρια μιλούν για αυτό και πώς, καθώς και πώς το κατασκευάζει η ίδια η βιομηχανία (ένα δηλαδή κερδοσκοπικό σύστημα), που έχει άξονά της τη διατήρηση της δημοφιλίας των παραγόμενων προϊόντων της και όσων αποκτούν πολιτισμική και οικονομική αξία μέσα σε αυτά (π.χ. τα γυαλιά, το στυλ και η συγκεκριμένη διασημότητα, ο Jonathan Bailey, μέσα στην ταινία Jurassic World)».
Αυτό, στο οποίο καταλήγω (μάλλον), είναι πως, ενώ τα γυαλιά με μεταλλικό σκελετό μπορεί ακόμα να φέρουν μια nerdy κωδικοποίηση για πολλούς άνδρες, δεν υπάρχει αμφιβολία πως τον τελευταίο καιρό τα “slutty little glasses” διανύουν τη δική τους μοναδική στιγμή στη μόδα. Και μέσα από αυτήν την τάση ενδεχομένως να αμφισβητούνται κάπως (έστω ακούσια), οι σύγχρονες αντιλήψεις για την αρρενωπότητα. Σήμερα, ο άνδρας που φοράει «γυαλάκια» μπορεί να είναι και σέξι και να αρέσει. Δεν θα μοιάζουν όλοι απαραίτητα με τον Jonathan Bailey ή τον David Corenswet, τον νέο Superman, ωστόσο σίγουρα, φορώντας τα, θα συγκρουστούν με την παλιά, ξεπερασμένη άποψη πως ο άνδρας που φορά γυαλιά δεν είναι επιθυμητός ή ωραίος.
*Ευχαριστούμε θερμά την Δρ. Δέσποινα Χρονάκη, επιστημονική συνεργάτιδα του Τμήματος ΕΜΜΕ, ΕΚΠΑ.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.
