«Μιλάνο. Το Μιλάνο είναι η πόλη που διάλεξα. Είναι η πόλη που ζω και δουλεύω. Είναι η πόλη που σε αφήνει να εκφράζεσαι ελεύθερα, και σε σέβεται…αν έχεις κάτι να πεις».
Ο Τζόρτζιο Αρμάνι είχε πολλά να πει. Αλλά το έκανε με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Συνδυάζοντας την απλότητα με τον δυναμισμό και το μεγαλείο της κομψότητας. Το βλέμμα του είχε μια αυστηρότητα, αλλά ήταν ένας βαθύτατα γλυκός άνθρωπος. Αρκετοί ήθελαν να τον περιγράφουν ως έναν μελαγχολικό καλλιτέχνη. Ήταν όμως πολύ συχνά χαμογελαστός. Ο «αυτοκράτορας» της ιταλικής μόδας δεν ήταν ένα μυστήριο αλλά ένας ολόκληρος κόσμος από μόνος του.
«Φαινόμασταν πλούσιοι, παρόλο που ήμασταν φτωχοί»
Όταν τον ρωτούσαν σε συνεντεύξεις για τα παιδικά του χρόνια, απαντούσε με λίγες λέξεις και έστρεφε το βλέμμα του αλλού. Σιωπούσε. Τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν εύκολα. Δεν ήταν συνδεδεμένα με μια φανταχτερή πολυτέλεια. Ο άνθρωπος που ένωσε το όνομά του με την μεγαλειώδη φινέτσα, μεγάλωσε σε ένα φτωχικό σπίτι στην Πιατσέντσα του ιταλικού Βορρά. Εν τω μέσω του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην συνέχεια, των μαχών ανάμεσα στους παρτιζάνους και τους φασίστες του Μουσολίνι. Η πόλη που μεγάλωσε ήταν συχνός στόχος βομβαρδισμών από τους Συμμάχους.
Κάποια στιγμή, παίζοντας με μια οβίδα που δεν είχε ενεργοποιηθεί, το μπαρούτι ανατινάχτηκε και ο μικρός Τζόρτζιο κατέληξε στο νοσοκομείο με σοβαρά εγκαύματα και κίνδυνο να μείνει τυφλός. Ήταν μια σκληρή παιδική ηλικία που εξαιτίας του πολέμου έχασε αρκετούς παιδικούς φίλους. Η οικογένειά του στην συνέχεια μετακόμισε στο Μιλάνο, πολύ πριν γίνει η πρωτεύουσα της μόδας.
Ο πατέρας του ήταν δημόσιος υπάλληλος και η μητέρα του ασχολιόταν με τα οικιακά. Δεν υπήρχαν χρήματα για παιχνίδια, ούτε για διάφορες άλλες ευκολίες. Για να διασκεδάσουν, εκείνος και τα αδέρφια του έπαιζαν κουκλοθέατρο. Έφτιαχναν μαριονέτες από κομμάτια ξύλου και πεταμένα υφάσματα που κανείς δεν χρειαζόταν. «Δεν είχαμε χρήματα, αλλά τουλάχιστον, είχαμε αρκετό ενθουσιασμό».
Αντιστοίχως, δεν υπήρχαν χρήματα για ρούχα. Αυτά τα έφτιαχνε η μητέρα του. Και όπως περιγράφει ο ίδιος, έκανε φοβερή δουλειά. Τόσο πολύ που οι συμμαθητές του τον ζήλευαν. «Φαινόμασταν πλούσιοι, παρόλο που ήμασταν φτωχοί».
Η πρώτη επιρροή για το τι σημαίνει στυλ ήταν η μητέρα του. Δεν φορούσε ποτέ καπέλα όπως συνήθιζαν οι γυναίκες της εποχής. Ούτε είχε καμία άλλη φανταχτερή πινελιά στα ρούχα της. Ντυνόταν με μια απλότητα, μια μεγαλειώδη απλότητα. Φινέτσα. Κομψότητα. Ο ίδιος έλεγε πως κομψότητα των γονιών του ήταν εξωτερική αλλά και εσωτερική.
Όταν ήταν μικρός, λάτρευε το θέατρο και τον κινηματογράφο. Σκόπευε να γίνει ηθοποιός, ήταν το όνειρό του. Αλλά στην μεταπολεμική Ιταλία, που μαστιζόταν από την ένδεια, το πρώτο μέλημα ενός ανθρώπου που ψάχνει βιοπορισμό, είναι τα χρήματα.
Για τα αγόρια της εποχής, οι επιλογές ήταν ή γιατρός ή δικηγόρος. Οτιδήποτε άλλο φαινόταν περιττό. Με έναν κάποιο ρομαντισμό, αποφάσισε να γίνει γιατρός γιατί ήθελε να αφιερωθεί στην υπηρεσία των άλλων. Συνειδητοποίησε όμως ότι και η ιατρική είναι ένα επάγγελμα εντέλει σαν όλα τα άλλα κι γι’αυτό την παράτησε.
«Δεν είχα καθόλου πείρα στη μόδα»
Ξεκίνησε την καριέρα του σε ένα διάσημο πολυκατάστημα στο Μιλάνο ως διακοσμητής βιτρίνας. Από εκεί, ξεκίνησε να μαζεύει πολύτιμες εμπειρίες και να γίνεται γνωστός στους κύκλους της μόδας. Την δεκαετία του ‘60 μετακινήθηκε στον οίκο μόδας του Nino Cerruti σχεδιάζοντας κυρίως ανδρικά ρούχα. Οι υπηρεσίες του όμως είχαν αρχίσει να γίνονται πολύτιμες και παράλληλα, συνεργαζόταν με διάφορους άλλους οίκους στους οποίους έδινε τα σχέδιά του.

Προτού όμως ξεκινήσει το σχέδιο, χρειαζόταν να μάθει τα βασικά και να ξεκινήσει από τα χαμηλά. Έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο υφασμάτων για να έρθει σε επαφή με την πρώτη ύλη... «Έβλεπες ανθρώπους να δουλεύουν σιωπηλά σε μια τεράστια αίθουσα. Δεν περίμενα ότι θα αγαπήσω αυτή την δουλειά, αλλά σταδιακά, έγινε το πάθος μου». Το περιβάλλον ήταν δύσκολο και η εργασία σκληρή. «Ακόμη κι ένα εκατοστό υφάσματος να έβλεπα στο πάτωμα, να έβλεπα κάποιον να το πατάει με το παπούτσι του, το θεωρούσα μεγάλη ασέβεια προς εκείνον που το έφτιαξε».
Το 1975, αποφάσισε να ξεκινήσει το δικό του brand ανοίγοντας την δικιά του μπουτίκ. Κι έτσι, γεννήθηκε ο οίκος Αρμάνι, με 700 δολάρια περίπου, αφού πούλησε τον σκαραβαίο που είχε. Φοβόταν την αποτυχία. Δίσταζε γιατί φοβόταν να μην κάνει λάθος. Παρά τους φόβους του και τις δυσκολίες, ξεκίνησε να στήνει μια αυτοκρατορία.
Σήμα κατατεθέν: το σακάκι. Αυτό ήταν πάντα ένα σύμβολο. Το φορούσαν μόνο οι άνδρες, συνήθως οι μεγαλοαστοί. Είχε συγκεκριμένη δομή, αυστηρότητα, σκληρές γραμμές. Ο Αρμάνι το οραματίστηκε διαφορετικά. Έπαιρνε ένα ψαλίδι, έκοβε το ύφασμα και αφαιρούσε όλα τα εσωτερικά υλικά. Το σχεδίασε ξανά. Και ξανά. Και από ένα δομημένο ρούχο, μετατράπηκε σε κάτι ελεύθερο και ανοιχτό. Για άνδρες και για γυναίκες. Με αυτό το «όπλο», κατέκτησε τη μόδα.
Αν κάτι χαρακτήριζε (και χαρακτηρίζει) το στυλ του Αρμάνι, ήταν η διαχρονικότητα. Η πολυτελής απλότητα που πηγάζει από την καθημερινότητα. Ήταν ένας άνθρωπος που αντιπαθούσε το τέλειο και το φανταχτερό. Έλεγε πάντα πως σιχαίνεται την επιδειξιομανία. «Είναι σαν να είμαστε σε ένα κινηματογραφικό στούντιο. Η ταινία που γυρίζουμε είναι η ζωή και τα κουστούμια είναι τα ρούχα μου».
Η προσωπική ζωή και η κόντρα με τον Βερσάτσε
Η σχέση που τον καθόρισε σε επαγγελματικό και προσωπικό βαθμό, ήταν εκείνη με τον Σέρτζιο Ματεότι. Ο Ματεότι του έδωσε την ώθηση για να ανοίξει το πρώτο κατάστημα και χειριζόταν τα διαδικαστικά τις περισσότερες φορές. Εκείνος ήταν το μαθηματικό μυαλό και ο Αρμάνι το δημιουργικό. Ήταν κυρίως μια σχέση ερωτική. Ο Ματεότι έφυγε από την ζωή το 1985 από καρδιά. Στην πραγματικότητά όμως, είχε AIDS. Το κράτησαν κρυφό γιατί η εποχή ήταν απάνθρωπη απέναντι στους οροθετικούς. «Κουβαλάω πάντα μια φωτογραφία του μαζί μου. Όπου πηγαίνω τον βλέπω μπροστά μου».
Μια άλλη σχέση, διαφορετική αρκετά, ήταν αυτή με τον Τζιάνι Βερσάτσε. Ήταν τα δύο άκρα της ιταλικής μόδας. Εκεί που το στυλ του Αρμάνι ήταν λιτό, του Βερσάτσε ήταν πομπώδες. Έντονο. Σεξουαλικό και φανταχτερό. Δημιουργημένο για να τραβάει την προσοχή και να την κρατάει μέχρι τέλους. Αντιπροσώπευαν δύο διαφορετικούς κόσμους και δύο διαφορετικές αντιλήψεις για την μόδα.
Ο Αρμάνι είχε δηλώσει το 1996 πως «η μόδα πέθανε» εννοώντας πως οι σχεδιαστές δεν είναι αυτοί που έχουν το πάνω χέρι πια. Ο Βερσάτσε απάντησε πως ο Αρμάνι «τα λέει αυτά γιατί ο ίδιος πλέον είναι εκτός μόδας».
Όταν κάποτε στη Ρώμη βρέθηκαν και οι δύο για ένα σόου, ο Αρμάνι μετέφερε τα λόγια που του είπε ο Βερσάτσε: «εγώ ντύνω τις ανήθικες, εσύ αυτές που πηγαίνουν στην εκκλησία».
Καλύτερα όμως το συνόψισε η Άννα Γουίντουρ: «ο Βερσάτσε ράβει για την ερωμένη, ο Αρμάνι για την σύζυγο».
Είναι δύσκολο να βάλεις ανθρώπους σαν τον Τζόρτζιο Αρμάνι μέσα σε ένα καλούπι για να τους ψυχολογήσεις με λίγες λέξεις. Ένα «ανοιχτό μυστήριο». Ένας παγκόσμιος μόδιστρος που συνειδητά (ή μπορεί και όχι) δεν μιλούσε λέξη αγγλικά. Είχε αυτό το στοιχείο που στην δική μας γλώσσα το λέμε δωρικότητα. Συγγενική λέξη με αυτή που χρησιμοποιούν οι Ιταλοί. Φινέτσα. Ο Αρμάνι συνδύαζε αυτά τα δύο. Και για εκείνον, αν τα έχεις μέσα σου, θα αποτυπωθούν στο στυλ σου.
«Δεν έχω, όπως νομίζουν αρκετοί, μια γκαρνταρόμπα σχεδιαστή. Έχω μπλε σακάκια, μπλε πουλόβερ και γκρι παντελόνια. Πρέπει να ξέρεις τον εαυτό σου, το σώμα σου και την προσωπικότητά σου για να ξέρεις πως να ντυθείς. Γιατί μπλε; Γιατί μου πάει».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.