Ο Βασίλης Μαγουλιώτης έχει δυο παραστάσεις «από την καρδιά του μέσα βγαλμένες» που ανεβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα: το Merde — που συνσκηνοθετεί με τον Γιώργο Κουτλή και επιστρέφει φέτος στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά — και Η Συναρπαστική Εξέγερση του Χούλιο Τόγκα, το νέο έργο του συγγραφέα-ε alter ego του, Suyako, που θα παρουσιάζεται από τις 10 Νοεμβρίου στο Θέατρο Προσκήνιο κάθε Δευτέρα και Τρίτη.
Τον συνάντησα λίγες μέρες πριν ξεκινήσει αυτό το μικρό θεατρικό double feature και, ίσως δεν έχω γελάσει περισσότερο σε γύρισμα Normal Πίπολ. Ο Μαγουλιώτης έχει εκείνο το σπάνιο μείγμα σοβαρότητας και αυτοσαρκασμού που κάνει μια συνέντευξη να μοιάζει περισσότερο με σκηνή πρόβας: τίποτα στημένο, τίποτα περιττό. Παρότι λέει με πάθος ότι ο μόνος που δεν εκτίθεται στην τέχνη είναι ο κριτικός, δεν έχει κανένα beef με τους κριτικούς θεάτρου — απλώς του αρέσει να τους σκέφτεται ως τη μόνη εξαίρεση στο μεγάλο θέατρο της έκθεσης.
Κάπου ανάμεσα σε αναμνήσεις από την Καρδίτσα, υπαρξιακά για την τέχνη και την τρυφερότητα του να έχει υπάρξει ο «σουγιάκος» [μικρός σουγιάς] του παππού του, ο Βασίλης (ή Suyako, όταν γράφει, καταλάβατε) αποδεικνύει πως δεν χρειάζεται να διαλέξεις ανάμεσα στη λογική και στο πάθος — μπορείς να σκηνοθετείς και τα δύο ταυτόχρονα.

Ένας καλλιτέχνης που «έπαιρνε τα γράμματα»
«Δεν είναι ότι πήγαινα για πολιτικός μηχανικός σε όλη μου τη ζωή. Η αρχική μου κλίση, από την παιδική μου ηλικία, ήταν η καλλιτεχνική. Μετά αποπροσανατολίστηκα στη φούρια των πανελληνίων, θεώρησα ότι η τέχνη δεν πρέπει να γίνεται επάγγελμα, γιατί θα πεθάνει και έπρεπε να την κρατήσω ζωντανή, και έτσι βρέθηκα να κυνηγάω τα μαθηματικά και τη φυσική, που ήταν επίσης μεγάλη αγάπη. Αλλά τελικά κατάλαβα ότι η πρώτη αγάπη και αληθινή είναι να ασχοληθώ σοβαρά με την τέχνη.»
«Ανασφάλειες που μου κάνει trigger η υποκριτική; Την ανάγκη μου για προσοχή, την ανάγκη μου να διασκεδάζω τον άλλον, όλα τα κλισέ που λέμε συνήθως οι ηθοποιοί, ότι γι’ αυτό γίναμε ηθοποιοί — για να παίρνουμε ένα χειροκρότημα.»
«Το μόνο πόστο γύρω από την τέχνη που δεν εκτίθεται καθόλου, είναι ο κριτικός. Ο κριτικός είναι απόλυτα προστατευμένος, απουσιάζει πλήρως και παρ’ όλα αυτά θέλει να κρίνει. Αυτός είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην τέχνη που δεν έχει αυτό το “διπλό”, που κάπου προστατεύεσαι και κάπου εκτίθεσαι. Είναι η μόνη εξαίρεση.»


Η γέννηση του SUYAKO
«Ο παππούς μου με έλεγε «σουγιάκο». «Σουγιάκομ», γιατί ήταν και από την Καρδίτσα, δηλαδή “σουγιάκο μου”. Νομίζω ότι είναι ένα υποκοριστικό τύπου “το μικρό μου εγγόνι”, γιατί ήμουν και το μικρότερο εγγόνι, ο Βενιαμίν. Δεν ξέρω, αλλά ήταν πολύ ωραία, και επειδή θυμάμαι ότι μας έφτιαχνε και όπλα — του δίναμε ξύλα και τα κοπανούσε με ένα τσεκούρι και έφτιαχνε μυτερά ξύλα, σαν μεγάλα μολύβια, τα οποία τα είχαμε εμείς για πόλεμο — κάπως, όταν ακούω το “σουγιάκο μου”, τον σκέφτομαι να μου κόβει ένα κλαδί και να μου το κάνει κοφτερό.»
«Το να μεγαλώνω με αυτές τις καλλιτεχνικές ανησυχίες στην Καρδίτσα, θα έλεγα ότι έχει — όπως όλα τα πράγματα — δύο όψεις. Είμαι πολύ ευγνώμων για την παιδική μου ηλικία, γιατί είχε καθαρή αναπνοή, υπήρχε φύση, είχαμε ζώα, πράσινο, άπλα, χρόνος, ασφάλεια — κάτι που φαντάζομαι ότι στην Αθήνα, ειδικά προς το κέντρο, δεν υπάρχει τόσο πολύ. Οπότε αυτό δημιουργεί μια πάρα πολύ ωραία βάση για κάποιον που θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη.
Αλλά στην πορεία, από την εφηβεία και μετά, όταν πλέον η καλλιτεχνική τροφή είναι περισσότερο μπάντες από το εξωτερικό, φοβεροί καλλιτέχνες του σινεμά, οι οποίοι δεν πρόκειται ποτέ να πατήσουν σε μια Καρδίτσα για ένα live ή δεν πρόκειται να έρθει στο σινεμά της Καρδίτσας κάποια σπάνια κουλτουριάρικη ταινία, ή όταν διαβάζεις μυθιστορήματα που περιγράφουν τη ζωή του Υπέροχου Γκάτσμπι κάπου σε μια πολιτεία της Αμερικής, κάπως νιώθεις πάρα πολύ μακριά από αυτόν τον συναρπαστικό κόσμο, οπότε θες να πας έστω στην Αθήνα.»

Μerde: ένα sold out αμένσιωτο στους ανθρώπους του Θεάτρου
«Ναι, το Merde είναι ένα αμένσιωτο, προφανώς. Αυτό είναι ένα ωραίο είδος χιούμορ: το να φωτογραφίζεις κάποιον αλλά να μην το λες. Να λες “ξέρω κάποιον ο οποίος έκανε κάτι τέτοια με ανήλικα” ή “ξέρω κάποιον που παριστάνει τον καμπόσο και όλοι τον προσκυνάμε, αλλά δεν ξέρει τίποτα από την τέχνη αυτή”. Ή “ξέρω κάποιους που πληρώνουν για να γίνεται η τέχνη και δεν έχουν καταλάβει γρι από το πώς γίνεται και τι ανάγκες έχει”. Ή “την πουλάνε κοψοχρονιά, λες και πουλάνε κρέας στη Βαρβάκειο αγορά”. Το να τους ονομάτιζα θα το έκανε πιο κλειστό, καταγγελτικό και μηνύσιμο.»
«Τι μπαμπάς δεν θέλω να γίνω; Φοβάμαι να το πω, γιατί θα το γρουσουζέψω και θα γίνω τελικά. Δεν θέλω να είμαι απών, αλλά δεν θέλω και προσπαθώντας να είμαι παρών να χάσω την αγάπη μου για τη δουλειά μου και για την τέχνη μου.»

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.