Μενού
  • Α-
  • Α+

Τα αντιβιοτικά αναμφισβήτητα θεωρούνται μια από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του 20ου αιώνα, αφού χάρις σε αυτά αντιμετωπίστηκαν πολυάριθμες λοιμώξεις και αποφεύχθηκε πληθώρα θανατηφόρων ασθενειών που οφείλονταν σε μικροβιακό παράγοντα. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια η αλόγιστη χρήση τους, τόσο στην κοινότητα όσο και ενδονοσοκομειακά, οδήγησε στην ανάπτυξη μικροβίων ανθεκτικών σε αυτά, αφήνοντας κατά αυτόν τον τρόπο πολλές λοιμώξεις αθεράπευτες και αυξάνοντας τη θνητότητα κατ’ επέκταση.

Η μικροβιακή αντοχή είναι η αντοχή που αναπτύσσουν τα μικρόβια στα αντιβιοτικά, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο ή και καθόλου ευαίσθητα σε αυτά. Η μακροχρόνια λήψη αντιβιοτικών διαταράσσει τη χλωρίδα του ανθρώπινου οργανισμού, με αποτέλεσμα να επικρατούν μορφές μικροβίων περισσότερο ανθεκτικές. Η υπερκατανάλωση των αντιβιοτικών εκτός από τον ανθρώπινο πληθυσμό, παρατηρείται και στα ζώα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολυανθεκτικές μορφές μικροβίων και στους δυο πληθυσμούς. Όμως, κατά την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τα ζώα και το περιβάλλον, είναι δυνατή η μετάδοση των πολυανθεκτικών μικροβίων μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο για το πρόβλημα. Για το λόγο αυτό, η μικροβιακή αντοχή παρουσιάζεται ως ένα πολυπαραγοντικό θέμα που επηρεάζει ολόκληρο το οικοσύστημα στο πλαίσιο της «Ενιαίας Υγείας», και αναλόγως θα πρέπει να αντιμετωπιστεί.

Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα χαρακτηρίζει τη μικροβιακή αντοχή ως «σιωπηλή πανδημία», και όχι αδίκως, μιας και πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες απειλές της δημόσιας υγείας σήμερα. Πιο συγκεκριμένα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) κάνει λόγο για μια «post-antibiotic era», δηλαδή μια εποχή στην οποία δεν θα υπάρχουν αντιβιοτικά κατάλληλα για να αντιμετωπίσουν αυτά τα σχεδόν πανανθεκτικά μικρόβια. Μάλιστα, εκτιμάται πως έως το 2050 το πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής θα προκαλέσει περισσότερους θανάτους από όσους θα προκαλέσουν ο καρκίνος και ο σακχαρώδης διαβήτης μαζί.

Την ίδια ανησυχία φαίνεται πως μοιράζεται και η Ευρώπη, καθώς το 2015 το European Center for Disease Prevention and Control (ECDC), κατέγραψε 33.110 θανάτους που οφείλονταν σε ανθεκτικά στα αντιβιοτικά μικρόβια, ενώ προβλέπει πως έως το 2050 είναι πιθανό να προκληθεί οικονομική κρίση ανάλογη με αυτή του 2008, οφειλόμενη στο αυξημένο κόστος νοσηλειών και στη μείωση της παραγωγικότητας, ως απόρροια της μικροβιακής αντοχής.

Τα στοιχεία από την Ελλάδα

Οσον αφορά στη χώρα μας, ο επιπολασμός των ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων ανέρχεται στο 10%, πράγμα που σημαίνει ότι 1821 νοσηλευόμενοι ασθενείς ταλαιπωρούνται από κάποιο ενδονοσοκομειακό μικρόβιο. Τα πιο συχνά συναντούμενα παθογόνα στη χώρα μας είναι τα εξής: Acinetobacter spp, E.Coli, Klebsiella Pneumoniae, Pseudomonas Aeruginosa, Staphylococcus Aureus, Enterococcus Faecium, Enterococcus Faecalis, Streptococcus Pneumoniae. Μεγάλο πρόβλημα εντοπίζεται στην αντοχή που παρουσιάζει η Klebsiella Pneumoniae στις κεφαλοσπορίνες 3ης γενιάς και στις καρβεπενέμες (66,50% έναντι 31,30% για την ΕΕ και 58,30% έναντι 7,90% για την ΕΕ, αντίστοιχα) και στην αντοχή της Pseudomonas Aeruginosa στις καρβεπενέμες και στις φλουροκινολόνες (48,90% έναντι 16,50% για την ΕΕ και 46,80% έναντι 18,90% για την ΕΕ, αντίστοιχα).

Την ίδια υψηλή πορεία φαίνεται πως ακολουθεί και η χορήγηση των αντιβιοτικών εντός νοσοκομείου. Πιο αναλυτικά, η κατανάλωση αντιβιοτικών σε καθορισμένη ημερήσια δόση (Defined Daily Dose, DDD) ανά 1000 άτομα για τη χώρα μας βρέθηκε να είναι 1,68 έναντι 1,77 της ΕΕ. Ωστόσο, στη χρήση προωθημένων αντιβιοτικών, όπως οι καρβεπενέμες και τα πολυμιξίδια, η χώρα κατέχει και πάλι τη πρώτη θέση (DDD ανά 1000 άτομα = 50,8% έναντι 33,7% της ΕΕ).

Αναφορικά με την κατανάλωση των αντιβιοτικών στην κοινότητα, η χώρα μας φαίνεται πως κατέχει τη δεύτερη θέση μετά την Κύπρο, σύμφωνα με τα επιδημιολογικά δεδομένα του 2020. Συγκεκριμένα, ο δείκτης DDD ανά 1000 κατοίκους στην κοινότητα βρέθηκε να είναι 32,4 έναντι 18,0 που ήταν ο μέσος όρος για τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Σε μελέτη που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα μεταξύ 2010-2013 και η οποία περιγράφει τις συνταγογραφήσεις στην κοινότητα σε ενήλικες, βρέθηκε ότι το 33,5% των αντιβιοτικών που συνταγογραφήθηκαν ήταν για διαγνώσεις στις οποίες τα αντιβιοτικά συνήθως δεν ενδείκνυνται. Τέλος, σε άλλη μελέτη του 2008, μετά από 174 επισκέψεις στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών βρέθηκε ότι αντιβιοτικό με ευρύ φάσμα δόθηκε χωρίς συνταγογράφηση στο 100%, ενώ στο 73% των επισκέψεων δόθηκε αντιβιοτικό που κανονικά απαιτεί ειδική συνταγή.

Η χώρα μας φαίνεται πως αναγνωρίζει την έκταση του προβλήματος, γεγονός που πηγάζει από τις προσπάθειες πρόληψης κι ελέγχου λοιμώξεων και καταπολέμησης της μικροβιακής αντοχής, στις οποίες έχει επιδοθεί με αντίστοιχη νομοθεσία από το 2014. Πιο εμπεριστατωμένα, κάθε νοσοκομείο οφείλει να έχει μεριμνήσει για τον «Εσωτερικό Κανονισμό Πρόληψης κι Ελέγχου Λοιμώξεων», ο οποίος θα προβλέπει εκτός των άλλων, την επιτήρηση της κατανάλωσης των αντιβιοτικών και την ορθή χρήση τους, με κύριο δρών την Ομάδα Επιτήρησης και Ορθολογικής Χρήσης Αντιβιοτικών (ΟΕΚΟΧΑ). Επίσης, η ηλεκτρονική βάση καταγραφής των Gram(-) και Gram(+) παθογόνων δίνει μια επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης που επικρατεί, με δυνατότητα άμεσης παρέμβασης, εάν κριθεί απαραίτητο. Η παρακολούθηση συγκεκριμένων δεικτών λοιμώξεων μέσω του «Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου για τη Δημόσια Υγεία» από τον Εθνικό Οργανισμό Δημόσιας Υγείας (ΕΟΔΥ), συνηγορεί υπέρ της προσπάθειας αυτής. Τέλος, για το διάστημα 2021-2025 υλοποιείται το Πανελλήνιο Πρόγραμμα για την πρόληψη και τον έλεγχο των νοσοκομειακών λοιμώξεων και τη μικροβιακή αντοχή που είναι ενταγμένο στο πρόγραμμα «Πρωτοβουλία για την Υγεία».

Το «αποτύπωμα» της πανδημίας

Ωστόσο, φαίνεται πως η έκτακτη και επιβλητική παρουσία της πανδημίας του SARS-COV-2 τα τελευταία τρία χρόνια, ενέτεινε το πρόβλημα της μικροβιακής αντοχής, μιας και μελέτες δείχνουν πως η κατανάλωση αντιβιοτικών έναντι των δευτεροπαθών λοιμώξεων ή πολλές φορές και προφυλακτικά στο πλαίσιο μιας COVID-19 λοίμωξης, αυξήθηκε κατά 11,2% τον πρώτο χρόνο της πανδημίας. Ακόμα, φάνηκε πως έγιναν εκπτώσεις στα προγράμματα αντιβιοτικής επιμελητείας που ακολουθούσαν τα νοσοκομεία έως τότε, εφόσον όλη η προσοχή των κλινικών επιστημόνων ήταν στραμμένη στην πανδημία και στην αντιμετώπιση αυτής. Ως εκ τούτου, κρίνεται αναγκαία η ισχυροποίηση των προγραμμάτων ελέγχου λοιμώξεων και αντιμικροβιακής επιμελητείας στα νοσοκομεία. Επιπροσθέτως, οι καμπάνιες ευαισθητοποίησης του πληθυσμού πάνω στην ορθολογική χρήση των αντιβιοτικών θα λειτουργήσουν καταλυτικά στη συμμόρφωσή του, καθώς μεγάλο τμήμα της χώρας φαίνεται να μην έχει ακόμα τις απαραίτητες γνώσεις επί του θέματος.

Συμπερασματικά, η μικροβιακή αντοχή είναι ένα διαχρονικό πρόβλημα, το οποίο αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις, απειλώντας τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ελλάδα προσπαθεί μέσω εθνικών και υπερεθνικών προγραμμάτων πρόληψης και ελέγχου λοιμώξεων και αντιμικροβιακής επιμελητείας να περιορίσει αυτή τη «μάστιγα». Ωστόσο, φαίνεται ότι πρέπει να εντείνει τις προσπάθειες αυτές αυστηροποιώντας τους ήδη υπάρχοντες θεσμούς και ενισχύοντας τη γνώση του κοινού μέσω προγραμμάτων αγωγής της υγείας. Η δημόσια υγεία συνοδεύεται από συλλογική και ατομική ευθύνη και κάθε μας επιλογή έχει έμμεσο αντίκτυπο σε όλο το οικοσύστημα. Θα πρέπει επομένως, να σταθούμε στο ύψος των περιστάσεων και με υπευθυνότητα να συμβάλλουμε όλοι στην αντιμετώπιση αυτού του κοινού προβλήματος.

* Η Αρχοντία Μούτου, είναι υπεύθυνη Επιτήρησης Λοιμώξεων, Κέντρο Κλινικής Επιδημιολογίας και Έκβασης Νοσημάτων – CLEO