Υπάρχει κάτι παράδοξο στον τρόπο με τον οποίο ακούμε μουσική. Κάποια τραγούδια παύουν, με τον χρόνο, να αντιμετωπίζονται ως αυτόνομα έργα και αποκτούν έναν σχεδόν αποκλειστικό «ιδιοκτήτη» στη συλλογική συνείδηση. Το «Όλα σε θυμίζουν» γίνεται αποκλειστικά της Αλεξίου, το «Διθέσιο» της Πρωτοψάλτη, το «Υπάρχω» του Καζαντζίδη. Και όχι επειδή τα έγραψαν οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες, αλλά επειδή η φωνή τους έγινε το βασικό φίλτρο μέσα από το οποίο ολόκληρες γενιές έμαθαν να τα ακούνε.
Εκεί ακριβώς αρχίζει μια ενδιαφέρουσα σύγχυση. Άλλο η ταύτιση ενός τραγουδιού με τον ερμηνευτή που το έκανε γνωστό και άλλο η αντίληψη ότι το τραγούδι τού ανήκει. Άλλο το «δεν μου αρέσει αυτή η εκτέλεση» και άλλο το «αυτό το τραγούδι δεν το αγγίζεις».
Οι αντιδράσεις που συνοδεύουν κατά καιρούς νέες ερμηνείες έχουν ενδιαφέρον ακριβώς επειδή ξεπερνούν την ίδια την ερμηνεία. Δεν συζητιέται μόνο αν κάποιος τραγουδάει καλά, αν η ενορχήστρωση λειτουργεί ή αν μια διασκευή σέβεται το πρωτότυπο. Συχνά τίθεται ένα διαφορετικό, σχεδόν ηθικό ερώτημα: ποιος έχει το δικαίωμα να τραγουδήσει ένα τραγούδι που έχουμε μάθει να θεωρούμε «δικό» κάποιου άλλου;
Από τη Χρυσηίδα Γκαγκούτη, που πέρα από την εξωτερική της εμφάνιση, σχολιάστηκε και για την ερμηνεία της για το «Όλα σε θυμίζουν» της Χαρούλας Αλεξίου, μέχρι την Κατερίνα Λιόλιου όταν είχε ερμηνεύσει το «Διθέσιο» της Άλκηστις Πρωτοψάλτη και τη Josephine όταν, ακόμα πιο παλιά, είχε ερμηνεύσει το «Υπάρχω» του Στέλιου Καζαντζίδη, η αισθητική κρίση μετατρέπεται σε πολιτισμική αστυνόμευση.
Η μουσική δεν ακούγεται ποτέ έξω από τη μνήμη. Ένα τραγούδι δεν είναι μόνο μελωδία, στίχος, ενορχήστρωση και ερμηνεία. Είναι επίσης η στιγμή στην οποία το ακούσαμε για πρώτη φορά, ένας άνθρωπος που συνδέθηκε μαζί του, μια εποχή, ένας έρωτας, μια απώλεια. Γι’ αυτό και η μουσική έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη μνήμη, καθώς συχνά θυμόμαστε τον εαυτό μας μέσα από αυτό.
Αυτό εξηγεί γιατί μια νέα εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει δυσανάλογα έντονη αντίδραση. Όταν κάποιος αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο τραγουδιέται κάτι που έχουμε ενσωματώσει στη δική μας βιογραφία, μπορεί να αισθανόμαστε ότι παρεμβαίνει σε κάτι προσωπικό. Η διασκευή γίνεται, έστω συμβολικά, μια εισβολή σε έναν χώρο που θεωρούσαμε οικείο.
Διαβάστε Επίσης: Ζαμάνη - Γκαγκούτη τραγούδησαν Αλεξίου και το ίντερνετ είχε να πει πολλά - Πάει και πιο κάτω;
Το «αυτό είναι το τραγούδι της Αλεξίου» περιγράφει μια συλλογική εμπειρία ακρόασης. Το «άρα δεν πρέπει να το τραγουδήσει κανείς άλλος» είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.
Ποιος «δικαιούται» να τραγουδά τι;
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο εμφανές όταν ένας pop καλλιτέχνης περνάει σε ένα ρεπερτόριο που έχει ταξινομηθεί ως «έντεχνο», λαϊκό ή «σοβαρό». Εκεί ενεργοποιούνται ιεραρχίες. Ποια φωνή θεωρείται κατάλληλη για ποιο τραγούδι, ποιο είδος μουσικής θεωρείται «ανώτερο» και ποιος καλλιτέχνης θεωρείται αρκετά «σοβαρός» για να το υπηρετήσει.
Και τότε το ερώτημα μετατοπίζεται. Δεν αξιολογούμε πλέον μόνο το αποτέλεσμα. Αξιολογούμε την ταυτότητα εκείνου που βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο.
Αν ο καλλιτέχνης ανήκει στην «κατάλληλη» αισθητική κατηγορία, η διασκευή μπορεί να αντιμετωπιστεί ως φόρος τιμής. Αν προέρχεται από ένα διαφορετικό μουσικό σύμπαν, μπορεί να θεωρηθεί βεβήλωση. Σαν να υπάρχουν άτυπα σύνορα ανάμεσα στα είδη και κάποιοι καλλιτέχνες να χρειάζονται πολιτισμική βίζα για να τα διασχίσουν.
Πρόκειται για μια αντίληψη βαθιά συντηρητική, ακόμη κι όταν εμφανίζεται με το προσωπείο της υπεράσπισης της «ποιότητας». Γιατί προϋποθέτει ότι η μουσική έχει ένα ορθό πλαίσιο ακρόασης, έναν ορθό ερμηνευτή και, τελικά, ένα ορθό κοινό.
Δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο
Θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουμε αυτή την εμμονή με τα «απαγορευμένα» τραγούδια ως μια ακόμη ελληνική ιδιομορφία, ως προϊόν της ιδιαίτερης σχέσης που έχουμε με το λαϊκό και το έντεχνο τραγούδι, με τις μεγάλες φωνές του παρελθόντος και με την ιδέα ότι κάποια κομμάτια αποτελούν σχεδόν κληρονομιά μιας συγκεκριμένης γενιάς.
Δεν είναι.
Το 2014, το βρετανικό NME έκανε ακριβώς την ίδια ερώτηση στους αναγνώστες του, μόνο που τη διατύπωσε χωρίς περιστροφές: «Sacred Songs - Which Tracks Do You Think Should Never Be Covered?». Ποια τραγούδια είναι τόσο πολύτιμα, τόσο δεμένα με μια συγκεκριμένη φωνή ή εποχή, ώστε η διασκευή τους να μοιάζει σχεδόν με ιεροσυλία; Το περιοδικό ζήτησε από τους αναγνώστες να προτείνουν τα δικά τους «sacred songs» και, την επόμενη ημέρα, δημοσίευσε 25 από τις απαντήσεις τους.
Η λίστα είναι αποκαλυπτική. Οι αναγνώστες του NME δεν σχολιάζουν μόνο αν μια διασκευή είναι καλή ή κακή. Μιλούν για τραγούδια που θεωρούν «untouchable» επειδή έχουν συνδεθεί τόσο στενά με μια συγκεκριμένη φωνή, μπάντα ή ιστορική στιγμή, ώστε οποιαδήποτε νέα εκτέλεση θεωρείται εκ των προτέρων καταδικασμένη. Στη λίστα βρίσκονται, μεταξύ άλλων, το «Stairway to Heaven» των Led Zeppelin, το «Back to Black» της Amy Winehouse, το «Killing in the Name» των Rage Against the Machine, το «She’s Lost Control» των Joy Division, το «Smells Like Teen Spirit» των Nirvana και το «Heroes» του David Bowie.
Η λογική είναι σχεδόν ίδια με αυτή που συναντάμε και στα δικά μας. «Δεν μπορείς να το κάνεις καλύτερα από τον αρχικό ερμηνευτή» λέει ο ένας. «Αυτό το τραγούδι ανήκει στη φωνή του» λέει ο άλλος. «Η διασκευή καταστρέφει την κληρονομιά του» λέει ένας τρίτος. Οι διατυπώσεις αλλάζουν, όμως πίσω τους υπάρχει η ίδια διαδικασία. Η σύνδεση ενός έργου με έναν ερμηνευτή γίνεται τόσο ισχυρή, ώστε η ερμηνεία να αντιμετωπίζεται τελικά ως αναπόσπαστο κομμάτι της ίδιας της ταυτότητας του τραγουδιού.
Το NME, μάλιστα, το έθετε εξαρχής σχεδόν ως παιχνίδι με την έννοια της ιεροσυλίας. Από τη μία αναγνώριζε ότι υπάρχουν σπουδαίες διασκευές που έδωσαν νέα ζωή σε παλιότερα τραγούδια, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, τη διασκευή των Blondie στο «Hanging on the Telephone» και το «Gloria» της Patti Smith, και από την άλλη έθετε το ερώτημα για τα κομμάτια που οι ακροατές δεν θα άντεχαν να ακούσουν ποτέ από άλλη φωνή. Το «πείραμα» του NME έδειξε τελικά ότι το «ιερό τραγούδι» δεν είναι μουσικό χαρακτηριστικό, αλλά μάλλον κοινωνική κατασκευή.
Ένα τραγούδι, λοιπόν, γίνεται «ιερό» επειδή μια κοινότητα ακροατών το περιβάλλει με συγκεκριμένες μνήμες, αφηγήσεις και συναισθηματικές αξίες. Η περίπτωση της Taylor Swift και του «September» των Earth, Wind & Fire είναι χαρακτηριστική. Το 2018 η Taylor Swift κυκλοφόρησε μια country εκδοχή του εμβληματικού funk τραγουδιού, μεταφέροντάς το σε ένα εντελώς διαφορετικό ηχητικό σύμπαν, με banjo και folk/country αισθητική. Η αντίδραση δεν αφορούσε μόνο το αν η διασκευή ήταν καλή ή κακή.
Ένα μέρος της κριτικής στάθηκε στο γεγονός ότι το «September» έχει ιδιαίτερο βάρος στην ιστορία της μαύρης αμερικανικής μουσικής και ότι η νέα εκδοχή αποσυνέδεε το τραγούδι από αυτή την πολιτισμική του καταγωγή. Η Washington Post έγραψε τότε ακριβώς για αυτή τη δυσκολία της διασκευής. Όσο πιο βαθιά έχει ριζώσει ένα τραγούδι στη συλλογική μνήμη, τόσο μεγαλύτερο είναι το ρίσκο όταν κάποιος επιχειρεί να το μεταφέρει σε ένα εντελώς διαφορετικό μουσικό πλαίσιο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Katy Perry με το «What Have You Done for Me Lately» της Janet Jackson. Στη Witness Tour το 2017, η Katy Perry ερμήνευσε το τραγούδι, παραπέμποντας παράλληλα σε στοιχεία της εμβληματικής σκηνικής παρουσίας της Janet Jackson. Η αντίδραση μέρους των fans της Janet Jackson ήταν έντονη, με τη συζήτηση να φτάνει μέχρι την κατηγορία της πολιτισμικής οικειοποίησης. Δεν απασχόλησε μόνο αν η Katy Perry απέδωσε καλά το κομμάτι, αλλά αν μπορούσε να μεταφέρει τόσο εύκολα ένα τραγούδι και μια αισθητική που είχαν αποκτήσει συγκεκριμένο συμβολικό βάρος μέσα στην ιστορία της μαύρης pop και R&B.
Η Beyoncé, από την άλλη, προσφέρει μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Όταν επανερμήνευσε το «Jolene» της Dolly Parton στο Cowboy Carter το 2024, το τραγούδι απέκτησε διαφορετικό τόνο, με τη Beyoncé να μετατρέπει την έκκληση της Dolly Parton σε μια πιο επιθετική και διεκδικητική προειδοποίηση. Η ίδια η Dolly Parton καλωσόρισε δημόσια τη διασκευή. Η δημιουργός και εμβληματική αρχική ερμηνεύτρια δεν θεώρησε ότι το τραγούδι της απειλείται από μια νέα ανάγνωση. Κι όμως, οι ακροατές συνέχισαν να συγκρίνουν τις δύο εκτελέσεις, να συζητούν αν η Beyoncé πλησίασε το πρωτότυπο και να υπερασπίζονται τη μία ή την άλλη εκδοχή. Σαν να είχε αποκτήσει το κοινό ένα δικό του δικαίωμα βέτο πάνω σε ένα τραγούδι που η ίδια η δημιουργός του είχε ήδη επιτρέψει να περάσει σε μια νέα γενιά.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και έξω από την pop. Η Miley Cyrus, για παράδειγμα, βρέθηκε στο στόχαστρο όταν το 2014 παρουσίασε τη δική της εκδοχή του «Babe, I'm Gonna Leave You». Το τραγούδι δεν είναι, βέβαια, σύνθεση των Led Zeppelin, γράφτηκε αρχικά από την Anne Bredon και έγινε γνωστό μέσα από διαφορετικές ερμηνείες, μεταξύ των οποίων εκείνη της Joan Baez και, αργότερα, των Led Zeppelin.
Όμως ακριβώς η εκτέλεση των τελευταίων είναι εκείνη που έχει μείνει βαθιά χαραγμένη στη συλλογική μνήμη. Η αντίδραση στη διασκευή της Miley Cyrus δεν περιορίστηκε στο αν η νέα ερμηνεία λειτουργούσε, αλλά κινήθηκε γύρω από την ιδέα ότι ένα τραγούδι με τόσο ισχυρό rock αποτύπωμα δεν μπορεί να μεταφέρεται εύκολα από τη μία αισθητική στην άλλη.
Σίγουρα υπάρχουν εκατοντάδες ακόμη παραδείγματα, τα οποία μπορούν να μας επιβεβαιώσουν ένα και μοναδικό συμπέρασμα:
Η τέχνη δεν είναι μουσείο
Η ιστορία της μουσικής είναι, σε μεγάλο βαθμό, ιστορία επανερμηνειών. Τα τραγούδια μετακινούνται από φωνή σε φωνή, από γενιά σε γενιά και από είδος σε είδος. Αλλάζουν ενορχήστρωση, ύφος, ταχύτητα, ακόμη και νόημα. Κάποιες φορές οι νέες εκτελέσεις αποτυγχάνουν. Κάποιες είναι αδιάφορες. Κάποιες αποδεικνύονται καλύτερες από το πρωτότυπο. Και κάποιες αποκτούν τη δική τους θέση στην ιστορία.
Όλα αυτά αποτελούν μέρος της ίδιας της ζωής ενός τραγουδιού.
Η κριτική, επομένως, δεν είναι μόνο θεμιτή αλλά απαραίτητη. Τα social media είναι εκείνα που, σε ένα βαθμό, κάνουν αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο έντονη. Η ήπια διαφωνία δύσκολα γίνεται viral. Η καταδίκη, αντίθετα, έχει πολύ μεγαλύτερη κυκλοφοριακή αξία.
Έτσι, η μουσική κριτική μετατρέπεται εύκολα σε performance οργής. Η υπερβολή ανταμείβεται, η αγανάκτηση γίνεται περιεχόμενο και η αισθητική διαφωνία αποκτά χαρακτηριστικά δημόσιας δίκης.
Τα τραγούδια δεν ακυρώνονται επειδή ξανατραγουδιούνται
Μια νέα ερμηνεία, λοιπόν, δεν αφαιρεί τίποτα από την προηγούμενη. Η Ζαμάνη και η Γκαγκούτη δεν αφαιρούν τίποτα από την Αλεξίου. Η Λιόλιου δεν εξευτελίζει την Πρωτοψάλτη. Η Josephine δεν μικραίνει τον Καζαντζίδη. Η αρχική ερμηνεία δεν κινδυνεύει επειδή κάποιος άλλος επιχείρησε να τη διαβάσει διαφορετικά. Και, κυρίως, η αξία ενός τραγουδιού δεν αποδεικνύεται από το πόσο αυστηρά το προστατεύουμε από τις νέες φωνές.
Ένα πραγματικά μεγάλο τραγούδι αντέχει στην επανερμηνεία. Αντέχει ακόμη και στην κακή διασκευή. Η αρχική εκτέλεση εξακολουθεί να υπάρχει, με όλο το συναισθηματικό και ιστορικό βάρος που της έχουμε αποδώσει. Η τέχνη, άλλωστε, δεν είναι μουσείο. Και τα τραγούδια δεν είναι εκθέματα που πρέπει να παραμένουν αμετακίνητα, προστατευμένα από τους «λάθος» ερμηνευτές.
Μπορούμε να αγαπάμε την Αλεξίου, τον Καζαντζίδη ή την Πρωτοψάλτη μέσα από εκείνα τα τραγούδια και ταυτόχρονα να δεχτούμε ότι η μουσική που περνάει στις επόμενες γενιές δεν θα παραμείνει ίδια. Θα αλλάξει μαζί τους.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.