Μενού
  • Α-
  • Α+

Αντισυμβατικός. Απρόβλεπτος. Αβόλευτος. Άναρχος. Γενικά στον Νικόλα τον Άσιμο οποιαδήποτε λέξη μπορεί να πάρει μπροστά της το στερητικό «α» είναι μια ταιριαστή λέξη. Ακόμα κι αν αυτός ήταν αταίριαστος. Με όλους και με όλα. Με τα πάντα. Ακόμα και με τον ίδιο του τον εαυτό. Ένας από τους τρεις «Αγίους» των Εξαρχείων (μαζί με την Κατερίνα Γώγου και τον Παύλο Σιδηρόπουλο) ήταν από τους τύπους που δεν μπορούσε κανείς να τον βάλει σε καλούπι. «Όταν άκουσα τον Παπαδόπουλο να λέει θα πατάξωμεν την αναρχία, αποφάσισα να γίνω η αναρχία που δεν πατάσσεται ποτέ», είχε πει. Ένας σύγχρονος Διογένης που αντί για πιθάρι είχε ένα ημιυπόγειο στην Καλλιδρομίου. Εκεί, μέσα σε αυτό το σπίτι - μαγαζί, μια ημέρα σαν σήμερα το 1988, έβαλε τέλος στη ζωή του.

Ένας αντισυμβατικός «μπαγάσας»

Γεννήθηκε ως Νικόλαος Ασημόπουλος στη Θεσσαλονίκη στις 20 Αυγούστου του 1949. Το Άσιμος προέκυψε όταν κάποια στιγμή στα φοιτητικά του χρόνια αποφάσισε να προσπαθήσει να το «παίξει» δημοσιογράφος. Το έβαλε ως ψευδώνυμο και από τότε του κόλλησε και δεν το άλλαξε ποτέ ξανά. Αλλά η δημοσιογραφία δεν του ταίριαξε. Όπως δεν του ταίριαξε και ο αθλητισμός όπου είχε διακριθεί σαν μαθητής στο άλμα εις ύψος. Όπως δεν του ταίριαξε και το να είναι ηθοποιός. Και τελικά «έπεσε» πάνω σε μια κιθάρα η οποία «συνάντησε» τα στιχάκια και τα ποιήματα που έγραφε από την εποχή που ήταν μαθητής γυμνασίου ακόμα.

Άρχισε να «γρατζουνάει» την κιθάρα και προσπαθούσε μόνος του να μάθει να παίζει. Όταν έμαθε και «σκάρωσε» και τα πρώτα του τραγούδια έπιασε δουλειά σε κάποιες μπουάτ. Και τότε άρχισαν τα προβλήματα με το κράτος. Αυτό όλο τον κυνηγούσε και εκείνος δεν το αναγνώρισε ποτέ. Η λογοκρισία τον κυνήγησε αλλά εκείνος τον...χαβά του. Μέχρι που μια νύχτα κατέληξε στο κρατητήριο. Και εκεί έχασε την ταυτότητά του. Και πέρασαν 18 χρόνια μέχρι να βγάλει άλλη και αυτό επειδή πέτυχε να αναγράφει «άνευ θρησκεύματος».

Συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Πάνος Τζαβέλας, ο Γιάννης Ζουγανέλης και ο Σάκης Μπουλάς. Κατέγραψε την πρώτη του παρουσία στη δισκογραφία, με έναν δίσκο 45 στροφών που περιείχε τα τραγούδια «Ο Μηχανισμός» (Α’ πλευρά) και «Ο Ρωμιός» (Β’ πλευρά). Τις δημιουργίες του μπορούσε κανείς να τις βρει στα δισκοπωλεία, αλλά στα ραδιόφωνα δεν έπαιζαν πουθενά για «ευνόητους» λόγους.

Το 1976 έρχεται στον κόσμο η κορούλα του, Νιουνιού, καρπός της εκτός γάμου σχέσης του με την αναρχοφεμινίστρια Λίλιαν Χαριτάκη. Τον Οκτώβριο του 1977 προφυλακίστηκε στις φυλακές της Αίγινας, μαζί με πέντε εκδότες πολιτικών εντύπων, γιατί παρουσιάστηκαν από την Αστυνομία ως «ηθικοί αυτουργοί» ταραχών που ξέσπασαν στην Αθήνα κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων διαμαρτυρίας για τους θανάτους μελών της «RAF», στα διαβόητα «λευκά κελιά» των φυλακών Σταμχάιμ. Όταν κλήθηκε να υπηρετήσει στην αεροπορία πήρε απαλλαγή, προσποιούμενος τον ψυχοπαθή, καθώς κατάφερε να του αναγνωριστεί ότι έπασχε από σχιζοειδή ψύχωση.

Τον Νοέμβριο του 1982 κυκλοφόρησε τον μοναδικό του δίσκο 33 στροφών (LP) που έβγαλε όσο ζούσε με τίτλο «Ο Ξαναπές». Σε αυτόν συμμετείχαν η Χάρις Αλεξίου, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και η Αθηναϊκή Κομπανία. Τον Απρίλιο του 1987, περίπου έναν χρόνο πριν την αυτοκτονία του, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου τραγούδησε στον δίσκο του «Χαιρετίσματα» πέντε τραγούδια του.

Τα ψυχιατρεία, η καταγγελία για βιασμό και το τέλος

Το 1987 οδηγήθηκε βιαίως σε ψυχοθεραπευτική κλινική και λίγο αργότερα στις φυλακές Κορυδαλλού, με την κατηγορία του βιασμού. Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, αλλά δεν κατάφερε να ξεπεράσει τη μεγάλη του πίκρα γι' αυτή την αβάσιμη κατηγορία, που δεν τεκμηριώθηκε ποτέ.

Όταν πια βγήκε ήταν άλλος άνθρωπος. Είχε βυθιστεί σε έναν δικό του, σκοτεινό κόσμο. Επιπλέον, δεν μπορεί πια να παίξει κιθάρα λόγω προβλήματος στο χέρι που προκλήθηκε από τα ψυχοφάρμακα.

Η εκκρεμούσα δίκη, μαζί με τ' άλλα προβλήματα που ήταν πολλά, συσσωρεύτηκαν μέσα του... Μετά από δύο ανεπιτυχείς απόπειρες αυτοκτονίας, στις 17 Μαρτίου του 1988 βρέθηκε κρεμασμένος στο σπίτι του.  Πριν προχωρήσει στο απονενοημένο, τηλεφώνησε στον φίλο του, Νίκο Ζερβό. Ο δημοφιλής σκηνοθέτης και παραγωγός, είχε περιγράψει εκείνη την τελευταία τους επικοινωνία: «Μου είπε: “Ζερβέ, η κατάρα του Τουταγχαμόν έχει πέσει επάνω μας”. Και εγώ του είπα: “Άσε μας ρε Νικόλα να κοιμηθώ”, γιατί με πήρε τηλέφωνο στις 03:00». Κρεμάστηκε από σωλήνα ύδρευσης. Ήταν μόλις 38 ετών.