Τα τελευταία χρόνια, οι χειμώνες στην Ελλάδα γίνονται ηπιότεροι. Και αυτό δεν είναι μόνο μια κοινή πεποίθηση, αλλά ένα δεδομένο που πλέον βασίζεται σε επιστημονικά στοιχεία. «Η συνεχής άνοδος της θερμοκρασίας αποτελεί μια έκφραση της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής», όπως λέει στο reader ο Σταύρος Ντάφης, Φυσικός-Μετεωρολόγος, Ph.D. και Επιστημονικός Συνεργάτης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών/meteo.gr.
Τάση αύξησης της θερμοκρασίας από τις αρχές του '90
Συγκεκριμένα, όπως σημειώνει ο κ. Ντάφης, «τα τελευταία χρόνια υπάρχουν σαφή και μετρήσιμα στοιχεία ότι οι χειμώνες στην Ελλάδα γίνονται ολοένα και πιο ήπιοι. Στην πρόσφατη εργασία μας με τίτλο “Exploring Recent (1991–2020) Trends of Essential Climate Variables in Greece”, που βασίζεται σε δεδομένα για την περίοδο 1991–2020, καταγράφεται αύξηση της μέσης θερμοκρασίας περίπου κατά 1,5°C σε επίπεδο χώρας, με τοπικές αυξήσεις που υπερβαίνουν τους 2°C, κυρίως στη βορειοδυτική Ελλάδα».

Αν και το αποτέλεσμα αυτό αφορά το σύνολο του έτους, όπως εξηγεί, αντανακλάται καθαρά και στους χειμερινούς μήνες, κυρίως μέσω της ανόδου των ελάχιστων θερμοκρασιών. Η αύξηση των ελαχίστων οδηγεί σε αισθητή μείωση των ημερών με παγετό, ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ελληνικού χειμώνα.
«Παράλληλα, η αύξηση της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας, επίσης της τάξης των 1,5°C την ίδια περίοδο, ενισχύει τη θερμική αδράνεια των παράκτιων περιοχών και συμβάλλει σε ηπιότερες χειμερινές συνθήκες. Με βάση τη δική μας ανάλυση, αλλά και παλαιότερα εθνικά κλιματικά δεδομένα, η τάση αυτή γίνεται σαφώς διακριτή από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και ενισχύεται σταθερά έως σήμερα».
Στην Ελλάδα η θέρμανση είναι ταχύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο
Η άνοδος της χειμερινής θερμοκρασίας στην Ελλάδας, αποτελεί τοπική έκφραση της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με τον κ. Ντάφη.
«Η αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου μεταβάλλει το ενεργειακό ισοζύγιο της Γης, οδηγώντας σε γενικευμένη θέρμανση της ατμόσφαιρας. Η Μεσόγειος, και κατ’ επέκταση η Ελλάδα, συγκαταλέγονται στις περιοχές όπου η θέρμανση είναι ταχύτερη από τον παγκόσμιο μέσο όρο, γεγονός που αποδίδεται στη γεωγραφική θέση, την κυκλοφορία της ατμόσφαιρας και τη στενή αλληλεπίδραση ξηράς–θάλασσας.
Τον χειμώνα, αυτή η παγκόσμια θέρμανση μεταφράζεται σε υψηλότερη «θερμοκρασιακή βάση», δηλαδή σε λιγότερες ημέρες με χαμηλές θερμοκρασίες και παγετό. Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας, που στην εργασία μας φτάνει τα 1,5°C την περίοδο 1991–2020, ενισχύει επιπλέον τη μεταφορά θερμότητας και υγρασίας προς την ατμόσφαιρα, επηρεάζοντας τη δυναμική των χειμερινών συστημάτων και καθιστώντας τους χειμώνες γενικά πιο ήπιους».
Λιγότερο σπάνιος ο βαρύς χειμώνας
Όλα αυτά δείχνουν πως ο «κλασικός» χειμώνας, όπως τον θυμούνται παλαιότερες γενιές με παρατεταμένο ψύχος και συχνές χιονοπτώσεις ακόμη και σε χαμηλά υψόμετρα, δεν αναμένεται να εξαφανιστεί πλήρως, ωστόσο γίνεται ολοένα και πιο σπάνιος και λιγότερο σταθερός.
«Τα κλιματικά μοντέλα για τη Μεσόγειο συγκλίνουν στο ότι η θέρμανση θα συνεχιστεί και τις επόμενες δεκαετίες, επηρεάζοντας άμεσα και τη χειμερινή περίοδο. Αυτό μεταφράζεται σε λιγότερες ημέρες με χαμηλές θερμοκρασίες, σε αισθητή μείωση των παγετών και σε μετατόπιση των χιονοπτώσεων προς μεγαλύτερα υψόμετρα», εξηγεί ο ίδιος.

Ταυτόχρονα, προσθέτει ως «η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τις δικές μας αναλύσεις για την Ελλάδα. Σε μια άλλη πρόσφατη εργασία μας για τη χιονοκάλυψη (1991–2020), καταγράφεται σαφής και στατιστικά σημαντική μείωση τόσο της διάρκειας της χιονοκάλυψης όσο και του πάχους χιονιού ιδιαίτερα σε χαμηλά και μεσαία υψόμετρα, ενώ ακόμη και σε ορεινές περιοχές παρατηρείται τάση συντόμευσης της περιόδου με συνεχή χιονοκάλυψη.
Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι το χιόνι, βασικό χαρακτηριστικό του «παραδοσιακού» χειμώνα, γίνεται ολοένα πιο επεισοδιακό και λιγότερο προβλέψιμο. Παράλληλα, μεμονωμένα έντονα ψυχρά επεισόδια εξακολουθούν να εμφανίζονται, όμως δεν αναιρούν τη γενική τάση: ο χειμώνας στην Ελλάδα μεταβάλλεται σταδιακά σε μια πιο ήπια εποχή, με μεγαλύτερη μεταβλητότητα, λιγότερο παρατεταμένο κρύο και σαφώς μειωμένη παρουσία χιονιού, ιδιαίτερα εκτός ορεινών ζωνών».
«Οι υψηλές θερμοκρασίες θα έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε πολλούς τομείς»
Προφανώς όσο συρρικνώνονται οι χειμώνες και παγιώνονται όλο και υψηλότερες θερμοκρασίες, οι επιπτώσεις σε διάφορους τομείς θα είναι σημαντικές.
«Στην αγροτική παραγωγή, η μείωση των χειμερινών ψυχρών ημερών επηρεάζει καλλιέργειες που απαιτούν επαρκές χειμερινό ψύχος, ενώ οι ήπιοι χειμώνες ευνοούν την επιβίωση και εξάπλωση εντόμων και ασθενειών.
Στους υδατικούς πόρους, η μείωση της χιονόπτωσης και της χιονοκάλυψης περιορίζει τον ρόλο του χιονιού ως φυσικού αποθηκευτή νερού, με αποτέλεσμα να μειώνεται η διαθεσιμότητα νερού τους θερμούς μήνες. Η εργασία μας δείχνει επίσης αύξηση των ημερών έντονης βροχόπτωσης, κυρίως στη δυτική Ελλάδα, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο πλημμυρών (και κατολισθήσεων), χωρίς να αναιρεί τη μακροπρόθεσμη τάση προς μεγαλύτερη ξηρότητα», αναφέρει ο κ. Ντάφης.

Έτσι «ο περιορισμός των επιπτώσεων απαιτεί συνδυασμό προσαρμογής και μετριασμού: προσαρμογή της αγροτικής παραγωγής και της διαχείρισης των υδατικών πόρων στις νέες κλιματικές συνθήκες, αλλά και μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, ώστε να περιοριστεί η ένταση των μελλοντικών αλλαγών και να αποφευχθούν τα πιο ακραία σενάρια.
Στην αγροτική παραγωγή, η προσαρμογή σημαίνει επιλογή ποικιλιών με χαμηλότερες απαιτήσεις σε χειμερινό ψύχος, καλύτερη αντιστοίχιση καλλιεργειών με τα τοπικά μικροκλίματα και ενίσχυση της ολοκληρωμένης φυτοπροστασίας, καθώς οι ήπιοι χειμώνες ευνοούν εχθρούς και ασθένειες.
Στους υδατικούς πόρους, απαιτείται μείωση απωλειών στα δίκτυα, εξοικονόμηση νερού και αναθεώρηση της διαχείρισης ταμιευτήρων, αφού το χιόνι λειτουργεί όλο και λιγότερο ως φυσικός αποθηκευτής», καταλήγει.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.