Σκοπευτήριο της Καισαριανής ή «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς». Ένας τόπος συνδεδεμένος με την αντίσταση του ελληνικού λαού στον ξένο κατακτητή που στη συλλογική μνήμη έχει γίνει συνώνυμο της εκτέλεσης των 200 την Πρωτομαγιά του 1944.
Γιατί όμως ο συγκεκριμένος χώρος επιλέχτηκε από τις κατοχικές αρχές και τους ντόπιους συνεργάτες τους και τι σηματοδοτεί ως μνημείο, σχεδόν 82 χρόνια μετά τις τελευταίες εκτελέσεις;
Το Reader.gr συνομίλησε με τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, Προκόπη Παπαστράτη, και τον υπεύθυνο του Μουσείου ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης που λειτουργεί υπό την αιγίδα του Δήμου Καισαριανής, Κώστα Γαβριλάκη, σχετικά με το Σκοπευτήριο και την περίοδο της κατοχής και της αντίστασης.

Οι 700 νεκροί, οι 200 της Πρωτομαγιάς και τα κυπαρίσσια
Όπως αναφέρει ο κ. Γαβριλάκης, «οι εκτελέσεις ξεκίνησαν τον Μάιο του 1942, με τους αδερφούς Μπάρκα -ο ένας από τους δύο μάλιστα 17χρονος μαθητής- και μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου 1944 είχαν εκτελεστεί περίπου 700 άνθρωποι -άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ανάπηροι του πολέμου του 1940- ακόμα και Γερμανοί και Ιταλοί στρατιώτες».
Η πιο μαζική και γνωστή εκτέλεση έγινε την Πρωτομαγιά του 1944, όταν οδηγήθηκαν στο απόσπασμα 200 κομμουνιστές, μετά τη μάχη στους Μολάους, στις 27 Απριλίου, όπου σκοτώθηκε ο Γερμανός στρατηγός και τρεις αξιωματικοί.
«Ως αντίποινα εκτελέστηκαν οι 200, άνθρωποι πολιτικοποιημένοι, κρατούμενοι της δικτατορίας Μεταξά, κυρίως συνδικαλιστές», επισημαίνει και συνεχίζει:
«Τούς έφεραν από το στρατόπεδο στο Χαϊδάρι και τούς έβαζαν ανά ομάδες στον χώρο, γι' αυτό στο σημείο όπου φαίνεται στις φωτογραφίες το ανάχωμα υπάρχουν σήμερα κυπαρίσσια που μπήκαν στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1944 και συμβολίζουν τις εικοσάδες των εκτελεσμένων».
«Λέγεται ότι τα δέντρα φυτεύτηκαν στο πλαίσιο εκδηλώσεων για τα τρία χρόνια από την ίδρυση του ΕΑΜ, αλλά και προς τιμήν των εκτελεσμένων. Τότε στήθηκε ένα μικρό μνημείο και στη συνέχεια κατασκευάστηκε το σημερινό», επισημαίνει παράλληλα.
Αναφέρει δε ότι ο Δήμος Καισαριανής έχει καταθέσει αίτημα να αποδοθούν πιστοποιημένα αντίγραφα των φωτογραφιών των 200 στο μουσείο, ενώ παράλληλα κυκλοφορεί κείμενο που έχει συγκεντρώσει χιλιάδες υπογραφές.

Το «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς» και ο 14χρονος μαθητής που δολοφονήθηκε στην τελευταία εκτέλεση
Η τελευταία εκτελέση στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 ήταν ενδεικτική της δολοφονικής μανίας των ναζί, καθώς στο εκτελεστικό απόσπασμα οδηγήθηκαν οι μικρότεροι σε ηλικία κρατούμενοι.
Μεταξύ των θυμάτων, όπως εξηγεί ο κ. Γαβριλάκης, ήταν η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, 17χρονη μαθήτρια της 6ης Γυμνασίου, και ο μικρότερος σε ηλικία εκτελεσμένος, ο Ανδρέας Λυκουρίνος, 14χρονος μαθητής της 3ης Γυμνασίου.
Από τότε, ο ΕΛΑΣ χαρακτήρισε τον χώρο «Θυσιαστήριο της Λευτεριάς», όπως αναφέρεται σε μεγάλη πινακίδα στην κεντρική είσοδο τόσο τότε όσο και σήμερα.
Διαβάστε ακόμα: Δεν βλέπουμε φωτογραφίες, βλέπουμε στάση ζωής...

Το νωπό αίμα των 200 και ο τραυματίας στο απόσπασμα
Όσον αφορά τις μαζικές εκτελέσεις, η πιο γνωστή σημειώθηκε την Πρωτομαγιά του 1944. Λίγες ημέρες μετά στήνεται ένα ακόμα εκτελεστικό απόσπασμα για 50 κρατούμενους.
Η τρίτη μαζική εκτέλεση που δεν αναφέρεται πολύ, σύμφωνα με τον υπεύθυνο του μουσείου, ήταν εκείνη της 10ης Μαΐου 1944, όταν δολοφονήθηκαν σε ελεύθερη βολή 92 άνθρωποι -82 άντρες και 10 γυναίκες- στον μεγάλο χώρο του σκοπευτηρίου, στο μέρος όπου έχει γκρεμιστεί η μάντρα και πλέον έχουν φυτευτεί επιπλέον κυπαρίσσια, στη θέση της άλλοτε περίφραξης.
Η εκτέλεση των «92» έγινε σε διπλανό χώρο από εκείνων των «200», καθώς το αίμα, 9 ημέρες μετά, ήταν ακόμα νωπό, επισημαίνει χαρακτηριστικά στο Reader.gr ο Κώστας Γαβριλάκης, ο οποίος τονίζει ότι ανάμεσα στους 92 εκτελεσμένους ήταν και ο 19χρονος Νίκος Γλέζος, αδελφός του Μανώλη.
Από τον Μάιο του 1942 έως τον Σεπτέμβριο του 1944, πέραν των μαζικών αυτών εκτελέσεων, σημειώθηκαν και άλλες που αφορούσαν μικρότερους αριθμούς αντιστασιακών.
Ο υπεύθυνος του μουσείου αναφέρεται για παράδειγμα στον αρχηγό της αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ, Κώστα Περρίκο, γνωστό για την ανατίναξη των γραφείων της δοσιλογικής οργάνωσης ΕΣΠΟ, ο οποίος εκτελέστηκε μαζί με άλλα τέσσερα άτομα στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής στις 4 Φεβρουαρίου 1943.
Άλλη περίπτωση εκτελεσμένου ήταν ο Γεώργιος Ιβάνοφ - Σαϊνόβιτς, σαμποτέρ και αθλητής του Ηρακλή, που εκτελέστηκε τον Ιανουάριο του 1943. Το «Ιβανώφειο» στάδιο στη Θεσσαλονίκη ονομάστηκε προς τιμήν του.
«Η ιδιαιτερότητα αυτής της εκτέλεσης ήταν ότι ο Ιβάνοφ, στην προσπάθειά του να ξεφύγει, είχε τραυματιστεί από τις κατοχικές δυνάμεις και έτσι τόν εκτελέστηκαν τραυματία», σημειώνει ο κ. Γαβριλάκης.

Το μουσείο και η ιστορία του χώρου
Το Μουσείο ΕΑΜικής Εθνικής Αντίστασης εγκαινιάστηκε στις 9 Μαΐου 2016. Πιο πριν γίνονταν ξεναγήσεις από τον Δήμο μόνο στον χώρο του μνημείου.
«Προσπαθούμε να διατηρούμε το μουσείο ανοιχτό, σε συνενόηση με τις δημοτικές αρχές, πραγματοποιώντας εθελοντικές ξεναγήσεις», αναφέρει ο κ. Γαβριλάκης, ο οποίος επισημαίνει ότι ο χώρος δέχεται χιλιάδες επισκέψεις, μεταξύ των οποίων σχολεία και μεμονωμένοι μαθητές όλων των βαθμίδων.
Διαβάστε ακόμα: Η άγνωστη πλατεία της Αθήνας, αφιερωμένη στην Εργατική Πρωτομαγιά και τον Σταύρο Καλλέργη
Το σκοπευτήριο λειτουργούσε από τη δεκαετία του 1930 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1980. Όπως αφηγείται ο κ. Γαβριλάκης, «ο Δήμος Καισαριανής, κατά τη Μεταπολίτευση, ήθελε έναν χώρο τιμής και μνήμης για τους εκτελεσμένους, όμως το σκοπευτήριο ανήκε σε σκοπευτική εταιρία.
Όταν το 1976 άρχισαν να κατασκευάζονται σχολεία κοντά στον χώρο, σταματάει η δράση της, ενώ ο Δήμος άρχισε να παρεμβαίνει, γκρεμίζοντας μάντρες, δημιουργώντας χώρο πρασίνου κλπ».
«Τον Ιούνιο του 1983 πραγματοποιούνται μεγάλες κινητοποιήσεις με εβδομαδιαία κατάληψη, συναυλίες και πορείες, με αποτέλεσμα το 1984 η υπουργός Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη να χαρακτηρίσει το σημείο ιστορικό και μνημειακό τον χώρο», συμπληρώνει υπεύθυνος του μουσείου.
«Παρόλα αυτά, για να στηθεί το μνημείο πέρασαν 21 χρόνια, το 2005, κάτι που έγινε πάλι με αγώνα και κατάληψη, οπότε στήθηκε το μνημείο στον διπλανό χώρο από το σημείο που έγινε η εκτέλεση των 200, ώστε να παραμείνει όσο το δυνατόν αναλλοίωτο», συνεχίζει.
Σημειώνεται ότι ο χαρακτηρισμένος χώρος είναι τα δύο περιφραγμένα σήμερα τετράγωνα. Ο υπόλοιπος, από το 2016, αποτελεί μέρος του γνωστού δημοτικού πάρκου.

«Να πούμε στα παιδιά ότι χάρη στη θυσία αυτών των ανθρώπων είναι η πατρίδα μας ελεύθερη»
Τι σημαίνει όμως το Σκοπευτήριο της Καισαριανής για τους ανθρώπους σήμερα; Ο Κώστας Γαβριλάκης υπογραμμίζει ότι «θέλουμε ο χώρος να είναι ζωντανός, ανοιχτός για τον κόσμο και μέσα από τη βαρύτητά του να πούμε στα παιδιά ότι χάρη στη θυσία αυτών των ανθρώπων η πατρίδα μας είναι ελεύθερη και ότι καμία θυσία δεν πάει χαμένη».
Παράλληλα, τονίζει ότι «το μουσείο περιγράφει περισσότερο γεγονότα που συνέβησαν στις ανατολικές συνοικίες της Αθήνας, από του Ζωγράφου έως τη Νέα Σμύρνη. Αυτό που θέλουμε να μεταφέρουμε στα παιδιά είναι η πραγματική ιστορία που δεν περιγράφεται στα σχολικά βιβλία.
Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι, γιατί έχουμε αρκετή επισκεψιμότητα από σχολεία από όλη την Ελλάδα, αλλά και από το εξωτερικό, όπως την Κύπρο. Εκεί που οργανώνουν μία τριήμερη εκδρομή για να επισκεφτούν την Ακρόπολη ή τη Βουλή, περνούν και από εδώ, κάτι που μάς κάνει ιδιαίτερα χαρούμενους.
Μάλιστα, μέσω των διαφόρων προγραμμάτων Erasmus στα Λύκεια, έχουν έρθει και έχουν ξεναγηθεί μαθητές σχεδόν από όλο τον κόσμο -από Πορτογαλία, Ισπανία, Αφρική».
Οι εκτελέσεις ως αντίδραση στην αντίσταση
«Εκτελέσεις γίνονταν από τις αρχές της κατοχής, όχι μόνο από τους Γερμανούς, αλλά και από τους Ιταλούς», σημειώνει, μιλώντας στο Reader.gr, ο ομότιμος καθηγητής Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Προκόπης Παπαστράτης.
Αναφέρεται στην εκτέλεση Ελλήνων που πραγματοποίησαν οι ιταλικές δυνάμεις στη βάση της ανατιναγμένης γέφυρας του Γοργοποτάμου και στο κάψιμο χωριών στη Θεσσαλία.
«Ήταν μία αντίδραση, μία προσπάθεια των κατακτητών να περιορίσουν το φρόνημα και την ανάπτυξη της αντίστασης», σχολιάζει και τονίζει ότι «οι Γερμανοί άλλαξαν την κυβέρνηση Τσολάκογλου λίγο μετά τον Γοργοπόταμο, επειδή είχε αποτύχει στο θέμα αυτό».
Ωστόσο οι εκτελέσεις εντάσσονται, σύμφωνα με τον καθηγητή, σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κατασταλτικών μέτρων των αρχών κατοχής, με στόχο «να κάμψουν το φρόνημα του ελληνικού λαού που δεν ήθελε την καταπίεση».
Όπως εξηγεί, «έχουμε εκτελέσεις και "αντίποινα" στην ύπαιθρο, με καμένα τουλάχιστον 1.000 χωριά και ολοκαυτώματα -Καλάβρυτα, Δίστομο, Κομμένο, Χορτιάτης- για να περιοριστεί μεν η αντίσταση, αλλά και κυρίως να προετοιμαστεί η υποχώρηση των Γερμανών το 1944».
Στην ύπαιθρο, μάλιστα, εκτελούνταν άνθρωποι που απλώς περνούσαν από το σημείο όπου σημειωνόταν κάποιο συμβάν, όπως στα περιστατικά στον Κορακόλιθο κοντά στο Δίστομο, αλλά και στο Μονοδένδρι της Σπάρτης, όπου συνελήφθησαν πολίτες που είχαν υποδειχτεί από Έλληνα μασκοφόρο.
Αλλά και τα σώματα ασφαλείας είχαν ενεργό συμμετοχή, «ιδιαίτερα τα "ειδικά", όπως η ειδική ασφάλεια που είχε συγκροτηθεί από τον Μεταξά, κυνηγώντας κομμουνιστές. Το σώμα αυτό συνέχισε τη δράση του κατά την κατοχή, συνεργαζόμενο με τους Γερμανούς, με τα μέλη του να συλλαμβάνουν και να σκοτώνουν με βασανιστήρια».
Αντίθετα, «η αστυνομία πόλεων είχε "διαβρωθεί" από τον ΕΛΑΣ, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της δεν ήταν φερέγγυο για τους κατακτητές, γι' αυτό και δεν χρησιμοποιείται εκτενώς».

Τα μπλόκα, η «πολιτική του χάους» και η συνέχεια στον εμφύλιο
Κατά τον κ. Παπαστράτη, «οι κατοχικές δυνάμεις άρχισαν να εφαρμόζουν στην Αθήνα την "πολιτική του χάους" και γι' αυτό από την άνοιξη και κυρίως το καλοκαίρι του '44 έχουμε μία σειρά από μπλόκα περιμετρικά της πρωτεύουσας, με στόχο να προκληθεί χάος και τρομοκρατία και να υποχωρήσει ο στρατός».
Πέραν της ανατολικής περιοχής της πρωτεύουσας -Καισαριανή, Βύρωνας- μπλόκο στήνεται και στο Αιγάλεω, το οποίο βρίσκεται στον δρόμο αναχώρησης - διαφυγής των γερμανικών στρατευμάτων, «πολιτική που εφαρμοζόταν όλο και πιο συχνά».
«Όσους δεν τούς σκότωναν, τούς πήγαιναν στο Χαΐδάρι, μία ανθρώπινη "δεξαμενή" από όπου έπαιρναν και εκτελούσαν κρατούμενους», εξηγεί ο καθηγητής και συνεχίζει:
«Το στρατόπεδο αποτελούσε τυπική περίπτωση στρατοπέδου που διοικούνταν από τα SS και εντασσόταν στο σύστημα τρομοκρατίας των Γερμανών σε όλη την κατεχόμενη Ευρώπη, καθώς το σύστημα κάμψης της θέλησης και του φρονήματος μέσω τέτοιων μέτρων εφαρμοζόταν και σε άλλες χώρες».
Αντίστοιχα, σύμφωνα με τον κ. Παπαστράτη, «το Σκοπευτήριο της Καισαριανής ήταν ένας "βολικός" χώρος για τις εκτελέσεις. Οι κρατούμενοι μεταφέρονταν με αυτοκινητοπομπές που διέσχιζαν σχεδόν όλη την Αθήνα, ο πληθυσμός έβλεπε τα "αυτοκίνητα του θανάτου"».
Ακόμα, «στις γειτονικές συνοικίες -Βύρωνας, Παγκράτι κλπ- ακούγονταν οι εκτελέσεις., ενώ στη συνέχεια οι κάτοικοι έβλεπαν τα φορτηγά με τα πτώματα που πήγαιναν στα νεκροταφεία και το αίμα που έτρεχε».
Ο καθηγητής χαρακτηρίζει αυτή τη «σκηνοθεσία» των κατοχικών δυνάμεων ως «τακτική εκφοβισμού»: «Ο κόσμος έπρεπε να δει και να καταλάβει τι συνέβαινε, τακτική που εφαρμοζόταν και κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, όταν οι τόποι των εκτελέσεων βρίσκονταν κοντά σε αστικά κέντρα».
Για παράδειγμα, λίγο έξω από τη Λαμία βρίσκεται ο τοίχος της Ξηριώτισσας, από όπου «η πόλη άκουγε τις εκτελέσεις και τις χαριστικές βολές». Το ίδιο γινόταν και στο Λαζαρέτο στην Κέρκυρα. «Πρόκειται για συνήθη πρακτική καθεστώτων που επιβάλλονταν διά της βίας», σχολιάζει.

«Οι 200 είχαν επιλεγεί»
Στο πλαίσιο αυτό, οι 200 της Καισαριανής, σύμφωνα με τον Προκόπη Παπαστράτη, δεν είχαν επιλεγεί τυχαία: «Επρόκειτο για κομμουνιστικά στελέχη, όπως ο Στέλιος Σκλάβαινας που μεταφέρθηκε από το στρατόπεδο της Λάρισας στο Χαΐδάρι για να εκτελεστεί εκεί».
Και αυτό, διότι «η αντίσταση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ήταν συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη και οι Γερμανοί ήθελαν να τη χτυπήσουν».
Το θλιβερό για τον καθηγτή ήταν ότι «τα μπλόκα δεν φαίνεται να στεναχωρούσαν συγκεκριμένη μερίδα της αθηναϊκής κοινωνίας: δηλαδή όσους ανέμεναν το πώς θα εξελισσόταν η κατάσταση, τους συνεργάτες των κατοχικών δυνάμεων και όσους φοβούνταν την ανάπτυξη της αριστερής αντίστασης».
Άλλωστε, «επώνυμοι αστοί πολιτικοί, στήριζαν τον Ιωάννη Ράλλη στη συγκρότηση των ταγμάτων ασφαλείας -ενόπλων σωμάτων εξοπλισμένων από τους Γερμανούς- τακτική που διαφαινόταν από την αρχή της κατοχής, όταν ο Τσολάκογλου κάλεσε τους αστούς πολιτικούς αρχηγούς σε σύσκεψη και εκείνοι ρωτούσαν αν στη νέα κατάσταση θα διατηρούνταν η κοινωνική ιεραρχία, με τον πρωθυπουργό να τούς διαβεβαιώνει ότι δεν θα άλλαζε».
«Τα σημειώματα έχουν πλέον πρόσωπο»
Την ίδια ώρα, για τον κ. Παπαστράτη οι φωτογραφίες των 200 «δίνουν πρόσωπο σε αυτή την ειδική περίπτωση της αντίστασης».
«Όπως ο Μελετζής, ο Μπαλάφας και οι άλλοι φωτογράφοι κατέγραψαν με τον φακό τους την αντίσταση και βλέπουμε τα πρόσωπα των ανταρτών, έτσι και εδώ έχουμε ένα τεκμήριο για αυτούς που επρόκειτο να εκτελεστούν, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό, γιατί βλέπουμε τη στάση που κράτησαν μπροστά στο θάνατο», υπογραμμίζει και συνεχίζει:
«Τα σημειώματα που πέταγαν από τα καμιόνια, ενώ διέσχιζαν την Αθήνα, έχουν πλέον πρόσωπο, κάτι που βοηθάει ιδιαίτερα τους ιστορικούς να τεκμηριώσουν και μέσω της εικόνας αυτά τα οποία συλλέγουν με μεγάλες προσπάθειες για να γραφτεί αυτή η σελίδα της ιστορίας».
Όμως, «το μέλλον των φωτογραφίων είναι ακόμη άδηλο. Ως Εταιρεία Σύγχρονης Ιστορίας είχαμε καταθέσει πρόταση τα ντοκουμέντα αυτά να ενταχθούν στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, έναν δοκιμασμένο και αναγνωρισμένο κρατικό φορέα που πληρεί τα εχέγγυα της σωστής λειτουργίας».
Όσον αφορά τις συζητήσεις για την ίδρυση Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, ο Προκόπης Παπαστράτης θέτει προβληματισμούς και ερωτήματα για τη φύση του και για το πώς αυτό θα «χειρίζεται» ιστορικά ζητήματα μείζονος σημασίας.
«Εκεί θα παρουσιάζονται όλες οι οργανώσεις της Αντίστασης, μικρές ή μεγάλες, ως ίσες; Για παράδειγμα η Εθνική Δράση, μία οργάνωση - «σφραγίδα», θα εξισώνεται με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, αποκρύβοντας ουσιαστικά θυσίες κάποιων προς όφελος κάποιων άλλων;», διερωτάται χαρακτηριστικά, δηλώνοντας την αντίθεσή του σε αυθαίρετες εξισώσεις.

Η κατοχή και οι σύγχρονοι προβληματισμοί
Ο καθηγητής, καταλήγοντας, στέκεται σε μία προσπάθεια με πολλές εκφάνσεις που λαμβάνει χώρα εδώ και χρόνια και σχετίζεται με την «απάρνηση της γερμανικής κατοχής, παρουσιάζοντας την καθημερινότητα του Γερμανού στρατιώτη, ως "απλού ανθρώπου", "τουρίστα", με σκοπό να αναδειχθεί η "ανθρώπινη πλευρά" και να υποστηριχθεί ότι μόνο σώματα όπως τα SS διέπρατταν εγκλήματα».
Όπως σχολιάζει, όχι μόνο αυτή η προσπάθεια «δεν στέκει», αλλά αντιμετωπίζει τις ιστορικές πτυχές «υπό το πρίσμα της μνήμης, του εάν αποτελούν τεκμήριο κλπ. Όμως άλλη είναι η μνήμη των σύγχρονων εκείνης της εποχής και άλλη των εγγονών τους που έχουν ακούσει για εκείνη την περίοδο μέσα από πάρα πολλά "φίλτρα"».
Πρόκειται, σύμφωνα με τον καθηγητή, για προσπάθεια του επίσημου γερμανικού κράτους που «επιθυμεί να βελτιώσει την εικόνα της γερμανικής κατοχής».
Επικαλείται δε τον ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ, ο οποίος τονίζει μεταξύ άλλων ότι δεν ήταν μόνο τα SS και η Γκεστάπο που διέπρατταν σφαγές, αλλά και οι απλοί στρατιώτες της Βέρμαχτ που διέπρατταν ολοκαυτώματα.
Όπως σχολιάζει ο κ. Παπαστράτης, οι εκτελέσεις, με αφορμή τις φωτογραφίες των 200, αντιμετωπίζονται από μερίδα ιστορικών «αποκομμένα από τις πραγματικές συνθήκες, καθώς δεν εξετάζεται το ποιοί πήγαιναν για εκτέλεση, καθώς και ποιοί, πότε και γιατί τούς δολοφονούσαν».
Το αφήγημα ουσιαστικά που προωθείται είναι ότι «ο γερμανικός στρατός κατοχής αναγκάζεται να αντιδράσει ότι στο ότι κάποιοι σκότωναν Γερμανούς φαντάρους».
Όμως, για τον κ. Παπαστράτη τίθεται το ερώτημα: «Πώς βρέθηκαν εδώ οι Γερμανοί φαντάροι; Ήταν κάποιοι που απλώς πέρναγαν από τη χώρα;».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.