Μπορούμε να πούμε πολλά για την περίοδο της δικτατορίας. Τα περισσότερα είναι γνωστά και έχουν συζητηθεί αρκετά. Αυτό που είναι δύσκολο να απαντήσουμε όμως είναι το κατά πόσο η ελληνική κοινωνία στήριξε ή ανέχτηκε τους συνταγματάρχες. Αυτό το ερώτημα θέσαμε στην ιστορικό Ελένη Κούκη που μας βοήθησε να καταλάβουμε ότι η εικόνα είναι κάπως πιο περίπλοκη.
«Δεν έχουμε πραγματικά στοιχεία κι αυτό σε ένα βαθμό δείχνει και τα ανοιχτά θέματα που έχει ακόμα να αντιμετωπίσει η ελληνική ιστοριογραφία. Μας λείπει μια κοινωνική ιστορία της περιόδου της δικτατορίας, μας λείπει να καταλάβουμε και την εξέλιξη αυτού του πράγματος στην περιφέρεια.
Σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη υπάρχουν κάποια στοιχεία αλλά κι εκεί πέρα είναι αρκετά ασαφή. Γνωρίζουμε ότι όντως υπήρξε ένας αριθμός ανθρώπων που θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως συμπαθούντες προς την χούντα ή πως σίγουρα θεωρούσαν ότι το πραξικόπημα έφερνε την τάξη και την ησυχία στη χώρα. Δηλαδή όντως, ενστερνίζονταν τις εξαγγελίες των ίδιων των συνταγματαρχών μετά το πραξικόπημα».
Διαβάστε ακόμη: «Πρωί 17ης Νοεμβρίου, βγήκα με μια κάμερα στους δρόμους γύρω από το Πολυτεχνείο»
«Περίπου 10% είναι το ποσοστό των νοσταλγών»
«Είχαν γίνει κάποιες έρευνες στην δεκαετία του 1980 όπου έδειχναν ένα σταθερό 10%, στη δεκαετία που σαρώνει τα πάντα το ΠΑΣΟΚ. Ακόμα λοιπόν και σε αυτή την εποχή, όταν ο επίσημος λόγος έχει υιοθετήσει την πιο αριστερή εκδοχή για τον αντιδικτατορικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, υπάρχουν αυτές οι έρευνες γνώμης που δείχνουν ότι ένα 10% απαντάει χωρίς να είναι τελείως αρνητικό απέναντι στη δικτατορία.
Αυτό δεν σημαίνει πως είναι κατ' ανάγκη συμπαθούντες. Αλλά παίρνουν μια απόσταση από το κυρίαρχο αφήγημα της εποχής. Αυτό μας κάνει να καταλαβαίνουμε ότι ο επίσημος λόγος που κυριάρχησε στην Ελλάδα αμέσως μετά την πτώση της χούντας όταν με τον πλέον επίσημο τρόπο στο κοινοβούλιο (και όχι μόνο) διακηρύχθηκε ότι η δικτατορία υπήρξε ένα παράνομο καθεστώς χωρίς καμία νομιμοποίηση, δημιούργησε την εικόνα ότι σύσσωμος ο ελληνικός λαός ήταν εναντίον της χούντας, κάτι που σίγουρα δεν ισχύει. Η εικόνα πρέπει να είναι πιο περίπλοκη.
Από την άλλη μεριά όμως δεν ξέρουμε και σε ποιο βαθμό οι άνθρωποι που είχαν ενστερνιστεί τα αξιώματα της εθνικοφροσύνης, η οποία ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία πριν από την δικτατορία για το ελληνικό κράτος, αποδέχθηκαν,ανέχθηκαν ή ακόμα και στήριξαν την δικτατορία.
Πρέπει να έχουμε υπόψιν μας ότι ο τελευταίος νόμιμος πρωθυπουργός της χώρας, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, προερχόταν από την ΕΡΕ, από ένα δεξιό κόμμα. Αντιστάθηκε και αρνήθηκε να νομιμοποιήσει το καθεστώς. Υπήρξαν συλλήψεις επίσης των υπουργών της τελευταίας κυβέρνησης που ήταν κυβέρνηση της ΕΡΕ.
Συνεπώς, το καθεστώς από την πρώτη στιγμή επληξε όλο το πολιτικό φάσμα και αυτό δημιουργούσε δυσκολίες στο να ταυτιστεί εύκολα η ελληνική κοινωνία, ακόμη κι αυτή η μεριά της που είχε τις ιδεολογικές υποδοχές να ταυτιστεί με το ιδεολόγημα του ελληνικού κράτους, το ιδεολόγημα της εθνικοφροσύνης.
Γνωρίζουμε από κάποιες μετρήσεις ή εκτιμήσεις που έκαναν Αμερικανοί αξιωματούχοι πως αρχικά φαίνεται να υπήρχε (μπορεί να μην θεωρούσαν ότι είναι πλειοψηφικό) ένα σημαντικό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας που στήριζε το εγχείρημα της δικτατορίας. Μπορεί όμως να μην θεωρούσαν ότι πρόκειται για πλειοψηφικό ποσοστό. Επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για εκτιμήσεις Αμερικανών αναλυτών.
Σίγουρα αυτό που παρατηρούμε και το κρατάω ως κάτι πολύ σημαντικό, η δικτατορία παρότι το είχε εξαγγείλει, δεν τόλμησε ποτέ να πάει σε εθνικές εκλογές. Έκανε μονάχα δύο δημοψηφίσματα, για τα λεγόμενα Συντάγματα της χούντας, κάτω από συνθήκες που προφανώς δεν εξασφάλιζαν καμία αυθεντικότητα και εγγύηση ότι διεξάγονταν σωστά».
«Η Χούντα δεν τόλμησε να πάει σε εκλογές»
«Δεν τόλμησαν όμως ποτέ να πάνε σε εκλογές. Αυτό δείχνει ότι και οι ίδιοι ακόμα γνώριζαν ότι οι εκλογές δεν μπορούσαν να τους εξασφαλίσουν κάποια πλειοψηφία. Για μένα, αυτή είναι η σημαντικότερη ένδειξη ότι η ελληνική κοινωνία ναι μεν μπορεί να είχε ένα ποσοστό που στήριξε την δικτατορία, αυτό όμως δεν υπήρξε πλειοψηφικό.
Ακόμα και τη στιγμή που ο Παπαδόπουλος με το Σύνταγμα του 1973 προσπάθησε να θεσμοποιήσει τον εαυτό του ως Πρόεδρο της Δημοκρατίας δημιούργησε ένα τέτοιο πλέγμα που του εξασφάλιζε ότι θα παρέμενε Πρόεδρος μέχρι και τις αρχές του 1980. Αυτό σημαίνει ότι δεν ήταν διατεθειμένος να προχωρήσει σε εκλογές και να παρουσιαστεί ως εθνικός ηγέτης.
Για μένα, αυτό δείχνει ότι ήξερε πως δεν θα μπορούσε να κερδίσει εκλογές. Σίγουρα πάντως, αυτό που παρατηρούμε και έχει καταγραφεί διάσπαρτα σε διάφορες έρευνες είναι ότι ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι αρχικά υπήρξε ένας κόσμος που είδε τη Χούντα ως το τέρμα αυτής της βαθιάς πολιτικής κρίσης που ξεκίνησε με τα Ιουλιανά του 1965 ή ένας κόσμος που πίστευε ότι η Ελλάδα κινδύνευε από τον κομμουνιστικό κίνδυνο, ακόμα κι αυτή η αρχική, παθητική υποστήριξη, σιγά σιγά εξανεμίστηκε.
Καταρχάς, εξανεμίστηκε σε ένα πολύ δυναμικό κοινό που είναι η νεολαία. Αλλά το ίδιο συνέβη και σε άλλα ακροατήρια. Μπορούμε να το δούμε σε περιπτώσεις ανθρώπων στην επαρχία όπως στα Μέγαρα όπου η χούντα παίρνει τελείως αυταρχικά την απόφαση να καταστρέψει έναν τεράστιο ελαιώνα για να φτιάξει διυλιστήρια και οι άνθρωποι ξεσηκώνονται. Ακόμα και στην περιφέρεια, που ήταν πολύ δύσκολο να αντιδράσουν οι άνθρωποι γιατί η επιτήρηση ήταν πολύ πιο σκληρή απ΄οτι στις πόλεις, βλέπουμε ανθρώπους που ακόμα κι αν στην αρχή δίστασαν να εκδηλώσουν τις σκέψεις τους, σιγά σιγά πήραν αποστάσεις.
Επίσης, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι αυτή η περίοδος, από το 1967 μέχρι το 1974, έρχεται να συμπληρώσει αυτό το μεγάλο οικονομικό κύμα, το λεγόμενο ελληνικό οικονομικό θαύμα, που άρχισε να συμβαίνει από τις αρχές του 1950 κι άρα, βοήθησε στον εξαστισμό, στην αλλαγή των συνηθειών. Η Ελλάδα του 1970 ήταν μια άλλη χώρα, σε σχέση με την Ελλάδα του τέλους του Εμφυλίου Πολέμου.
Οι άνθρωποι ζούσαν σε επαφή με καινούριες ιδέες. Η χούντα τους φαινόταν σαν ένα αναχρονιστικό καθεστώς. Γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο συνέρρεαν στα θέατρα και τις επιθεωρήσεις όταν αυτά είχαν αντιχουντικές νύξεις. Έψαχναν οι άνθρωποι να πάρουν αποστάσεις. Να ξεφύγουν από αυτό το καταπιεστικό καθεστώς».
«Ακροδεξιός μύθος η σύνδεση Πολυτεχνείου και Ιωαννίδη»
«Αυτό που θέλω να πω επίσης είναι ότι η σφαγή του Πολυτεχνείου, ο τρόπος με τον οποίο κατεστάλη η εξέγερση, δημιούργησε ένα μεγάλο σοκ για την αθηναϊκή κοινωνία. Ο στρατός βγήκε στους δρόμους και πυροβολούσε ανεξέλεγκτα σε πυκνοκατοικημένες περιοχές. Κυκλοφορούσαν φήμες για τους νεκρούς. Ήταν κάτι φοβερά οδυνηρό.

Νομίζω ότι ακόμα και σε περιβάλλοντα που η χούντα είχε κάποια ανοχή ή και κάποια υποστήριξη, το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι ξαφνικά αυτά τα περιβάλλοντα δεν αισθάνονταν άνετα να δηλώσουν ότι ο Παπαδόπουλος είναι ηγέτης. Ούτως ή άλλως, ανατράπηκε λίγο μετά από το πραξικόπημα του Ιωαννίδη το οποίο όμως πρέπει πάντα να τονίζουμε ότι σχεδιαζόταν ήδη από το καλοκαίρι του 1973. Δεν σχετίζεται τόσο πολύ με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Ταυτόχρονα, για όσους το λένε αυτό, η ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη δεν είναι ζήτημα του αντιδικτατορικού κινήματος. Η χούντα του Ιωαννίδη είχε να κάνει με τις εξελίξεις στο εσωτερικό της χούντας. Η δικτατορία του Παπαδόπουλου ανατράπηκε από τις εσωτερικές της φράξιες που ήταν δυσαρεστημένες γιατί το καλοκαίρι του 1973 ο ίδιος τους είχε παραμερίσει. Η χούντα ήταν ένα ασταθές καθεστώς που για να αποφύγει την αστάθεια του, συνεχώς έκανε διάφορες κινήσεις και διατηρούσε την ίδια την χώρα σε ένα καθεστώς αστάθειας.
Είναι αδιανόητος ο ακροδεξιός μύθος που πάει να φορτώσει την χούντα του Ιωαννίδη στο αντιδικτατορικό κίνημα και ιδιαίτερα στους ανθρώπους που με μεγάλη γενναιότητα κατέβηκαν, συμμετείχαν έστω και λίγο στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, που βγήκαν μια βόλτα στην Πατησίων για να δουν τι συμβαίνει. Εκείνη την στιγμή ακροβολισμένοι ελεύθεροι σκοπευτές τους πυροβολούσαν. Έχουμε πάρα πολλούς τραυματίες. Κι εδώ, οφείλουμε να θυμόμαστε την καταπληκτική έρευνα του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
Και ναι, ήταν μια εξέγερση η οποία καταπνίγηκε. Γιατί οι συνταγματάρχες είχαν τα τανκς και τον στρατό. Δεν μπορούν οι άοπλοι να ανατρέψουν με τέτοια ευκολία ένα δικτατορικό καθεστώς. Όμως, το Πολυτεχνείο έδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας δεν θέλει η χώρα να έχει δικτατορία.
Η ελληνική κοινωνία δεν ανέχεται ένα δικτατορικό καθεστώς και πιστεύω ότι αυτή η κληρονομιά του Πολυτεχνείου πρέπει να παραμένει ζωντανή».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.