Πριν από λίγες εβδομάδες το Κουκάκι πρόσθεσε στους γαστρονομικούς κόλπους του ένα ακόμα εστιατόριο που ξεχωρίζει για πολλούς λόγους και βάζει την hipster περιοχή σε άλλη πιο fine πίστα.

Οδηγός στο νέο γαστρονομικό grand prix είναι ο Παύλος Κυριάκης, ο σεφ που έχει στη φαρέτρα του συνεργασίες με τριάστερα εστιατόρια, στο Παρίσι, το Σαν Φρανσίσκο και το Μπιλμπάο και στα ενδότερα έχει συγκεντρώσει δεκάδες βραβεία, σκούφους, fnl, μέχρι το πολυπόθητο αστέρι michelin.
Εδώ θέλω να κάνω μια παρένθεση και να πω ότι πέρα από όλες τις διακρίσεις είναι ο ιθύνων μαγειρικός νους πίσω από πολλά επιτυχημένα project της Αθήνας και όχι μόνο, που συνεχώς πληθαίνουν. Για του λόγου το αληθές πρόσφατα στα υπάρχοντα και κατακτηθέντα γαστρονομικά κιτάπια του μπήκε το νέο του προσωπικό εγχείρημα το Ristorante di Caravaggio. Το όνομα μάλιστα δεν είναι τυχαίο και το καταλάβαμε αμέσως μόλις φτάσαμε έξω από το εστιατόριο.
Mε έμπνευση τον αυθεντικό Caravaggio

O χώρος είναι μια αποκάλυψη που μπορεί αρχικά να νομίζεις ότι έρχεται σε αντιδιαστολή με την περιοχή αλλά γρήγορα καταλαβαίνεις ότι έχει αφουγκραστεί τις ανάγκες της για κάτι elegant και την ίδια στιγμή casual και fun και τις έχει μεταφράσει με πολύ γούστο και αρχοντιά.
Έτσι οι ανοιχτές τζαμαρίες, οι οποίες αλληλεπιδρούν συνέχεια με την ζωντάνια του δρόμου, μας καλωσορίζουν σε έναν μικρό και πολύ artistic και θεατρικό χώρο που αντλεί σαφή έμπνευση από την μπαρόκ περίοδο και μας μεταφέρει στο επαναστατικό στυλ και την θεατρικότητα του ζωγράφου Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο.
Ο διάσημος Ιταλός καλλιτέχνης είχε το ταλέντο να ενσωματώνει τις έντονες φωτοσκιάσεις σε ένα σκοτεινό φόντο και να δημιουργεί μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Έτσι και η λιλιπούτεια σάλα του εστιατορίου καταφέρνει σε μια σκούρα πατίνα με πράσινο βελούδο και μαύρα τραπέζια να παίζει με τον λαμπερό και επιβλητικό πολυέλαιο, τους ανοιχτόχρωμους τοίχους με τα περίτεχνα γύψινα σκαλίσματα και το πανέμορφο μεγάλο vintage καθρέπτη και να φτιάχνει ένα κομψό και την ίδια στιγμή χαλαρωτικό φόντο.

Σε αυτό τελική και καθοριστική πινελιά είναι το έργο του Caravaggio "Δίας, Πλούτωνας, Ποσειδώναs" που κοσμεί την ψηλοτάβανη οροφή. Ο συγκεκριμένος διάσημος πίνακας είναι η μοναδική τοιχογραφία οροφής του ζωγράφου, η οποία φτιάχτηκε μετά από επιθυμία του Καρδινάλιου Φραντσέσκο Μαρία ντελ Μόντε και κοσμούσε την οροφή ενός μικρού του δωματίου.
Το έργο έχει αποτυπωθεί εξαιρετικά στο εστιατόριο με τα ίδια ζωντανά χρώματα και κάνει την γέφυρα με τον πάνω όροφο και την θεατρικότητα των σεφ στην κουζίνα. Μάλιστα αν ο καλλιτέχνης ήθελα να αποδώσει με τις φιγουρες τα στοιχεία της φύσης, οι σεφ με τον Παύλο Κυριάκη αποδίδουν ένα μενού που βγάζει το καλύτερο εαυτό των υλικών και των φυσικών τους οργανοληπτικών χαρισμάτων.
Τα πιάτα του Παύλου Κυριάκη συνομιλούν με την καθαρότητα και τα επίπεδα της γεύσης

Εμείς πήγαμε από τις πρώτες μέρες που άνοιξε το εστιατόριο και μας υποδέχτηκε ζεστά και φιλόξενα ο Χάρης Παναγούλιας, ένας από τους καλύτερούς f&b specialist και σταθερός συνεργάτης του σεφ.
Ο Χάρης είναι πάντα με το χαμόγελο και σε κάνει αμέσως να νιώθεις όμορφα και να απολαμβάνεις τον επαγγελματισμό του. Γενικά η ομάδα είναι πολύ δυνατή από την κουζίνα μέχρι το service κάτι που συμβάλει στα vibe του χώρου. Το χεράκι της σε μια μη στημένη κατάσταση δίνει και η μουσική που μάλιστα ανεβάζει εντάσεις χωρίς να γίνεται καθόλου ενοχλητική.
Πάμε τώρα στο ζουμί στα του μενού, που με μια πρώτη ματιά καταλαβαίνουμε ότι ο σεφ βρίσκεται σε μεγάλη φόρμα και σε συμπυκνωμένες επιλογές πιάτων ξετυλίγει την φιλοσοφία του για ξεκάθαρες γεύσεις με πολυπίπεδο χαρακτήρα. Τόσο τα ορεκτικά όσο και τα κυρίως κρύβουν θελκτικά στοιχεία από την Μεσόγειο και αφήνουν ξεκάθαρο υπονοούμενο για την ροπή προς την ραφιναρισμένη Ιταλία.
Πρώτα στο τραπέζι προσγειώθηκε η φοκάτσια με δεντρολίβανο και αλμυρό μαριτότσι με τρούφα, οι ελιές, το έξτρα παρθένο ελαιόλαδο και το παλαιωμένο βαλσάμικο. Αυτό που έχω να πω είναι ότι οι δυνατές γεύσεις μπλέκουν εξαιρετικά μεταξύ τους και μπορείτε να κάνετε πολλούς απολαυστικούς συνδυασμούς και να μην αφήσετε τίποτα.

Μετά ξεκινάνε τα ωμά σε ένα τοπ σερί, που δείχνει άρτια τεχνική, χωρίς να την φωνάζει. Αυτό που ξεχωρίζει είναι η καθαρή νοστιμιά. Για παράδειγμα οι γαρίδες Κοιλάδας, διατηρούν την μαγική τους βουτυράδα και την παντρεύουν με την φρεσκάδα από το ροζ γκρέιπφρουτ, την πικράδα από το λάδι σέλερι και την οξύτητα από το λεμόνι. Το σύνολο είναι απόλυτα αρμονικό και δεν χρειάζεται τίποτα άλλο.
Την ίδια μαγική ισορροπία συναντάμε και στο καρπάτσιο λαβράκι, το οποίο είναι πολύ εκλεπτυσμένο αλλά καταφέρνει να ανοίξει την γευστική πολυπλοκότητα του λουσμένο από τα φρούτα του πάθους, τον φρέσκο κόλιανδρο και το λάιμ.
Πλούσιο στην γεύση είναι επίσης το μοσχάρι ταρτάρ, με την παλαιωμένη παρμεζάνα και την τρούφα. Το ανακατεύεις καλά και τα αφήνεις να σκάνε στον ουρανίσκο διαδοχικά και πληθωρικά.

Παραμένουμε στα starters γιατί τώρα έρχεται το πιάτο ναυαρχίδα, αυτό με το οποίο ο Παύλος μας σύστησε τις κρυμμένες δυνατότητες της δύσκολης αγκινάρας. Ακόμα και αν δεν αγαπάτε αυτό το υλικό νομίζω ότι δοκιμάζοντας το πιάτο θα αλλάξετε γνώμη.
Κάθε συστατικό έχει μαγειρευτεί με μαεστρία, με λαμπρή τεχνική που αφήνει τις γεύσεις να ξεχωρίζουν αλλά να είναι και ένα. Οι αγκινάρες είναι τραγανές και γευστικότατες και φαίνεται σαν να μελώνουν μαζί με την βελούδινη κρέμα σελινόριζας και μετά να ξυπνάνε με την άρτια ολαντέζ λεμόνι και να επανέρχονται στην γήινη υπόσταση τους με την πανέξυπνη εμβόλιμη χρήση του καφέ Arabica.
Κατά την γνώμη μου μιλάμε για ένα σπουδαίο πιάτο που αν μην τι άλλο θα έχει διάρκεια και διαχρονικότητα.

Μετά από την πρώτη κορύφωση προχωράμε στα κυρίως, που και εδώ σας συμβουλεύω να τα μοιραστείτε. Ανάμεσα τους εμείς δοκιμάσαμε το ραβιόλι αστακού. Πέρα από την εικόνα του, που είναι πανέμορφη και εμένα μου θυμίζει μαργαρίτα, είναι ένα από τα πιο νόστιμα πιάτα της πόλης αυτή τη στιγμή.
Η μπισκ είναι φοβερή, ο αστακός ζουμερός χωρίς να χάνει σε καμία μπουκιά τον χαρακτήρα του και η επιλογή των εσπεριδοειδών από τη μία δίνει σπιρτάδα και από την άλλη πάει τόσο εκπληκτικά με τον αστακό.
Τελειώσαμε το γευστικό ταξίδι των κεντημένων comfort γεύσεων με το αέρινο λαβράκι, ακουμπισμένο σε σάλτσα beurre blanc, κρέμα αγκινάρας και αρακά. Όσοι γνωρίζουν τον Κυριάκη κάνει από τις πιο ωραίες beurre blanc, έτσι έχει κάνει και αυτή τη φορά.

To φινάλε ήταν όπως αρμόζει με ένα απόλυτο τιραμισού όπως θα το έφτιαχνε ένας ντόπιος βάσκος.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.