Διαβόητη για την αυτοκαταστροφική της σχέση με το ποτό και τις νοσηλείες της σε ψυχιατρικά ιδρύματα, η Φράνσις Φάρμερ ήταν το αντικείμενο μερικών εκ των πιο σκοτεινών θεωριών του Χόλιγουντ. Η αληθινή της ιστορία, όμως, αποδεικνύεται αντίβαρο στον μύθο του bad girl που την περίκλειε.
Στην Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα, ήταν λίγες οι σταρ του σινεμά που ήταν τόσο διάσημες όσο η Φάρμερ. Από το 1936 έως το 1958, η ηθοποιός εμφανίστηκε σε 15 ταινίες δίπλα σε αστέρες όπως ο Μπινγκ Κρόσμπι και ο Κάρι Γκραντ, και ήταν γνωστή τόσο για την ταραχώδη ιδιωτική της ζωή όσο και για τους ρόλους της.
Το διαζύγιο που τη στιγμάτισε
Στα απόγειο της καριέρα της, η Φάρμερ εισήχθη σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, όπου ο θρύλος την θέλει να υποβάλλεται σε λοβοτομή. Παρότι η οικογένειά της αρνείται, σθεναρά, τη φήμη, αυτή κατάφερε να διεισδύσει σε βιβλία και ταινίες, επικεντρωμένα στη φριχτή επέμβαση.
Παρά την ομορφιά και το ταλέντο της, η ηθοποιός σιγοψηθυριζόταν στη δημόσια σφαίρα για τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και τα οποία κατέληξαν να γίνουν το επίκεντρο της φήμης της.
Γεννημένη στις 19 Σεπτεμβρίου του 1913 στο Σιάτλ των ΗΠΑ, η Φάρμερ είχε μία ταραχώδη παιδική ηλικία. Μετά το διαζύγιο των γονιών της, όταν ήταν 4 ετών, μετακόμισε στην Καλιφόρνια με τη μητέρα της μέχρι που εκείνη αποφάσισε ότι ήταν μεγάλο το βάρος της ανατροφής ενός παιδιού, μαζί με την εργασία της, και την έστειλε πίσω στον πατέρα της.
Η ίδια θυμόταν πως «η μετακίνηση από το ένα σπίτι στο άλλο ήταν μια νέα προσαρμογή, μία νέα αναστάτωση, και πάσχιζα να βρω τρόπους για να αντιμετωπίσω την αναταραχή».
Η μεγάλη καριέρα
Αρχικά βρήκε καταφύγιο στη γραφή. Όταν ήταν μαθήτρια Λυκείου, της απονεμήθηκε ένα υψηλού κύρους βραβείο γραφής για δοκίμιό της με τον τίτλο «Ο Θεός πεθαίνει».
Η αγάπη της αυτή για τη συγγραφή, την οδήγησε στο να σπουδάσει δημοσιογραφία στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, πριν βρει, τελικά το αληθινό της πάθος: το θέατρο.
Συμμετείχε σε θεατρικά του Πανεπιστημίου και, έως το 1935, είχε πάρει την απόφαση να μετακομίσει στη Νέα Υόρκη για να κυνηγήσει καριέρα στην υποκριτική. Κατέληξε με ένα επταετές συμβόλαιο με την Paramount Pictures και το 1936, δίπλα στον Μπινγκ Κρόσμπι, γνώρισε την απόλυτη επιτυχία.
Δεν άργησε να έρθει το τηλεφώνημα από συνάδελφό της στην Paramount, ο οποίος τής έλεγε πως πλέον είναι σταρ και πρέπει να αρχίσει να φέρεται αναλόγως. Αλλά, η Φάρμερ επέλεξε τα παρασκήνια και τον δύσκολο δρόμο, να κερδίσει τον σεβασμό ως σοβαρή καλλιτέχνις.
Εκείνο το καλοκαίρι τράβηξε την προσοχή του σεναριογράφου και σκηνοθέτη Κλίφορντ Όντετς, που της πρότεινε να επιστρέψει στο θέατρο. Η παράστασή τους ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένη και η ηθοποιός επέστρεφε σπάνια, πλέον, στο Λος Άντζελες για κινηματογραφικές ταινίες.
Η εποχή της ξεγνοιασιάς έλαβε οριστικό τέλος περί το 1942, όταν η ζωή της άρχισε να παίρνει την κατιούσα.
Η ταραχώδης ζωή εκτός σκηνής
Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς η Φράνσις Φάρμερ και ο πρώτος της σύζυγος, ένας ηθοποιός της Paramount με τον οποίο γνωρίστηκαν λίγο μετά την υπογραφή του πρώτου της επαγγελματικού συμβολαίου, πήραν διαζύγιο.
Η εταιρεία παραγωγής, παράλληλα, αποφάσισε να «παγώσει» το συμβόλαιό της γιατί δεν δέχθηκε να συμμετάσχει σε ταινία της.
Λίγο αργότερα, τον Οκτώβριο, συνελήφθη γιατί οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης και με τα φώτα του οχήματός της αναμμένα, παρά την απαγόρευση φωταψίας λόγω πολέμου. Έναν χρόνο αργότερα, δεν είχε καταβάλει ακόμα το πρόστιμο και δικαστής εξέδωσε ένταλμα για τη σύλληψή της.
Εντοπίστηκε σε ξενοδοχείο, γυμνή και μεθυσμένη, και αναγκάστηκε να παραδοθεί στην αστυνομία - αλλά πρόβαλε αρκετή αντίσταση.
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Evening Independent, ομολόγησε ότι «πίνω ό,τι μπορώ να βρω, συμπεριλαμβανομένου Benzedrine (σ.σ. είναι η ιστορική εμπορική ονομασία της θειικής αμφεταμίνης. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ισχυρό διεγερτικό φάρμακο που επηρεάζει άμεσα το κεντρικό νευρικό σύστημα)».
Καταδικάστηκε σε φυλάκιση 180 ημερών.
Την επόμενη μέρα, οι εφημερίδες έγραφαν όλες της λεπτομέρειες για τη συμπεριφορά της Φάρμερ μετά την καταδίκη, γράφοντας ότι «έριξε στο πάτωμα μια επιστάτρια, τραυμάτισε έναν αστυνομικό και υπέστη κάποια ταραχή» όταν η αστυνομία αρνήθηκε να της επιτρέψει να χρησιμοποιήσει τηλέφωνο.
Οι υπεύθυνοι ασφαλείας αναγκάστηκαν να της βγάλουν τα παπούτσια πριν την κουβαλήσουν στο κελί της, για να μην τους τραυματίσει. Η κουνιάδα της Φάρμερ, η οποία ήταν παρούσα στο δικαστήριο, αποφάσισε ότι η εισαγωγή της σε ψυχιατρικό νοσοκομείο θα ήταν προτιμότερη από τη φυλάκιση. Έτσι, μεταφέρθηκε στο Σανατόριο Κίμπολ της Καλιφόρνια, όπου πέρασε εννέα μήνες.
Η μητέρα της ταξίδεψε στο Λος Άντζελες, όπου δικαστής τής έδωσε την επιμέλεια της ενήλικης κόρης της. Επέστρεψαν μαζί στο Σιάτλ, αλλά τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν ιδιαίτερα για εκείνη. Τον Μάρτιο του 1944, αποφασίστηκε δεύτερη νοσηλεία της.
Έμεινε για τρεις μήνες αυτή τη φορά, όμως η ελευθερία της δεν κράτησε για πολύ.

Οι φήμες για λοβοτομή και η κακοποίηση
Τον Μάιο του 1945, επέστρεψε στο νοσοκομείο όπου και παρέμεινε - με μικρά διαλείμματα - για περίπου πέντε χρόνια.
Αυτή την περίοδο κυκλοφόρησαν και οι σκοτεινές φήμες περί λοβοτομής.
Ο συγγραφέας Γουίλιαμ Άρνολντ, είχε καταπιαστεί με το θέμα στο βιβλίο "Shadowland" του 1978 και σύντομα αποτέλεσε το μυστικό που το ήξεραν όλοι, αλλά κανείς δεν μπορούσε να το αποδείξει.
Το 1983 ο Άρνολντ παραδέχθηκε πως είχε επινοήσει τα περί λοβοτομής.
Η αδελφή της Φάρμερ, Ίντιθ Έλιοτ, έγραψε το δικό της βιβλίο για τη διάσημη συγγενή της: "Look Back In Love". Εκεί εξιστορούσε το πώς ο πατέρας τους έφτασε στο νοσοκομείο ακριβώς τη στιγμή που θα υποβαλλόταν στην λοβοτομή. «Εάν δοκίμαζαν πάνω της κάποια από τις πειραματικές μεθόδους τους, θα είχαν μια μεγάλη αγωγή στα χέρια τους» ανέφερε στις σελίδες.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει πως η ηθοποιός δεν έπεσε θύμα κακοποίησης την περίοδο της νοσηλείας της. Στη βιογραφία της, που δημοσιεύτηκε μετά θάνατον, "Will There Really Be A Morning?" η ίδια έγραφε πως «βιάστηκα από νοσοκόμους, με δάγκωσαν αρουραίοι και δηλητηριάστηκα από μολυσμένο φαγητό. Αλυσοδεμένη σε κελιά, δεμένη με ζουρλομανδύες και μισοπνιγμένη από τα παγωμένα μπάνια».
Η αυτοβιογραφία της είναι κοινό έργο μαζί με την στενή της φίλη, Τζιν Ράτκλιφ, καθώς δεν πρόλαβε να την τελειώσει πριν τη βρει ο θάνατος.
Έχουν εκφραστεί καταγγελίες πως η ιστορία δραματοποιήθηκε αρκετά από την Ράτκλιφ, μετά από απαιτήσεις των εκδοτών, για να μπορέσει να γίνει και ταινία.
Μετά το τελευταίο της εξιτήριο από το κολαστήριο, επεδίωξε να απεμπλακεί από την κηδεμονία της μητέρα της, όπως και έγινε.

Η νέα αρχή και το πρόωρο τέλος
Μετά τον θάνατο των γονιών της, μετακόμισε στην Καλιφόρνια, όπου εργάστηκε ως βιβλιοθηκονόμος. Εκεί γνωρίστηκε με τον Λίλαντ Μάικσελ, τηλεοπτικό παράγοντα, με τον οποίο παντρεύτηκε και αργότερα χώρισε. Ήταν εκείνος που την έπεισε να επιστρέψει στο γυαλί.
Επέστρεψε στον χώρο ως ένα νέο άτομο, που είχε κερδίσει το δικαίωμα στην ατομικότητα και τον αυτοέλεγχο.
Γρήγορα, πάτησε πάλι στο αγαπημένο της θεατρικό σανίδι με παραγωγές που την έκαναν ευτυχισμένη. «Δεν έχω νιώσει καλύτερα στη ζωή μου» έγραφε στην αδελφή της εκείνη την περίοδο.
Αλλά δεν είχε καταφέρει να κερδίσει τη μάχη με τον αλκοολισμό και ύστερα από μερικές συλλήψεις για οδήγηση υπό την επήρεια μέθης, απολύθηκε.
Και τότε, όμως, δεν άφησε την υποκριτική. Εμφανίζονταν σε παραγωγές του Πανεπιστήμιου Purdue όπου γνώρισε πελώρια επιτυχία, με το κοινό να την αποθεώνει για το ταλέντο της, ξεχνώντας το σκανδαλώδες παρελθόν.
Το 1970, διαγνώστηκε με καρκίνο του οισοφάγου και πέθανε τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς σε ηλικία 57 ετών.
Όμως, η ιστορία της, που συνδυάζει ισόποσα την αληθινή απελπισία και τον καταστροφικό μύθο, δεν πέθανε ποτέ.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.