Μενού

Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας: «Κοινωνική συμφωνία» υπέρ ή κατά των εργαζομένων;

εργαζόμενος
Εργαζόμενος | In Time / Δημήτρης Περιστέρης
  • Α-
  • Α+

Αντιδράσεις προκαλεί το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ) που υπερψηφίστηκε από τη Βουλή, καθώς σωματεία και συνδικάτα εργαζομένων απορρίπτουν τη νέα νομοθετική πρωτοβουλία.

Η ηγεσία του υπουργείου υπεραμύνθηκε το σχεδίου νόμου, με την υπουργό, Νίκη Κεραμέως, στην τοποθέτησή της από το βήμα του Κοινοβουλίου να τάσσεται υπέρ των ΣΣΕ κάνοντας λόγο για θετικό στοιχείο στην αγορά εργασίας που ενισχύει τη θέση των εργαζομένων και θωρακίζει περισσότερο τις εργασιακές σχέσεις.

Διαβάστε ακόμα: Βουλή: Εισάγεται στην Ολομέλεια ο νόμος για τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας

Η υπουργός τόνισε μεταξύ άλλων ότι «έρχεται εδώ η κοινωνία, οι κοινωνικοί εταίροι και λένε θέλουμε πιο εύκολη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, άρθρο 3 του νομοσχεδίου. Το ψηφίζετε ναι ή όχι; Έρχονται οι κοινωνικοί εταίροι και λένε θέλουμε πιο εύκολη επέκταση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Άρθρο 9 του νομοσχεδίου, το ψηφίζετε ναι ή όχι;

Έρχεται η κοινωνία και τι λέει; Θέλουμε μετενέργεια, μετενέργεια για την προστασία των εργαζομένων, να προστατεύονται όλοι οι εργαζόμενοι. Άρθρο 8 του νομοσχεδίου που φέραμε. Το ψηφίζετε ναι ή όχι;

Τελικά θέλουμε ή δεν θέλουμε περισσότερες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και περισσότεροι εργαζόμενοι να καλύπτονται από συλλογικές συμβάσεις εργασίας; Εμείς θέλουμε, και για αυτό προχωρήσαμε σε αυτή την εθνική κοινωνική συμφωνία μαζί με όλους τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους.

Και το πρόταγμα είναι ένα, πως θα δώσουμε μεγαλύτερο μερίδιο ανάπτυξης στους εργαζομένους. Αυτό επιδιώκουμε Πολιτεία από κοινού με όλους τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους».

εργαζόμενος
Εργαζόμενος | In Time / Γιάννης Λιάκος

Ο αντίλογος των εργαζομένων

Αντίθετα, πλήθος εργατικών σωματείων και συνδικάτων αντιτάσσεται στο νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, κάνοντας λόγο για μία νομοθετική πρωτοβουλία που ενσωματώνει την πολιτική που επέβαλαν τα μνημόνια τα προηγούμενα χρόνια.

Ενδεικτικά, με ψήφισμα που εξέδωσε στο πλαίσιο του 33ου Συνέδριου, το Εργατικό Κέντρο Αθήνας ζητάει την άμεση απόσυρση του νομοσχεδίου «που βάζει ταφόπλακα στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας».

Όπως τονίζεται, «πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που δίνει τη χαριστική βολή στις ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, καθηλώνει τους μισθούς και πετσοκόβει τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων, νομιμοποιώντας τη φτώχεια και την εκμετάλλευση στο όνομα της "ανταγωνιστικότητας" και των "αντοχών της οικονομίας"».

Ακόμα σύμφωνα με το ΕΚΑ, «διατηρούνται στο ακέραιο όλοι οι μνημονιακοί αντεργατικοί νόμοι, με κεντρικό στοιχείο τη δυνατότητα της κυβέρνησης να καθορίζει μονομερώς τον κατώτατο μισθό με τον περιβόητο αλγόριθμο και με κριτήριο τις δημοσιονομικές αντοχές, τα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων και τον πληθωρισμό».

Για ποια άρθρα του σχεδίου νόμου με τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας» εκφράζονται ωστόσο διαφωνίες; Ενσωματώνει πράγματι την ουσία πολιτικών που επέβαλαν τα μνημόνια;

Τα μνημόνια, οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και η «κοινωνική συμφωνία»

Ο δικηγόρος και εργατολόγος Παλαιολόγος Παλαιολόγος, μιλώντας στο Reader.gr, εντοπίζει τέσσερις βασικές παραμέτρους, οι οποίες μεταβλήθηκαν από την επιβολή των μνημονίων στην Ελλάδα, επηρέασαν αρνητικά τις εργασιακές σχέσεις και διατηρούνται και στην «κοινωνική συμφωνία» του υπουργείου Εργασίας.

1. Διαιτησία

Η πρώτη αφορά το ζήτημα της διαιτησίας. Πριν τα μνημόνια, τα σωματεία είχαν τη δυνατότητα, εάν αποτύγχαναν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις με τις εργοδοτικές οργανώσεις, να προσφύγουν μονομερώς στη διαιτησία.

Με τα μνημονιακά μέτρα επήλθε περιορισμός στη μονομερή προσφυγή, καθώς επιβλήθηκε ως προαπαιτούμενο η συμφωνία μεταξύ των μερών για από κοινού προσφυγή.

Το μόνο «παραθυράκι» για μονομερή προσφυγή εκ μέρους των εργαζομένων στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ) προβλέπει τον όρο ότι θα πρέπει να «επιβάλλεται από υπαρκτό λόγο γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος συνδεδεμένου με την λειτουργία της εθνικής οικονομίας».

2. Μετενέργεια

Η δεύτερη παράμετρος στην οποία εστιάζει ο κ. Παλαιολόγος αφορά τη μετενέργεια, δηλαδή τη «μεταφορά» και τη διατήρηση των δικαιωμάτων ενός εργαζόμενου στην ατομική του σύμβαση μετά τη λήξη μίας συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Πριν τα μνημόνια, ίσχυε το εξής καθεστώς: Με τη λήξη της ΣΣΕ ίσχυαν όλοι οι όροι για 6 μήνες και στη συνέχεια γίνονταν όροι τις ατομικής σύμβασης εργασίας. Με τα μνημόνια όμως μειώθηκε η μετενέργεια σε τρεις μήνες.

Το διάστημα των έξι μηνών διατηρήθηκε μόνο για επιδόματα πτυχίου, προϋπηρεσίας, γάμου και τέκνων και δεν αποτελούν μέρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας.

Το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας διατηρεί τη διάταξη για τους τρεις μήνες, μην καλύπτοντας τους εργαζομένους που προσλαμβάνονται μετά την υπογραφή της ΣΣΕ.

3. Επεκτασιμότητα

Η τρίτη παράμετρος είναι η επεκτασιμότητα, δηλαδή η επέκταση της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας σε όλους τους εργαζόμενους ενός κλάδου, ασχέτως εκπροσώπησης από σωματείο.

Πριν τα μνημόνια ίσχυε για τα κλαδικά και ομοιοεπαγγελματικά σωματεία ότι η ΣΣΕ θα κάλυπτε όλους τους εργαζομένους του κλάδου με απόφαση του υπουργού Εργασίας, ύστερα από πρόταση του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας (ΑΣΕ).

Τα μνημόνια ωστόσο κατήργησαν τη διάταξη αυτή και η επέκταση καθίστατο δυνατή μόνο εάν η εργοδοτική οργάνωση που υπογράφει τη ΣΣΕ έχει το 50% των εργαζομένων του κλάδου.

Πλέον, η απόφαση του ΑΣΕ λαμβάνει υπόψιν το ότι δεν πρέπει να θίγεται η ανταγωνιστικότητα και ότι οι εταιρίες στις οποίες θα επεκτείνονταν δεν είχαν οικονομικά προβλήματα.

Η «κοινωνική συμφωνία» δεν επαναφέρει την πλήρη επεκτασιμότητα, αλλά διατηρεί τις εξαιρέσεις. Τροποποιεί από 50% σε 40% το ποσοστό των εργαζομένων που πρέπει να απασχολούνται σε επιχειρήσεις - μέλη εργοδοτικών οργανώσεων, προκειμένου να υπογραφεί η ΣΣΕ. Δίνει δε τη δυνατότητα στη ΓΣΕΕ να υπογράφει κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ χωρίς το ποσοστό αυτό.

Το οξύμωρο πάντως σε αυτή την περίπτωση είναι ότι, ενώ δίνεται η δυνατότητα στη ΓΣΕΕ να υπογράφει κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, τής έχει αφαιρεθεί ήδη από το 2012 το δικαίωμα διαπραγμάτευσης ΕΓΣΣΕ, δηλαδή μία από τις βασικές αρμοδιότητές της.

4. Κατώτατος μισθός και ΕΓΣΣΕ

Παράλληλα, τα μνημόνια επηρέασαν και τον ορισμό του κατώτατου μισθού που κάποτε γινόταν μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας (ΕΓΣΣΕ) έπειτα από συλλογικές διαπραγματεύσεις των κοινωνικών εταίρων.

Τα μνημόνια κατήργησαν το συγκεκριμένο καθεστώς και πλέον ο κατώτατος μισθός ορίζεται με νόμο. Η «κοινωνική συμφωνία» διατηρεί το καθεστώς αυτό.

εργαζόμενοι2
Κινητοποίηση εργαζομένων | In Time

Θα δεχτούν οι εργοδότες να δεσμευτούν από τις ΣΣΕ;

Όσον αφορά την επεκτασιμότητα, το πλαίσιο που έχει ήδη θεσπιστεί και που ενσωματώνεται στο νέο νομοσχέδιο περιέχει «θολά» σημεία και αφήνει «παραθυράκια» στους εργοδότες, προκειμένου να ενεργούν κατά το δοκούν για το εάν θα δεσμευτούν από μία ΣΣΕ.

Όπως σχολιάζει στο Reader.gr ο Παλαιολόγος Παλαιολόγος, «η αυξάνουσα κερδοφορία των επιχειρήσεων δεν τούς εμποδίζει να υπογράψουν μία ΣΣΕ. Όμως μέσα από τις ΣΣΕ δεν θα λυθούν τα ζητήματα του ωραρίου, της ασφάλειας στο χώρο εργασίας, της αναγνώρισης της προϋπηρεσίας, των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας.

Τίθεται ζήτημα αν θα προχωρούν στην υπογραφή ΣΣΕ όταν μπαίνουν τέτοια ζητήματα. Επίσης οι αυξήσεις θα είναι περιορισμένες. Σήμερα ο μισθός δεν συνιστά βιοποριστικό μέσο, αλλά επίδομα. Η αύξησή του επιβάλλεται τώρα που τελείωσε και το σύστημα voucher. Και πάλι όμως δεν θα είναι εύκολη υπόθεση κάτι τέτοιο».

Στο ερώτημα για το εάν θα υπάρξει αύξηση στον μέσο μισθό, ο κ. Παλαιολόγος επιφυλάσσεται να απαντήσει. Επισημαίνει μεν ότι, όπως υποστηρίζεται, από την 1 Απριλίου 2026 ο μέσος μισθός θα διαμορφωθεί σε 922 ευρώ, ωστόσο τονίζει ότι θα πρέπει να αναμένουμε τις εξελίξεις. 

Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας τα τελευταία χρόνια και οι εργαζόμενοι

Ο πυρήνας του εργασιακού πλαισίου που εισήγαγαν τα μνημόνια στην Ελλάδα, επιφέροντας ριζικές αλλαγές στην αγορά εργασίας και επηρεάζοντας αρνητικά την εργασιακή καθημερινότητα των εργαζομένων, ενσωματώθηκε σε σειρά νόμων που θεσπίστηκαν τα προηγούμενα χρόνια.

Τα βασικά ζητήματα, σύμφωνα με τον κ. Παλαιολόγο είναι τα εξής:

  1. Το οκτάωρο, το οποίο έχει δεχθεί καίριο πλήγμα, καθώς με νόμο δίνεται η ευκαιρία στους εργοδότες να απασχολούν έναν εργαζόμενο για 13 ώρες.
  2. Η ευελιξία στον χρόνο προσέλευσης και αποχώρησης από την εργασία, στο πλαίσιο της άσκησης διευθυντικού δικαιώματος.
  3. Η μεγάλη πτώση του κατώτατου μισθού κατά τη μνημονιακή περίοδο.
  4. Οι υπερωρίες στην εκ περιτροπής εργασία
  5. Η προσαρμογή του χρόνου απασχόλησης ανάλογα με τις ανάγκες μία επιχείρησης, την ώρα που προβλέπεται σύμβαση μίας ημέρας ή και ωρών, με αναγγελία πρόσληψης από το... κινητό.
  6. Η δοκιμαστική περίοδος απασχόλησης ενός έτους, χωρίς δικαίωμα αποζημίωσης.

Το εργασιακό τοπίο και τα σωματεία

Ο κ. Παλαιολόγος κάνει λόγο για «εσκεμμένα απορρυθμισμένο εργασιακό περιβάλλον, στο οποίο δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναγνώριση του κοινωνικού χαρακτήρα, στοιχείο του οποίου είναι η συλλογική διαπραγμάτευση».

Όπως εξηγεί, «ο νομοθέτης, όταν ψηφίζει έναν νόμο ή ρυθμίζει την αγορά εργασίας, γνωρίζει ότι υπάρχει τεράστια ανισομέρεια, την οποία καλείται να εξισορροπήσει με τον νόμο».

Στο ίδιο πλαίσιο, «μία επιχείρηση, προκειμένου να είναι κερδοφόρα, θα πρέπει να εκμεταλλεύεται -με τη νομική έννοια του όρου- τους εργαζόμενους. Με το μνημόνιο -αν και αυτό ξεκίνησε ακόμα πιο πριν- αυτή η αρχή της εξισορρόπησης έχει καταργηθεί».

Έτσι, «από εκεί που το Εργατικό Δίκαιο ήταν ένα μέσο προστασίας των αδυνάτων, έγινε ένα μέσο εμπέδωσης της κυριαρχίας του εργοδότη, κάτι που γίνεται και τώρα».

Επιπλέον, «οι νομοθετικές αλλαγές έχουν διαμορφώσει τετελεσμένα στο χώρο της εργασίας. Η οκτάωρη πενθήμερη απασχόληση έχει καταργηθεί, η μερική απασχόληση, η εκ περιτροπής εργασία, οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι δοκιμαστικές συμβάσεις είναι οι κύριες συμβάσεις που υπογράφονται. Στο περιβάλλον αυτό προστίθενται οι απολύσεις και η έξαρση του εργασιακού εκφοβισμού (το λεγόμενο mobbing)».

Κατά τον Παλαιολόγο Παλαιολόγο, με το νέο νομοσχέδιο η κυβέρνηση «προσπαθεί να υποβαθμίσει τα Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Σωματεία και να καταστήσει τη ΓΣΕΕ προνομιακό κοινωνικό εταίρο, με στόχο να ελέγχει καλύτερα το εργατικό κίνημα, διατηρώντας μάλιστα δικλείδες, ώστε να μην επεκτείνει την ισχύ σύμβασης για λόγους ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και να εξαιρούνται εταιρίες με οικονομικά προβλήματα».

Το ερώτημα που τίθεται βέβαια, κατά τον εργατολόγο, είναι το κατά πόσο οι εταιρίες έχουν τη δυνατότητα να «μαγειρεύουν» τα οικονομικά τους στοιχεία.

Για τον εργατολόγο, «η οργάνωση στα σωματεία είναι επιβεβλημένη. Με συνεχή δράση μπορεί να δημιουργηθούν οι συνθήκες για να κερδίζουν οι εργαζόμενοι και μέσα από τις ΣΣΕ να παλέψουν για την αλλαγή του νομικού καθεστώτος που τις διέπει».

Καταληκτικά σχολιάζει: «Η ΓΣΕΕ απέχει χρόνια από οποιαδήποτε εργατική διεκδίκηση, έχει απονομιμοποιηθεί στα μάτια των εργαζομένων, απέχει από την καθημερινή αγωνία τους και από τους αγώνες και των πρωτοβάθμιων σωματείων».

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.