Έχει γράψει βιβλία, έχει δημιουργήσει μια πολυπληθή λέσχη ανάγνωσης και «τρέχει» το δικό της βιβλιοπωλείο, έχει μια αγάπη για τις τυπωμένες λέξεις της λογοτεχνίας που είναι δύσκολο να περιγραφεί. Παράλληλα, μιλάει άφοβα για όσα συμβάινουν στην καθημερινότητα ενός ανθρώπου που έχει ΔΕΠΥ και έχει διαγνωστεί στο φάσμα του αυτισμού.
Η συγγραφέας Κατερίνα Μαλακατέ μας θυμίζει πως όσο και να προσπαθούμε να ζήσουμε μια ζωή με λογοτεχνικά μοτίβα, η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή και συχνά μας επιφυλάσσει ένα σενάριο που δεν έχουμε φανταστεί ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα. Ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι ξεκινήσαμε να μιλάμε online και λίγο αργότερα είχε προκύψει η κάτωθι συνέντευξη. Την ευχαριστώ πολύ.
Ποια είναι η πρώτη εικόνα, η πρώτη οσμή, η πρώτη «αίσθηση» βιβλίου που σου έρχεται στο μυαλό; Ήσουν ένα παιδί που έλεγε «όταν μεγαλώσω θέλω να γράφω»; Ήταν ένας «φίλος» το βιβλίο στην παιδική σου ηλικία ή και κάτι παραπάνω;
Ως παιδί άργησα να μάθω να διαβάζω και να γράφω με ευχέρεια. Όταν το κατάφερα στα οκτώ, δανείστηκα τον «Τσάρλυ και το εργοστάσιο της σοκολάτας» από το κορίτσι στο διπλανό εξοχικό και δεν σταμάτησα ποτέ. Έκτοτε, διάβαζα ό,τι έπεφτε στα χέρια μου, παρακαλούσα τους συμμαθητές μου όλα τα δώρα στα πάρτυ γενεθλίων να είναι βιβλία.
Ήμουν πολύ μοναχικό παιδί, έφαγα πολύ bullying, τα βιβλία έγιναν το διεστραμμένο καταφύγιο μου. Στην εφηβεία κατέβαζα ράφια ολόκληρα, όλη τη γενιά του ’30, όλους τους Ρώσους κ.ο.κ. Εκεί ήμουν ελεύθερη. Έγραψα το πρώτο μου ποίημα όταν ήμουν 11 χρονών και από κείνη τη στιγμή δεν έχει περάσει ούτε μια μέρα που να μην έχω γράψει κάποιο κείμενο ή έστω να μην έχω προσπαθήσει. Οι ιστορίες, είτε τις έγραφα, είτε τις διάβαζα, με έσωσαν.
Πώς φτάνεις στη συγγραφή του πρώτου σου βιβλίου; Ήταν μια ανάγκη που έπρεπε να εκπληρωθεί;
Έγραψα το πρώτο μου μυθιστόρημα στα χρόνια του μεταπτυχιακού, ήταν ένα ερευνητικό μεταπτυχιακό στη Φαρμακευτική με 15 ώρες εργαστήριο την ημέρα και ατελείωτες αναμονές πάνω από χρωματογραφίες και μηχανήματα. Βοήθησε και η περιβόητη ρήση του πατέρα μου, «Εντάξει γράφεις, αλλά σιγά μην στρωθείς ποτέ εσύ να γράψεις πεζογραφία». Ας πούμε πως αυτή είναι η εξευγενισμένη εκδοχή της. Ήταν ένα μεταμοντέρνο αστυνομικό μυθιστόρημα χωρίς τέλος. Εύλογα, δεν εκδόθηκε ποτέ.
Ως άνθρωπος που διαβάζει εκατοντάδες τίτλους τον χρόνο, πόσο αυστηρή γίνεσαι με το δικό σου κείμενο πριν πάει στον εκδότη;
Πάρα πολύ αυστηρή, τα περισσότερα κείμενά μου μένουν στο συρτάρι, τα διορθώνω ατελείωτα κι έπειτα δεν τα στέλνω ποτέ για έκδοση. Τελικά, στην αυθορμησία της στιγμής και μόνον θα πάω κάποιο στον εκδότη μου. Δεν τα ξαναδιαβάζω τυπωμένα ποτέ, δεν αντέχω. Τρέμω τι θα γίνει άμα πεθάνω ξαφνικά κι ανοίξουν τα σεντούκια.
Μέσα από blogs, από τα social media και την ομάδα «Διαβάζοντας», πήρες το ρίσκο να μιλήσεις δημόσια για τα βιβλία, να αλληλεπιδράσεις ακόμα και με ανθρώπους που τα ένστικτα τους ενδεχομένως να μην είχαν καμία σύνδεση με το βιβλίο. Είδα πρόσφατα και μια «μάχη» για ένα θρυλικό μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι (αδελφοί Καραμάζοφ) στη σελίδα σου. Μίλησε μας για τις περιπέτειες που βιώνεις στα social media.
Οι περιπέτειές μου με τα σόσιαλ ξεκίνησαν το 2009 που άνοιξα το blog. Ακόμα και στην «αγνή» εκείνη εποχή, ανάμεσα στους «αγνούς» βιβλιοblogger στήθηκαν έριδες που ούτε μπορούσα να τις φανταστώ. Τα πράγματα αγριέψαν για μένα από το 2014 και μετά, βγήκε το πρώτο μου βιβλίο, ανοίξαμε το βιβλιοπωλείο και ξεκίνησα την ραδιοφωνική εκπομπή. Η ομάδα Διαβάζοντας στο facebook ξεκίνησε απλά για να υποστηρίξει το blog, αλλά σιγά σιγά μεγάλωνε.
Η πρώτη μου πτώση από τα σύννεφα ήταν η έξης: «Όχι, όλοι οι βιβλιόφιλοι δεν είναι καλοί», η δεύτερη: «Όχι, όλοι οι βιβλιόφιλοι δεν είναι φίλοι σου και δεν θέλουν το καλό σου». Έκτοτε συνεχίζω τις πτώσεις. Όμως η καθημερινή τριβή και η έκθεση με έχουν με έναν τρόπο απευαισθητοποιήσει στα σχόλια μίσους, τα οποία γιγαντώθηκαν με τα βίντεο, γιατί φτάνει έτσι η πληροφορία και σε ένα κοινό που δεν θα έδινε δεκάρα για τα βιβλία ή τον αυτισμό. Βοηθάει να έχεις χιούμορ. Ελαφρώς μαύρο, κατά προτίμηση.
Όταν έμαθα πως διαγνώστηκες στο φάσμα του αυτισμού πριν από λίγα χρόνια, είχα σοκαριστεί. Είχα προσπαθήσει να μπω στη θέση ενός ατόμου που στα σαράντα κάτι μαθαίνει κάτι τόσο σημαντικό για τον εαυτό του. Πόσο σε άλλαξε όλο αυτό;
Έδωσε νόημα σε όλη την προσωπική μου ιστορία, στην πολύ δύσκολη, μοναχική παιδική ηλικία και στα βάσανα που τράβηξα στο σχολείο. Στο γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να συγχωρήσω τους βασανιστές μου, που «ήταν απλώς παιδιά» όπως έλεγαν όλοι. Με απάλλαξε από τις τύψεις και την αυτοτιμωρία για το ποια είμαι. Κατάλαβα γιατί έλεγα συνεχώς «ναι», γιατί έλεγα συνεχώς «συγγνώμη», γιατί ήμουν τόσο «πολύ», γιατί έκανα τόσα πολλά, για το αν άντεχα κοινωνικά (δεν άντεχα), για το ότι είχα καταρρεύσει.
Για χρόνια πάλεψα να είμαι σαν τους άλλους, κι ήταν η καθημερινότητά μου σαν να βυθίζομαι σε μια αγριεμένη θάλασσα, μαχόμενη για τη ζωή μου κάθε μέρα, ενώ οι άλλοι πλατσούριζαν στα ρηχά. Η πρώτη αίσθηση λοιπόν μετά την διάγνωση ήταν ανακούφισης. Περισσότερο με εξέπληξε που με διέγνωσαν και με ΔΕΠΥ, είμαι παροιμιωδώς άνθρωπος που όπου με αφήσεις, εκεί θα μείνω. Τι ΔΕΠΥ, ποια ΔΕΠΥ. Ε, η υπερκινητικότητα ήταν μέσα στο κεφάλι μου και ξεχείλιζε προς τα έξω. Έχω ΔΕΠΥ μικτού τύπου, την παραδοσιακή, την ορθόδοξη. Να τα λέμε κι αυτά.
Σε αυτή τη φάση, που έχουν περάσει πια κάποια χρόνια, νιώθω και θυμό, πένθος για τα χρόνια που χάθηκαν, για τα μαρτύρια τα οποία με υπέβαλλα, για το κόστος σωματικά και ψυχικά. Όμως είμαι πια τελείως ξεμασκάριστη, ό,τι βλέπεις παίρνεις. Λέει ο άλλος σε βίντεο «δεν μου αρέσει που κοιτάτε πλάγια, διαβάζετε μάλλον κείμενο» του απαντάω αυτό που μου έρχεται στο μυαλό αφιλτράριστα «είμαι αυτιστική, δεν κάνω καλή βλεμματική επαφή, αυτό σας ενοχλεί». Παρ’ τον κάτω.
Ας επιστρέψουμε στα βιβλία! Υπάρχει κάποιο βιβλίο άλλου συγγραφέα που έχεις ζηλέψει, που θα ήθελες να το έχεις γράψει εσύ;
Άπειρα, άπειρα, τι να λέμε τώρα. Θα ήθελα να έχω γράψει τον Ξένο του Καμί, και τη Μεταμόρφωση του Κάφκα, το Κορίτσι, γυναίκα άλλο της Εβαρίστο και τη Χορτοφάγο της Χαν Γκαν, θα ήθελα να έχω γράψει το Στο Φάρο της Βιρτζίνια Γουλφ και τη Φαγώσιμη γυναίκα της Άτγουντ, την Κασσάνδρα και τον Λύκο της Καραπάνου και τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη. Δεν θα συνεχίσω, πρέπει κάποιος να με σταματήσει.
Πάμε και στα βιβλιοπωλεία! Περάσαμε κρίσεις, capital control, τον ερχομό της τεχνητής νοημοσύνης. Οι ζωές μας έχουν αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, η συνήθεια της ανάγνωσης του χάρτινου βιβλίου, πιστεύεις πως άλλαξε;
Ναι, άλλαξε. Αυτό που δεν άλλαξε είναι η ανάγκη του ανθρώπινου μυαλού για ιστορίες, για μυθοπλασία. Όποιος δεν το αντιλαμβάνεται, έχει πεθάνει ως αναγνώστης και ως συγγραφέας. Όσο το βιβλίο παραμένει το καλύτερο μέσο για να πεις και να καταναλώσεις ιστορίες, θα επιζεί.
Στα βιβλιοπωλεία φυσικά έχουν όλα αλλάξει. Πώς αλλιώς, ζούμε σε μια ιστορική, μεταιχμιακή εποχή, την Ιντερνετική επανάσταση. Στην αρχή άλλαξε ο τρόπος που μαθαίναμε για τα νέα βιβλία, από τη μονοκρατορία των ένθετων των εφημερίδων περάσαμε στην ανοιχτωσιά των blogs και μετά στην απεραντοσύνη των σόσιαλ. Το πώς διαλέγουμε βιβλία αλλάζει και το ποια βιβλία γράφονται. Στα σόσιαλ ξαναγνωριστήκαμε με τον γραπτό λόγο όμως αποστασιοποιηθήκαμε από το μεγάλο κείμενο.
Τώρα, η οικονομική κρίση, τα capital controls έπληξαν όλες τις μικρές επιχειρήσεις (στην Ελλάδα μετά το μεγάλο μπαμ της κρίσης δεν έχουμε σοβαρή αλυσίδα βιβλιοπωλείων, έχουμε τα δυο μεγάλα, μια αλυσίδα που πουλάει *και* βιβλία και πολλά μικρά βιβλιοπωλεία. Ο μεγάλο παγκόσμιος παίχτης, η Amazon, δεν υπάρχει καν). Σε περιόδους στενότητας, όπως τώρα, το βιβλίο γίνεται είδος πολυτελείας και περνάει σε δεύτερη μοίρα.
Μετά την καραντίνα, άλλαξε το λιανεμπόριο, πια η πλειοψηφία των πωλήσεων μας στο Booktalks, είναι διαδικτυακά. Χάνεται η προσωπική επαφή με τον πάγκο, το ξεφύλλισμα, η κουβέντα με τον βιβλιοπώλη. Πιθανώς τα μικρά βιβλιοπωλεία ως φυσικοί χώροι να εκλείψουν στα χρόνια που θα έρθουν.
Εσχάτως έχουμε και το ΑΙ. Προς το παρόν, από την ΑΙ απειλούνται μόνο τα βιβλία μαζικής παραγωγής, τους σωρού, που βγαίνουν κάθε εξάμηνο και ξεχνιούνται κάθε χρόνο. Πραγματική καλλιτεχνική παραγωγή λόγου με ΑΙ δεν μπορεί να υπάρξει. Όταν αποκτήσει φαντασία θα το ξανασυζητήσουμε.
Δεν είμαι από τις ρομαντικές, έχω μικρή σύνδεση με το βιβλίο ως αντικείμενο, μεγάλη με το βιβλίο ως περιεχόμενο. Ας γράφουμε και ας διαβάζουμε ιστορίες, ας κάνουμε τέχνη, κι ας μας τα ψιθυρίζει ένα μεγάλο μανιτού απευθείας μέσα στον κεφάλι μας.
Κλείνοντας, θα ήθελες να μας προτείνεις ένα καλό βιβλίο που διάβασες πρόσφατα;
Αυτό που διάβασα πρόσφατα και με ενθουσίασε είναι Η χερσόνησος με τα άδεια σπίτια του Δαβίντ Ουκλές. Ένα εντυπωσιακό μυθιστόρημα που διατρέχει όλον τον Ισπανικό εμφύλιο, και ταυτόχρονα αφηγείται την ιστορία της οικογένειας του συγγραφέα με εντελώς μαγικό τρόπο. Ο Ουκλές το έγραφε 15 χρόνια, από τα 19 του, έκανε 25.000 χιλιόμετρα με τη μηχανή για να επισκεφτεί ένα ένα όλα τα μέρη που αναφέρονται στο βιβλίο, πήρε συνεντεύξεις, συνέλεξε μαρτυρίες, δούλεψε ως μουσικός του δρόμου για να συντηρηθεί. Είναι ένα βιβλίο που πιθανώς δεν θα μπορέσει να επαναλάβει, αλλά δεν πειράζει, αρκεί που το έγραψε. Εμπειρία.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.