Το είπαμε, το ακούσαμε, το εμπεδώσαμε. Ήταν δύσκολο να μη σου μπει μία «τσίμπλα» στο μάτι από την τελευταία συναυλία του Ozzy στο Μπέρμινγκχαμ, που καλύφθηκε με τους αναγκαστικούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, για το πώς οι Sabbath είναι οι «ιεράρχες» του metal.
Ας γίνω τώρα αντιδραστικός. Έχω ζαλιστεί να ακούω για τους Black Sabbath. Μπούκωσα με την παραφιλολογία ότι «γέννησαν» το είδος, ότι μεγαλούργησαν, πρωτοτύπησαν, ή οποιοδήποτε άλλο παράσημο τούς αποδίδεται ασυζητητί, επειδή πάτησαν τα σωστά κουμπιά και έκαναν πολυετή καριέρα.
Να ξεκινήσουμε με όσα επιβάλλεται να τους αναγνωρίσουμε. Οι Sabbath μεγέθυναν το Metal, έχοντας με το πρώτο τους κιόλας «φορέ» στη δισκογραφία αποκρυσταλλωμένη ταυτότητα, κολλώντας το «μικρόβιο» σε πιτσιρίκια του καιρού τους, που ζήλεψαν τον ήχο τους.
Ναι, κράζω Sabbath
Πείτε μου ότι έχω κερί στα αυτιά, ότι είμαι γραφικός, πάντως δεν κατάφερα ποτέ να τούς συμπαθήσω τόσο, όσο σχήματα «δορυφόρους» που αναπαρήγαγαν ακόμα πιο τολμηρά τη συνταγή τους, ή αρχαιότερους, πραγματικούς πρωτοπόρους που διάνθισαν με «πριόνια» τα μπλουζ και το ροκ εντ ρολ. Πάντα, η προσέγγισή τους μού φαινόταν κομματάκι επίπεδη και «ασφαλής», σε μία εποχή χωρίς στεγανά, όταν η μουσική διακλαδιζόταν σε δεκάδες διαφορετικά είδη.
Και επειδή ρισκάρουμε πάντα να πέσουμε στη δίνη του αναγωγισμού με τέτοιες συζητήσεις, που καταλήγουν πάντα σε ιερά τέρατα όπως οι Screamin Jay Hawkins, T-Bone Walker, Chuck Berry και λοιποί, ας ξεκαθαρίσουμε κάτι. Το θέμα με τους Sabbath, είναι πως αντικειμενικά, δεν μπορείς να τους βάλεις στα μετερίζια κάποιου ρεύματος.
Οι Sabbath, για αρχή, δεν χάραξαν οι ίδιοι κανένα μεταίχμιο στην εξέλιξη του Metal.
To heavy metal δεν το βάφτισαν αυτοί, όπως λατρεύουν να αναπαράγουν αδιάβαστοι σε φόρουμ, αλλά οι κριτικοί που, ανεξαρτήτως εποχής, ψάχνουν πάντα για τον επόμενο ευάκουστο ορισμό.
Ο ήχος τους δεν ήταν ούτε πρόδρομος ούτε μπροστά από την εποχή του, βρισκόταν καταμεσής μίας τάσης που είχε ξεκινήσει ως ψήγματα, από γκρουπ που πειραματίζονταν χρόνια με τις δυνατότητες του ηλεκτρικού μέσου.

Αυτό που ξεχώριζε ήταν το στυλ τους, με τη ρινική απόδοση του Osbourne και την ιδιαίτερη παραμόρφωση των riffs, το δεσπόζον μπάσο, που ως επί το πλείστον όμως, όπως θα καταλάβει κάποιος που ακούει το ντεμπούτο τους χωρίς ωτοασπίδες, δεν ήταν κάτι παραπάνω από Heavy Blues και ροκ εντ ρολ, με φιοριτούρες χαρακτηριστικές σήμερα του Doom και του Heavy.
O ήχος των Sabbath ήταν και αυτός ένας «φανμποϊσμός» -πλην άρτιος, αυτό που μετράει-, που βασίστηκε σε σπέρματα ιδιοφυίας των Blue Cheer, των Sir Lord Baltimore, του Jeff Beck, των Zeppelin από όταν ακόμα λέγονταν Yardbirds, των Iron Butterfly και πολλών άλλων, που δεν έκαναν ένα μοτίβο όλη τους την ταυτότητα.
Σατανισμοί, ντουμερισμοί, επικίλες, θρασιές είχαν ήδη παραχθεί από εμβληματικές μπάντες που έφαγε η μαρμάγκα, πέρασαν στα μέσα και τα τέλη των 80s από μία σκουληκότρυπα, και άρχισαν να απολαμβάνουν αναγνώρισης περισσότερο με τo ρεύμα του NWOTHM (New Wave of Traditional Heavy Metal), όταν κλωσσόπουλα metalheads της χιλιετηρίδας και έπειτα, άρχιζαν να σκαλίζουν για ξεχασμένα genres τα τέλη των 60s και τις αρχές των 70s, το αδιαφιλονίκητο Big Bang στην ιστορία της rock μουσικής παραγωγής.
Κάτι τέτοια ξεχασμένα παλικάρια, που οφείλουν ό,τι λίγη αναγνώριση έχουν σήμερα στο βίτσιο ενός παραγωγού «υπόγας», και ένα cult following, ήταν οι Iron Claw.
Iron Claw – Οι Σκωτσέζοι το κάνουν αλλιώς
Κομματάκι ειρωνικό, μετά από αυτή τη «μίνι πραγματεία», να αναδεικνύω την ίσως πρώτη ιστορικά μπάντα «ξεπατικούρα» των Sabbath.
Αλλά πώς να το περιγράψω, αυτοί οι Κέλτες, ακόμα και όταν «κλέβουν», χαριτολογώντας, το κάνουν με περισσότερα @ρχιδι@.
Οι ίδiοι μάλλον δεν θα έπλεκαν το εγκώμιό τους όπως το κάνω εγώ. Οι τρεις αρχικά, Σκωτσέζοι πιτσιρικάδες Alex Wilson (μπάσο) Jimmy Ronnie, (κιθάρα) και Ian McDougall (ντραμς), είχαν πάθει θρυλείται πολιτισμικό σοκ, το 1969, σε ένα αγώγι των Sabbath στο Ντάμφρις.
Μάλιστα ευθύνονται, ή πιο σωστά, ο Wilson και το μαγνητόφωνό του, για την πρώτη ζωντανή ηχογράφησή τους που έχει καταγραφεί ποτέ. Υπάρχει και ένα Live των Claw στο διαδίκτυο όπου παίζουν «War Pigs» το 1970, που προηγείται της κανονικής κυκλοφορίας του Paranoid για τουλάχιστον δύο μήνες.
Η απόφαση για τη δημιουργία ενός power trio ήρθε γρήγορα. Απ' αρχών τους όμως είχαν βλέψεις μεγαλύτερες μίας «tribute» μπάντας, να βασίσουν σε αυτά τα «πρωτάκουστα» πράγματα τον ήχο τους, αλλά σε δικές τους συνθέσεις.
Το αποτέλεσμα ήταν μία σειρά από tapes της περιόδου 1970-1974 που, για τον παρόντα συντάκτη, εκλείπουν άνετα τους πρώιμους Sabbath, ενώ την ίδια στιγμή περνούν σε ροκ δρόμους που δεν ταυτίζεις με τα early 70s.
Αυτά βέβαια είναι μόνο ένα μέρος της «φολκ» φημολογίας για τις καταβολές τους. Συνέντευξη που έχει δώσει ο κιθαρίστας Ronnie στο Psychedelic Baby Mag, προβάλλει μία κάπως διαφορετική εικόνα.
«Δεν μας ενδιέφερε να αντιγράψουμε ό,τι είχε κάνει κάποιος άλλος. Ήταν αναπόφευκτο, επομένως, η συγγραφή και η εκτέλεση του δικού μας υλικού να γίνει πολύ γρήγορα το κύριο μέλημα του συγκροτήματος.
Οι προσωπικές μου επιρροές είναι κιθαρίστες που μεσουρανούσαν όταν μάθαινα την τέχνη μου. Άνθρωποι όπως οι Clapton, Hendrix, Kossoff, Beck, Page, Peter Green, Rory Gallagher, Johnny Winter, Mick Ronson, Gary Moore, Joe Walsh.

Ένα πράγμα που έχουν κοινό αυτοί οι μουσικοί είναι ότι είναι όλοι ξεχωριστοί. Όλοι έχουν τον δικό τους χαρακτηριστικό ήχο και αίσθηση και αυτό είναι η μπλουζ και η ροκ κιθάρα κατά τη γνώμη μου».
Οι Claw δεν ήταν απλοί groupies, ήταν ένα σχήμα σύγχρονο των Sabbath, που γούσταρε αυτό που έκαναν, και αν νοιάζει κανέναν η γνώμη του παρόντος χομπίστα μουσικόφιλου, το πήγαν σε άλλο επίπεδο.
Μετά από μία εποχή δημιουργικής νιότης, νιώθουν ότι χρειάζονται έναν δίαυλο καθαρά δικό τους, κατεύθυνση προς την οποία κινήθηκαν οι προσθήκες των Wullie Davidson (φωνή, φυσαρμόνικα, φλάουτο) και Donald McLachlan (δεύτερη κιθάρα).
Η παραγωγή των Iron Claw έχει σωθεί μόνο σε μικρές «χρονοκάψουλες». Αν δεν ήταν ένα Γερμανικό bootleg CD του 1996, που ο «πειρατής» ονόμασε αυτοβούλως «Dismorphophobia», ίσως και να μην είχαν δει ποτέ την αναβίωσή τους, που πέρασε ούτως ή άλλως στα «ψιλά».

Ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψω το ομώνυμο album «Iron Claw» του 2009, το επίσημο επιτέλους remaster που κυκλοφόρησε η Rockadrome, είναι μία «πέτρινη πλάκα για μουσικές που θα έπονταν».
Για αρχή, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε κοπεί πάω σε πέτρα. Ακόμα και με το «σιδερωμένο» remaster οι κασέτες, ειδικά των προγενέστερων τραγουδιών, δείχνουν την ηλικία τους, και ακούγονται σαν να παίχτηκαν μέσα σε εξωτερική τουαλέτα.
Είναι αυτή η τραχιά αντήχηση του «γκαράζ» που μετέτρεψαν σε δήλωση είδη όπως το Black Metal, το ακατέργαστο που κάνει τη μουσική να ακούγεται πρωτόγονη και ενστικτώδης.
Ακούγοντας το «Pavement Artist» νομίζεις ότι ένα alt-ροκάκι ταξίδεψε πίσω στον χρόνο, με το σχοινοτενές «πειραματικό» intro, το riff που funk-ίζει, και τα lyrics για έναν «κοινωνικό απόκληρο» καλλιτέχνη.
«Claustrophobia» και «Skullcrusher» είναι η επιτομή του Doom. Σκληρά, συρόμενα riff που περιδινίζονται σε γοτθικά μοτίβα, με αρκετά σκαμπανεβάσματα και «καρυκεύματα» για να μην γίνονται πληκτικά.
Στην ίδια λογική το «Winter» κόβει τα μέτρα με φλάουτο και μπαλάντα,, με τις συγχορδίες να ανεβοκατεβαίνουν στην ίδια σκυθρωπή μελωδία και κρεσέντο με κλαψουρίσματα της δεύτερης κιθάρας στο φόντο, ένα τραγούδι για τον χειμώνα του έρωτα με ορχηστρικό DNA.
Είναι πιο εύκολο να πιστέψεις σε μονόκερους, παρά στο ότι μία μπάντα όπως οι Candlemass εμπνεύστηκαν το «Well of Souls» από τους Sabbath και όχι από αυτό. Αλλά τέτοια είναι η ιστορία, αχάριστη και ανένδοτη.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.