Εμφανίζεται στο μαγαζί ανεπαίσθητα αργοπορημένη, χαιρετάει και απολογείται ευγενικά για τα ασήμαντα δέκα λεπτά που άργησε. Χαλαρό outfit με το οποίο πηγαίνεις και στην παραλία αλλά το ζεις και σε γάμο φίλων. Φόρεμα, γυαλί, άνετα clogs και σωτήριο bucket hat για τον ήλιο που έκαιγε.

Δεν αντέχει πολύ τα πρωινά και λειτουργεί καλύτερα όταν χάνεται το φως. Η κυρία Nalyssa Green είναι ένα πλάσμα της νύχτας.
«Δεν ξέρω αν η νύχτα με έχει διαμορφώσει ή αν την επιλέγω εγώ, αλλά για μένα η νύχτα έχει ελευθερία, δεν έχει κουτάκια, είναι έξω από τον κανόνα, τη νόρμα και το πρέπει. Έχει κάτι πιο ασαφές και ανοιχτό, πιο ελεύθερο και μυστήριο», μου λέει πίνοντας τον καφέ της.
Περιμετρικά του Κύριου Χου, έχει στηθεί ένα set που φτιάχτηκε για εκείνη. Ξυπνήσαμε 8 το πρωί με την Τζίνα για να τοποθετήσουμε τα props εκεί που πρέπει. Προφανώς και δεν το εννοώ.
Μια πλαστική καρέκλα δίπλα στα φυτά, θέσεις αμαξιού μπροστά στην εκκλησία για το ιερό μουχαμπέτι που ακολουθεί μετά τη λειτουργία και μια ροζ βέσπα, ευγενική χορήγια των μόνιμων κάτοικων του Δήμου Πετραλώνων.


Το βαριετέ «φρεσκάδας, ρομαντισμού, δυναμισμού και ιδιοσυγκρασίας» που θα παρουσιάσει η οικοδέσποινα Nalyssa Green παρέα με φίλες και φίλους, το βράδυ της 1ης Ιουνίου στο Λυκαβηττό, υπήρξε απλώς η αφορμή της συνάντησης μας.
Πριν πάμε εκεί όμως, περάσαμε μέσα από τις πασαλιμανιώτικες περιπλανήσεις της εφηβείας της, μιλήσαμε για εκείνο το κρυμμένο κάτω από χαρτιά και σχέδια πιάνο, που το βοήθησε και την βοήθησε να βρει το νόημα και αναφέραμε αρκετές φορές την λέξη νύχτα αλλά κι όλα όσα έρχονται με αυτή, ή σε αυτή. Πρώτα όμως, για κάποιο λόγο, την ρώτησα για τα μαλλιά της.

«Τρίτη λυκείου τα έβαψα κόκκινα πρώτη φορά και ήμουν μάλλον επηρεασμένη από το βιβλίο που διάβαζα τότε, τον Τρυποκάρυδο του Τομ Ρόμπινς. Πάντα μου άρεσε να εκφράζομαι και μέσω της εικόνας μου, το βρίσκω πολύ δημιουργικό και καλλιτεχνικό.
Το τι ρούχα θα φορέσουμε, το πώς θα είναι τα μαλλιά μας, είναι μια καθημερινή εικαστική καλλιτεχνική πράξη που κάνουμε όλα μας. Πάντα αυτό με ενδιέφερε και το έκανα.
Τα χρόνια της εφηβείας σε διαμορφώνουν και ουσιαστικά φτιάχνεις τον εαυτό σου σιγά σιγά, από όλες τις προσλαμβάνουσες, τις εικόνες, τις εμπειρίες, τουβλάκι τουβλάκι χτίζεις ένα χαρακτήρα, ένα εαυτό, μια αισθητική. Και τώρα που είμαι μεγάλη κοπέλα, ακόμα εξελίσσομαι με ένα τρόπο, αλλάζω, διαμορφώνομαι αλλιώς».

Η Nalyssa δυσκολεύεται να ταξιδέψει πίσω στα παιδικά της χρόνια, αλλά είναι εντάξει με αυτό. Δεν πειράζει και τόσο να μη θυμάσαι το χρώμα στις κουρτίνες του παιδικού δωματίου.«Έχω πολύ λίγες συγκεκριμένες εικόνες και αισθήσεις. Δεν θυμάμαι πολλά πράγματα, δεν ανακαλώ, δεν πηγαίνω πίσω. Δεν ξέρω γιατί. Το σκέφτομαι πολύ τελευταία. Έχω χάσει την επαφή με το παιδί που ήμουν τότε, αν και νιώθω αρκετά νεανική και παιδική τώρα. Το παιδί που ήμουν εγώ όμως, δεν το θυμάμαι.
Έχει μεγάλο νόημα να ψάχνεις τα origins, το γιατί κλπ. Η ψυχοθεραπεία με έχει βοηθήσει πολύ. Δεν είναι και φοβερά φανταστικό να το ψάχνουμε μέχρι τελευταίας ανάσας, γιατί ίσως καμιά φορά το παρακάνουμε.
Πρέπει να βγαίνει κάπως οργανικά αυτή η εξερεύνηση και δεν είναι απαραίτητο να πας μέχρι τέλους. Να ψάχνεις, αλλά καμιά φορά το παρακάνουμε με το ψάξιμο και την αυτοβελτίωση. Ό,τι γίνεται με μανία, συνήθως δεν βοηθάει».


Η μεγάλη της αδερφή ήταν και η πρώτη μεγάλη της επιρροή. Στη πορεία υπήρξαν κι άλλες.
«Συμβαίνει αυτό στα μικρά αδέρφια, βλέπουν το μέλλον τους στα μεγάλα τους αδέρφια. Η οικογένεια μου, οι φίλες μου. Μεγαλώνοντας θεωρώ οι συνεργάτες μου.
Έχω τρεις πολύ καλές μου φίλες που είναι ακόμα πολύ κοντά στην καθημερινότητα μου και είμαστε μαζί από το γυμνάσιο. Είναι λίγο γυμνάσιο, ξανά γυμνάσιο, όταν είμαστε μαζί.
Σταθερές σχέσεις που όταν ξανασυναντιόμαστε δεν χρειάζεται να προσποιηθείς κάτι, ή να κρύψεις κάτι. Είναι όλα ανοιχτά και πολύ οικεία. Υπάρχει τεράστια οικειότητα και γνώση για την ζωή μας».

Το ιστορικό πολυδιάστατο καφέ-μπαρ Sports δεν υπάρχει πιά, αλλά θα κατοικεί για πάντα ως ανάμνηση σε μια παρέα τεσσάρων κοριτσιών από τον Πειραιά.
«Είναι το μέρος μας, η γενέτειρα μας. Μια ενότητα στη ζωή μου είναι οι διακοπές μας και οι νύχτες μας. Μικρές όταν βγαίναμε, θυμάμαι το πώς διασκεδάζαμε. Μη το πεις στη μαμά μου. Βγαίναμε και χορεύαμε. Πηγαίναμε στο sports, τώρα δεν υπάρχει πια. Ήταν εντελώς πειραιώτικο, πασαλιμανιώτικο. Έδειχνε αγώνες στην αρχή, εξού και sports και μετά έπαιζε λαϊκά, νησιώτικα και λίγο ροκ. Έτσι ξεκινήσαμε και πηγαίναμε, λέγαμε ότι βρήκαμε ένα ροκ μπαρ».
Η Nalyssa τη νύχτα νιώθει άνετα και όταν νιώθει άνετα, δημιουργεί. Νυχτερινές διεργασίες που αργότερα γίνονται μουσική και σκέψεις που μεταμορφώνονται σε στίχους.
«Είμαι πάρα πολύ πλάσμα της νύχτας, εμπνέομαι και δουλεύω πολύ τη νύχτα, γοητεύομαι και με ενδιαφέρει. Αντιθέτως, δεν είμαι καθόλου του πρωινού, δεν το αντέχω. Η νύχτα είναι η ώρα μου.
Όπου κινείσαι και όπου υπάρχεις καταλαβαίνεις πράγματα για την ζωή και τον εαυτό σου. Έχω δραστηριοποιηθεί περισσότερο τη νύχτα και κάπως με έχει ορίσει.
Ακόμα και νύχτες που δεν έχω βγει από το σπίτι με θυμάμαι νεότερη να μη κοιμάμαι και να συλλογίζομαι, να σκέφτομαι, να αναλύω, να νιώθω, να θυμάμαι. Νυχτερινές διεργασίες.
Μ’ αρέσει να λέω ότι είμαστε αγωγοί. Όταν είσαι σε μια κατάλληλη κατάσταση μπορείς να είσαι αγωγός που θα περάσει από μέσα σου κάτι υπερβατικό. Νιώθω ότι είμαι σε μια ιδιαίτερη κατάσταση που αφήνομαι και έρχεται έτσι ο στίχος και το τραγούδι.


Τις πρώτες στιγμές που γίνεται κάτι συνήθως θέλω να το ακούω συνέχεια. Νιώθω σα να έχω κατακτήσει κάτι και παίρνω χαρά από το να το καταναλώνω ξανά και ξανά.
Θέλω να σταθώ στο trance του όταν συμβαίνει. Όταν είσαι μέσα και το φτιάχνεις είναι ένα trance, είσαι λίγο αλλού. Είναι ρε παιδί μου μια νοητική κατάσταση που έχει μια υπερδιέγερση αλλά έχει φοβερό φόκους, σα να είσαι σε άλλη διάσταση.
Δουλεύοντας, φτιάχνοντας, φτιάχνοντας, φτιάχοντας αισθάνεσαι ότι παίρνεις μικρές νίκες για κάτι που δεν έφτιαξες, αλλά ανακάλυψες και λες αυτό είναι. Είναι πολύ συγκεκριμένη ειδική διαδικασία. Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι ολοκληρώνεται και τελείωσε. Βγαίνεις από το trance και βλέπεις τι έκανες.
Μετά έχει επεξεργασία και φέρνεις κι άλλους στο παιχνίδι, τη μπάντα, τους τεχνικούς. Είναι μια μεγάλη διαδικασία που ακολουθεί».
Στο δισκογραφικό βιογραφικό της υπήρξε ένα κενό διάρκειας έξι ετών. Ένα παρόμοιο κενό, υπήρχε και στο σπίτι της. Το πιάνο που βρήκε χώρο εκεί, τα κάλυψε και τα δύο και έφερε και πάλι την άνοιξη.
«Για αρκετά χρόνια ένιωθα ότι δεν υπήρχε ανταπόκριση και εξέλιξη σε αυτό που κάνω, είχε πέσει πολύ η αυτοπεποίθηση μου στο να γράφω, είχα χάσει την χαρά του να δημιουργώ, ότι τίποτα δεν έχει νόημα. Η ανταπόκριση του κόσμου με ανακούφισε.
Ήταν 5-6 χρόνια που είχα απογοητευτεί από την δισκογραφία. Έκανα παράλληλα μουσική για θέατρο, μου άρεσε πολύ, αλλά πάντα ένιωθα τραγουδοποιός. Μου άρεσε πολύ να γράφω μουσική για κάτι.
Είχα ξενερώσει με το να γράφω τα δικά μου τραγούδια. Δεν ήταν ότι μου έλειπε, το είχα αφήσει. Όταν δουλεύεις δεν καταλαβαίνεις πώς περνάει ο καιρός, πώς πέρασαν έξι χρόνια. Ξαφνικά έγιναν 6 και λέω έχω να βγάλω δίσκο έξι χρόνια.
Μετά συνέβη το Κοκτέιλ. Συνέβη και σε μένα μια άνοιξη στη γραφή μου. Ξαφνικά άρχισα να γράφω στα ελληνικά και ήταν ένα καλοκαίρι που έγραψα όλο τον πρώτο μου ελληνόφωνο δίσκο.
Αυτό που συνέβη είναι ότι ήρθε ένα πιάνο στο σπίτι μου, πολύ σημαντικό. Έκατσα πολύ στο πιάνο και έγραψα και ξεκλείδωσε μέσα μου ο ελληνικός στίχος, κι από εκεί έγινε το κλικ.
Στο μητρικό μου, εκεί που ζούσα δηλαδή, δίπλα, είναι ένα γραφείο πολιτικών μηχανικών που είναι οικογενειακοί μας φίλοι, έχουμε μεγαλώσει μαζί με τα παιδιά. Μια μέρα πήγα να επισκεφτώ τον κύριο Δημήτρη και παρατήρησα ότι κάτω από χιλιάδες χαρτιά και φακέλους, υπήρχε ένα πιάνο. Τον ρωτάω γιατί έχετε ένα πιάνο να ακουμπάτε τα χαρτιά σας και μου λέει ήταν των παιδιών, δεν παίζει κανείς και μου το χάρισε.
Μάιος με Ιούνιο του 2015. Μετά πήγα στη Δονούσα πρώτη φορά και γνώρισα μια φανταστική παρέα, ένα από τα καλύτερα καλοκαίρια της ζωής μου.
Μέσα σε αυτή την παρέα ήταν ο Λευτέρης Βολάνης που μετέπειτα έγινε πολύ κομβικό μέλος της μπάντας και ο Βασίλης Ντοκάκης που ήταν ο παραγωγός των προηγούμενων δίσκων μου.
Ήταν πολύ μαγικό, είχα τα τραγούδια και πήγα στο νησί και πέρασα φανταστικά. Το επόμενο καλοκαίρι, βγήκε το Κοκτέιλ. Πρώτη Ιουνίου του 2016. Την ημέρα που θα παίζουμε στον Λυκαβηττό κλείνει 9 χρόνια. Μεγάλωσε και φαίνεται τόσο μικρό ακόμα!».

Άλλοτε σιωπηλά, κι άλλοτε με εξωστρέφεια, η Nalyssa Green έχει χτίσει ένα μουσικό σύμπαν στην οποία η αλήθεια μέσα της αποτελεί κοινό παρονομαστή από άλμπουμ σε άλμπουμ.
«Πάντα μου λειτουργούσε η γραφή κάπως ψυχοθεραπευτικά. Αυτά που σκέφτομαι και επιμένουν σαν σκέψη στο κεφάλι μου, ή κάποια πράγματα φέρνουν θλίψη, τραύματα, ή πόνο, με βοηθάει να τα γράψω για να τα απελευθερώσω και νιώθω μια ανακούφιση, νιώθω καλύτερα.
Λίγο υπάρχει ένα μικρό τσιμπηματάκι με την έκθεση. Νιώθω όμως ότι η αλήθεια βοηθάει, μου αρέσει όταν κάποιος βάζει προσωπική κατάθεση στα έργα και έτσι μπορεί να συνδεθεί και ο ακροατής. Το νιώθω είτε ως δημιουργός είτε ως ακροάτρια. Νιώθουμε αυτό που νιώθει ο άλλος, δεν είμαστε μόνοι μας.
Στην trance κατάσταση δουλεύει πολύ το υποσυνείδητο. Γράφω κάτι και μετά καταλαβαίνω τι εννοώ, μια κατάσταση Πυθία, έχει κάτι τέτοιο. Μετά διαβάζεις ως αναγνώστης και αποκωδικοποιείς το μήνυμα. Λίγο αυτόματη γραφή».
Αν σκηνοθετούσε κάποιος την ζωή της, μάλλον θα ήταν ο Baz Luhrmann, «έτσι λίγο μιούζικαλ, φαντασμαγορικό, νύχτα». Αν πάλι η νύχτα της 1ης Ιουνίου στο Λυκαβηττό ήταν ταινία, θα θύμιζε σίρκο μέσα από τη ματιά Γουές Άντερσον. «Αυτή η αισθητική και τα χρώματα, τεράστιος περίεργος θίασος. Και λίγο Ταραντίνο όταν μπαίνει Dolly Vara».
«Σαν θέαμα έχει κάτι ακραία κονσεπτικό. Ο αριθμός με τα 13 συμμετέχοντα είναι λίγο ακραίος, το παράκανα. Αυτό το κάνει λίγο άλλο είδος. Δεν είναι φεστιβάλ, δεν είναι μια συναυλία. Έχει στοιχεία βαριετέ. Πολλά σκετσάκια που αλλάζει το φορμάτ, η ατμόσφαιρα. Συναυλία κατά βάση, αλλά μου θυμίζει και λίγο τσίρκο, πολυσυλλεκτικό τσίρκο.
Θυμάμαι από πολύ μικρή να διοργανώνω λαιβάκια σε ένα μπαρ που δούλευα τότε και έκανα πολύ συχνά συναντήσεις, πχ τη μέρα της γυναίκας είχαν έρθει 15 κορίτσια και παίξαμε όλες μαζί. Οι συναυλίες για μένα είναι σαν γιορτή κι όταν μοιράζεσαι κάτι με άτομα που αγαπάς και εκτιμάς, έχει ακόμα μεγαλύτερη χαρά.
Τα περισσότερα από αυτά τα άτομα είναι φίλοι και φίλες. Την Νικητέα μπορεί να μη τη γνώριζα πχ αλλά παρακολουθώ την δουλειά της και την εκτιμώ πολύ. Όταν συναντηθήκαμε δεν υπήρχε κάποια αίσθηση ότι μιλάω σε άγνωστο άτομο, είχαμε κάπως ήδη συνδεθεί.
Διαβάστε επίσης: Η αγαπημένη λέξη της Δήμητρας Νικητέα τον τελευταίο καιρό είναι η μπριζολοσφυρίδα
Νιώθω ότι είμαι οικοδέσποινα, μαζί με τον Kristof. Είναι ζωογόνο να το μοιράζομαι. Η μπάντα μου όλα αυτά τα χρόνια είναι άτομα που είμαστε φίλοι και είναι όλα τραγουδοποιά.
Θα βγάλει κάποιος δίσκο και θα το χαρούμε όλοι μαζί, θα παίξω εγώ στη μπάντα της Τρίχρωμης και εκείνη στη δική μου, είμαστε μαζί σε αυτό και δεν υπάρχει ζήλια και ανταγωνισμός, μόνο χαρά που πολλαπλασιάζεται και έχεις κάτι να ακουμπήσεις, ανθρώπους που σε στηρίζουν και είναι εκεί».

Η τελευταία ερώτηση λίγο πριν φύγει για πρόβα, για το αν την τρομάζει κάτι εκεί έξω, ήταν ρητορική.
«Oυυυ, βεβαίως. Έχω φρικάρει με τον φασισμό που υπάρχει. Γάζα, Τραμπ, Ισραήλ, εδώ τα δικά μας. Με έχει πιάσει μια απελπισία γιατί πίστευα ότι σε σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα κάναμε κάποια βήματα μπροστά. Είμαστε εδώ για να αντισταθούμε.
Όταν νιώθω την αγάπη από όπου κι αν προέρχεται, μοιάζουν να μην είναι όλα σκατά. Οι φίλες μου και οι φίλοι μου, προχωράς τη μέρα σου και βλέπεις να φωτίζεται ένα αγαπητικό γεγονός, δεν είναι όλοι νεκροί ψυχικά, υπάρχει και κάτι που έχει αξία στον άνθρωπο.
Εναλαμπές αγάπης σε στιγμές που όλα είναι χάλια και τίποτα δεν έχει νόημα. Το αγαπημένο μου μότο ήταν από το kung fu panda. "Yesterday is history, tomorrow is a mystery, today is a gift, which is why we call it the present". Kung Fu Panta, φανταστικό».
***
Πολύ καλές στα πάρτυ | Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού, 1 Ιουνίου
Εισιτήρια, εδώ
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.