Η Τέχνη της υποκριτικής προσφέρει μια συναρπαστική δυνατότητα σε όσους την ακολουθούν, να μπορέσουν να πλάσουν ξανά τον εαυτό τους τοποθετούμενοι σε αυτό τον κόσμο – ή έστω στον μικρόκοσμο του σινεμά, της tv ή της σκηνής – ως άλλοι.
Ζουν έτσι πολλές ζωές σε μία, φτιαγμένες με φαντασία αλλά και με πολλή δουλειά. Αν έπρεπε να τοποθετήσω μερικά επίθετα δίπλα στο όνομα του Γιώργου Μπένου, ένα από αυτά θα ήταν «επίμονος». Γιατί αυτές οι «μικρές ζωές» που έχει ζήσει τα τελευταία χρόνια ήταν απαιτητικές και βαθιά ανθρώπινες «ζητώντας» από εκείνον να ανακαλύψει κάθε λεπτή χροιά τους και να την υπερασπιστεί. Κι εκείνος δεν σταμάτησε στη διαδρομή μέχρι να τις κατακτήσει.
Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί, «Η Τελευταία Κλήση», ήταν η σωστή αφορμή για να κάνουμε κι εμείς μετά από δέκα και πλέον χρόνια φιλίας την πρώτη δημόσια κουβέντα μας.
Ο Γιώργος Μπένος υποδύεται έναν άπειρο ρεπόρτερ, τον Αντώνη που καλείται να αντιμετωπίσει στον τηλεοπτικό αέρα μια υπόθεση ομηρίας, να διαχειριστεί όσα συμβαίνουν σε δύο παράλληλους χώρους, ενώ ίδιος βρίσκεται σε έναν τρίτο. Αν ήμασταν θεατές αυτού του δελτίου θα ήταν ο μόνος που θα βλέπαμε στην οθόνη μας και όλα τα υπόλοιπα θα τα συμπληρώναμε με άλλα ερεθίσματα ή και τη φαντασία μας, όπως έκαναν στην πραγματική ιστορία ο Σέριφ Φράνσις και η Κατερίνα Μπέη.
Σε ένα ασφυκτικό αμερικάνικο πλάνο όπως αυτό του δελτίου ειδήσεων ως ηθοποιός καταφέρνει να αναδείξει για ακόμα μια φορά μετά τον ρόλο του στο Maestro την εσωτερική πάλη του ήρωά του που βρίσκεται εγκλωβισμένος σε μια αντικειμενικά δύσκολη συνθήκη.
Το 1998 ήσουν αρκετά μικρός σε ηλικία για να θυμάσαι ζωντανά την υπόθεση Σορίν Ματέι. Πότε ήρθες πρώτη φορά σε επαφή με αυτή την ιστορία; Με αφορμή την ταινία «Τελευταία Κλήση» ή την είχες συναντήσει κάπου νωρίτερα;
Όχι, δεν ήταν η ταινία η αφορμή. Ήμουν κάπου στα 15-16 όταν μπήκε το laptop στη ζωή μου και το YouTube, βλέποντας διάφορα είχα δει και αυτή την υπόθεση την οποία δεν γνώριζα γιατί δεν γινόταν τότε λόγος για αυτό. Μου είχε κάνει εντύπωση ότι αυτό είχε συμβεί στην ελληνική τηλεόραση, αλλά και πώς ένας άνθρωπος μπόρεσε να βγει ζωντανά στον αέρα με τέτοιο τρόπο και νομίζω για αυτό μένει και στο μυαλό των ανθρώπων μέχρι σήμερα. Και τώρα μετά από χρόνια σκέφτομαι γι’ αυτό πώς η ζωή μπορεί να υπερβαίνει την Τέχνη.
Η “Τελευταία Κλήση” είναι επηρεασμένη από πραγματικά γεγονότα, αλλά ο σκοπός της δεν ήταν να έχει έναν χαρακτήρα ντοκιμαντέρ. Ο Σέριφ δούλεψε το σενάριο κατά τη διάρκεια της καραντίνας και μαζί με την Κατερίνα Μπέη και έφτιαξαν αυτή την ιστορία μυθοπλασίας με χαρακτήρες πολύπλοκους και αρχή, μέση, τέλος.
Όταν ξεκινήσαμε να διαβάζουμε, η πρώτη κουβέντα που μου είπε ο Σέριφ ήταν ότι επειδή έχει επηρεαστεί από πραγματικά γεγονότα μην μπεις στη διαδικασία να δεις και να πατήσεις πάνω σε αληθινές ιστορίες γιατί ο ρόλος σου διαφέρει.
Άρα δεν μπήκατε στη διαδικασία να έρθετε ούτε εσύ, ούτε ο σκηνοθέτης σε επαφή με τον Νίκο Ευαγγελάτο ο οποίος κλήθηκε τότε να διαχειριστεί μια ομηρία στον τηλεοπτικό αέρα.
Όχι, καθόλου.

Τι μελέτησες περισσότερο για να προσεγγίσεις τον ρόλο;
Όταν έμαθα ότι θα με πάρουν στην ταινία για να κάνω αυτό τον τόσο δύσκολο ρόλο και ξεκίνησα την έρευνά μου είχα μπει στη διαδικασία να δω δελτία ειδήσεων για να δω αρχικά πώς μιλάνε οι παρουσιαστές. Ο σκηνοθέτης με συμβούλεψε να μην το κάνω γιατί ο ρόλος είναι εκείνος ενός ρεπόρτερ και όχι ενός έμπειρου δημοσιογράφου ο οποίος γνωρίζει τη live μετάδοση. Ήθελε να φαίνεται ότι δεν έχω ξαναπεί ειδήσεις ποτέ, πως είναι κάτι που κάνω για πρώτη φορά.
Το πρώτο υλικό που μου έστειλε ο Σέριφ Φράνσις ήταν 5-10 ταινίες που κάποιοι μπορεί να βρίσκονται στη γραμμή ενός τηλεφώνου και να διαπραγματεύονται με την άλλη πλευρά χωρίς να το έχουν ξανακάνει. Σκοπός ήταν να εστιάσω περισσότερο στο αίσθημα του πρωτόγνωρου. Η δυσκολία του χαρακτήρα να είναι διπλή: από τη μία κάνει για πρώτη φορά αυτό το πράγμα που περιλαμβάνει τον παράγοντα της έκθεσης -αφού τον βλέπει όλος ο κόσμος- και από την άλλη ότι μιλάει με έναν άνθρωπο που έχει μπει σε ένα σπίτι και απειλεί τέσσερις ανθρώπους.
Διαβάστε Επίσης: «Να, από εδώ κοιτάγαμε το σπίτι»: Μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν την ομηρία του Σορίν Ματέι
Στην έρευνα μου με βοήθησε περισσότερο να δω δελτία ειδήσεων όπου συμβαίνουν ακραία περιστατικά και οι δημοσιογράφοι καλούνται να τα αντιμετωπίσουν. Μου είχε κάνει εντύπωση ένα δελτίο ειδήσεων του εξωτερικού όπου κατά τη διάρκειά του έκανε σεισμό. Παρατήρησα ότι η δημοσιογράφος δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Έμεινε ατάραχη κρατώντας το δημοσιογραφικό της “κοστούμι”, φέρνοντάς το εις πέρας και κρατώντας την ψυχραιμία της μπροστά στους τηλεθεατές. Είπα λοιπόν ότι ό,τι και να γίνει εγώ πίσω από το γραφείο θα πρέπει να κρατήσω ψυχραιμία χωρίς βέβαια να σημαίνει αυτό ότι από πίσω δεν υπάρχει ο φόβος, η ένταση, η αγωνία.
Υπήρξε κάποια σκηνή που σε δυσκόλεψε ιδιαίτερα ως ηθοποιό ή κάποια που βγήκε ίσως ακόμη καλύτερα απ’ όσο περίμενες;
Νομίζω ότι όλη η συνθήκη ήταν δύσκολη στον συγκεκριμένο ρόλο γιατί όλες οι μέρες των γυρισμάτων ήταν πίσω από ένα γραφείο. Σε κάποιες από αυτές ήταν ο Ορφέας Αυγουστίδης εκεί για να με βοηθήσει, όπως κι εγώ αντίστοιχα πήγαινα στο σπίτι της ομηρίας.
Οπότε παρόλο που οι δύο χαρακτήρες επικοινωνούν δια τηλεφώνου, εσείς ως ηθοποιοί είχατε δια ζώσης αλληλεπίδραση;
Με τον Ορφέα όλες μας οι σκηνές ήταν οι συνομιλίες στον αέρα του δελτίου. Υπήρχαν κάποιες πιο απλές συνομιλίες που ήταν οι πρώτες και ανταλλάσσαμε κάποιες πληροφορίες και υπήρχαν κάποιες πιο δύσκολες που υπήρχε μια πίεση είτε από τη μεριά του δημοσιογράφου προς τον Νικολάι -τον χαρακτήρα του Ορφέα- , είτε από τη μεριά του Νικολάι προς τον δημοσιογράφο. Σε αυτές τις δύσκολες σκηνές, πέρα από τις πρόβες που είχαμε κάνει, ήμασταν εκεί στον φυσικό χώρο των γυρισμάτων για να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο στην αντίδραση της στιγμής.

Ήταν πολύ βοηθητικό αυτό, γιατί απαντώντας στην προηγούμενη ερώτησή σου, ήταν πολύ δύσκολο ότι έπρεπε να κάθομαι σε ένα γραφείο και να σκέφτομαι ότι διαπραγματεύομαι με έναν άνθρωπο για κάτι τόσο σημαντικό και ότι έμμεσα είναι και στα δικά μου χέρια οι ζωές κάποιων ανθρώπων. Ο σκηνοθέτης μου είχε πει να σκεφτώ ότι υπάρχει κάτι κάτω από το γραφείο μου έτοιμο να σκάσει.
Ως ρόλος έχεις εκατομμύρια σκέψεις να περνούν από το μυαλό σου συνομιλώντας με έναν κακοποιό σε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση και ως ηθοποιός έπρεπε να το αποτυπώσεις έχοντας πολλούς περιορισμούς σωματικά.
Πολλούς! Αυτό με φόβισε στην αρχή, σκέφτηκα ότι ήθελε πολλή δουλειά επειδή ήταν κάτι στατικό, για να μη βγει ένα αποτέλεσμα που δεν θα έχει την ένταση που φανταζόμουν. Στην πορεία των γυρισμάτων συνειδητοποίησα την πρόκληση που φέρει.
Η πρώτη συνομιλία που είχα με τον Ορφέα ήταν περίπου 12 σελίδες και λέει ο σκηνοθέτης θα τις βγάλουμε κομμάτι κομμάτι ως λήψη. Ήρεμος κάθισα στην καρέκλα, αλλά ξεκινά η λήψη και δεν τελείωνε. Περνούσαν οι σελίδες και συνέχιζε. Και ως ηθοποιός και ως χαρακτήρας άρχισε να μου δημιουργείται στρες.
Το άγχος ήταν διπλό: Σκεφτόμουν ως Γιώργος ότι «γιατί δεν λέει “cut” ο σκηνοθέτης;» και από την άλλη έτρεχε μια συζήτηση που εγώ έπρεπε να είμαι εκεί, να ακούω και να διαπραγματεύομαι. Τελειώνει η πρώτη συνομιλία και λέω στον σκηνοθέτη “γιατί δεν το σταμάτησες νωρίτερα, κόντεψα να πεθάνω” και μου απαντάει “γι’ αυτό”. Πιστεύω μέχρι σήμερα ότι ήταν επίτηδες. Του το έχω πει και γελάει. Λέει “έπρεπε να έχω το άγχος της στιγμής”. Το πήρε. Στο αποτέλεσμα το καταλάβαινα. Θυμάμαι ότι είχαν ιδρώσει τα χέρια μου, το πρόσωπό μου, μου φάνηκε αιώνας.
Κατάλαβα τελικά ότι υποκριτικά το να είσαι στατικός πίσω από ένα γραφείο δεν σημαίνει τίποτα. Αυτό ήταν για εμένα το πιο γοητευτικό. Γιατί αυτό αγαπάω πιο πολύ στο σινεμά. Οι ηθοποιοί χωρίς να κάνουν πολλά σου δηλώνουν οτιδήποτε με κάτι ανεπαίσθητο: ένα κούνημα στο δάχτυλό τους, μια σύσπαση στο πρόσωπό τους, ένα βλέμμα. Αυτό κάνει η κάμερα και το κοντινό πλάνο, μεταδίδει στον θεατή συναισθήματα χωρίς πολλά πολλά. Αυτός ο ρόλος το είχε αυτό, το κατάλαβα και κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και το χάρηκα πιο πολύ.
Τι παρατήρησες όταν είδες την ταινία μαζί με το κοινό και ποια ήταν η μεγαλύτερη αγωνία της ομάδας;
Ήδη διαβάζοντας το σενάριο έβλεπες ότι υπήρχε μια συνεχής αλλαγή με παράλληλες δράσεις. Ήταν ένα πινγκ πονγκ. Σκεφτόσουν ότι ως αποτέλεσμα θα έχει γρήγορο ρυθμό, κάτι καταιγιστικό που θα προκαλεί άγχος. Αυτό ήταν ένα στοίχημα και για τον Σέριφ σκηνοθετικά και για τη φωτογραφία, το μοντάζ, για όλους.
Όταν πρωτοείδαμε την ταινία υπήρχε πολλή αγωνία. Για εμάς που το βλέπαμε ως συντελεστές της ήταν ιδιαίτερη στιγμή. Μας έκανε θετική εντύπωση και το συζητήσαμε ότι όταν έγινε η προβολή της με κόσμο υπήρχε απόλυτη ησυχία και φαινόταν οι θεατές να παρακολουθούν πραγματικά αυτή την ιστορία. Σε αυτή τη μιάμιση ώρα η ταινία κρατά το ενδιαφέρον του θεατή και αυτό δεν συμβαίνει συχνά.
Τι πιστεύεις ότι μένει στον θεατή από την «Τελευταία Κλήση»;
Είναι μια ταινία που μιλά για τα ανθρώπινα όρια. Για το πώς οι άνθρωποι σε μια τέτοια ακραία συνθήκη έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους, τα όριά τους, με το μέχρι πού είναι ικανοί να φτάσουν. Στρέφεται περισσότερο στο πώς οι χαρακτήρες συσπειρώνονται για να αντιμετωπίσουν αυτή την κατάσταση.
Μπορούν οι άνθρωποι να είναι ψύχραιμοι; Έχουν τη δύναμη να αντεπεξέλθουν σε μια τέτοια δυσκολία ή την ηρεμία να την αντιμετωπίσουν; Γίνονται όλα τόσο γρήγορα. Είναι μια συνθήκη μέσα στην οποία δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς αν κάνεις κάτι λάθος ή σωστά.
Τι σκέψεις θα περνούσαν από το μυαλό σου αν ήσουν στη θέση εκείνου του δημοσιογράφου;
Ο χαρακτήρας μου ο Αντώνης έχει τον φόβο και την αγωνία να μην κινδυνεύσει κάποιος και από την άλλη είναι ένας δημοσιογράφος που καλείται να κάνει καλά τη δουλειά του. Δοκιμάζεται και ως προς αυτή την ιδιότητα. Το προσέγγισα περισσότερο με τη σκέψη να μην πάθει κάποιος κάτι κακό, να μη χάσει τη ζωή του κάποιος αθώος. Αν ήμουν δημοσιογράφος το ίδιο θα σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή, να μη χαθεί κάποιος.
Πώς ήταν η συνεργασία σου με τον Σέριφ Φράνσις;
Στην ταινία πήγα μέσω κάστινγκ. Με κάλεσε ο Μάκης Γαζής για να μου στείλει μερικές σκηνές χωρίς να μου πει ακριβώς περί τίνος πρόκειται. Διάβασα τις σκηνές, μου φάνηκε μεγάλη πρόκληση και πήγα. Όταν με πήραν στη δουλειά, στη συνάντησή μας ο σκηνοθέτης μου είπε ότι είναι η πρώτη του ταινία. Είχε την αγωνία και τη λαχτάρα ενός παιδιού που θέλει να εξερευνήσει κάτι. Είχα κι εγώ το ίδιο συναίσθημα γιατί ήταν και για εμένα η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία. Αυτό μας έφερε αυτόματα πολύ κοντά και κάναμε μια πολύ ωραία κουβέντα για το πώς σκεφτόμαστε αυτό τον ήρωα.
Μου έδωσε πολύ ωραία κατεύθυνση για να προσεγγίσω τον ρόλο. Μου έστειλε ταινίες, μου είπε τι να προσέξω, μου επισήμανε πολλές φορές ότι ο χαρακτήρας δεν πρέπει να είναι ένας έμπειρος δημοσιογράφος, αλλά ένας άπειρος.
Από εκείνη τη στιγμή που συναντηθήκαμε σε εκείνο το καφέ, μέχρι τα γυρίσματα και μέχρι και σήμερα είχαμε και έχουμε πολύ ωραία επικοινωνία για το που πηγαίνουμε. Είχαμε εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο. Ήταν πάντα εκεί να σε ακούσει, να συζητήσουμε μια σκηνή, να προβληματιστούμε. Πολύ υποστηρικτικός. Τώρα συζητάμε με την ίδια αγωνία τι θα πει και ο κόσμος.

Τον ρόλο του κακοποιού θα τον έπαιζες;
Δεν το έχω σκεφτεί. Άλλος κόσμος τελείως. Όλοι οι ήρωες είχαν τη δυσκολία ότι παίζουν με τα όριά τους. Σίγουρα αν υποδυόμουν τον ρόλο του κακοποιού θα είχα μια άλλη δυσκολία από αυτή που είχα τώρα. Δεν ξέρω με τι τρόπο θα το προσέγγιζα. Ο καθένας ξεχωριστά είχε πολύ μεγάλο φορτίο πάνω του και πολύ μεγάλη δυσκολία.
Σε ποια σκηνή θαύμασες τον Ορφέα Αυγουστίδη;
Σε όλες! Βλέποντας την ταινία κατάλαβα ότι όλοι οι ήρωες έχουν πιάσει τον παλμό και την ένταση της στιγμής, ότι όλο αυτό που συμβαίνει τους υπερβαίνει και ότι προσπαθούν να κρατήσουν μια ψυχραιμία την ώρα που κάτι σιγοβράζει και γιγαντώνεται. Αυτό ήταν μια πρόκληση για τους ηθοποιούς.
Μου άρεσε στον Ορφέα ότι αποτύπωσε πως στις σκηνές που ο χαρακτήρας ήταν σκληρός υπήρχε και η σκέψη από πίσω. Ότι πίσω από την αιχμηρότητα και το σκληρό καλούπι, ο χαρακτήρας δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί που ήταν. Αυτό ήταν ένα δεύτερο επίπεδο που κατάφερε να περάσει ως αίσθηση.
Δεν πίστεψα ποτέ ότι οι καλοί ή κακοί χαρακτήρες φέρουν μόνο αυτή την πλευρά. Και για έναν «κακό» ήρωα δεν είναι ότι του δίνεις δίκιο, αλλά πρέπει να μπεις μέσα στον κόσμο του για να καταλάβεις γιατί κάνει αυτά που κάνει. Ο Νικολάι εισβάλλει στο σπίτι αυτών των ανθρώπων. Δεν κρίνουμε αν είναι καλό ή κακό. Κακό είναι.
Αλλά ο Ορφέας κλήθηκε να μπει στα παπούτσια του και να σκεφτεί γιατί το κάνει, τι στόχο έχει. Αυτό είναι το γοητευτικό σε αυτή τη δουλειά ότι καλείσαι να υπερασπιστείς ήρωες που ενδεχομένως έχουν κάνει φρικτά πράγματα.


Εκτός από την τελευταία κλήση συνεχίζεις και στο Maestro. Πότε ξεκινάτε πάλι γυρίσματα;
Έχουμε γυρίσει τα πρώτα τέσσερα από τα έξι επεισόδια. Τα δύο που μας έχουν μείνει θα τα γυρίσουμε μάλλον μέσα σε Απρίλιο – Μάιο σε Αθήνα και σε Παξούς.
Πολλοί θεατές αναρωτιούνται ακόμη: γιατί τελικά ο Σπύρος και ο Αντώνης βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα;
Ο Χριστόφορος έκλεισε κάπως έτσι την ιστορία τους, αλλά πιστεύω ότι είχε στο μυαλό του ότι θα συνεχιστεί η σειρά. Είναι κάτι που δεν μπορώ να το πω, αλλά μπορώ να πω ότι η «επίσκεψή» τους στο αστυνομικό τμήμα συνδέεται με το παρακάτω της ιστορίας.
Η σχέση αυτών των δύο χαρακτήρων μοιάζει να έχει κάτι πολύ αγνό, αλλά ταυτόχρονα να βαραίνεται συνεχώς από μια σκιά. Είτε ήταν η αποδοχή, είτε αργότερα το έγκλημα. Έτσι όπως διαμορφώθηκε η ιστορία θα μπορούσαν να ζήσουν ανέμελα τον έρωτά τους;
Δεν μπορούσαν να τον ζήσουν ανέμελα γιατί η ιστορία πατά πάρα πολύ σε αυτό που ζούμε κοινωνικά και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όχι μόνο τα gay άτομα, αλλά όλες οι ευάλωτες ομάδες.
Ο Χριστόφορος πολύ σωστά δεν άφησε να οδηγηθεί αυτή η ιστορία σε ένα love story όπου θα ήταν όλα πάρα πολύ εύκολα. Έπρεπε να φέρει δυσκολίες, όπως συμβαίνει και στη ζωή. Αυτοί οι δύο δοκιμάζονται με πάρα πολλούς τρόπους. Μπορεί ο μπαμπάς του Σπύρου να μη ζει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι νιώθει απόλυτα ελεύθερος.
Μεγάλωσε μέσα σε ένα πολύ σκληρό οικογενειακό περιβάλλον που τον εγκλώβιζε και του στερούσε την ελευθερία να υπάρξει σε ένα τέτοιο ερωτικό πλαίσιο. Από την άλλη υπάρχει ένα στίγμα κοινωνικό που ούτε αυτό τους επιτρέπει να είναι 100% ελεύθεροι ως προς το πώς θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους με τον άνθρωπό τους και τα όνειρά τους. Αυτό έκανε και για εμένα πιο ενδιαφέρουσα την ιστορία, ότι τα πράγματα σε αυτούς τους ήρωες δεν έρχονται εύκολα, γιατί έτσι είναι και στη ζωή.
Μια ομολογία στο αστυνομικό τμήμα για το έγκλημα θα τους ελάφραινε την ψυχή ή θα έκανε τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα με τον έναν στη φυλακή για το έγκλημα τον άλλο για συγκάλυψη. Θα ήταν καλύτερα να το παραδεχτούν και να τιμωρηθούν;
Νομίζω ότι ήδη βρίσκονται σε μια φυλακή μέσα τους. Δεν νομίζω ότι αυτό θα τους απάλυνε κάπως τη φρίκη ή το μπέρδεμα στο κεφάλι τους και στην ψυχή τους. Είναι εγκλωβισμένοι -που έτσι κι αλλιώς ήταν- αλλά τώρα είναι διπλή η δυσκολία.
Αυτό που βλέπω πιο ποιητικά σε σχέση με την ιστορία και τη ζωή είναι ότι όταν οι άνθρωποι αγαπιούνται πραγματικά ή έχουν κάτι να μοιραστούν αυτό μπορεί να είναι αρκετά δυνατό για να αντιμετωπίσει την οποιαδήποτε δυσκολία.
Στη συγκεκριμένη ιστορία επειδή κάνουμε και μυθοπλασία υπάρχει και ένα έγκλημα στη μέση. Αλλά δεν μπορείς να μην δεις ότι υπάρχει ουσιαστική αγάπη ανάμεσά τους. Αυτό μπορεί να είναι αρκετό για να υπερβούν όλα τα εμπόδια.


Στα επόμενα επεισόδια θα διαφοροποιηθούν αυτοί οι χαρακτήρες ή η σχέση τους;
Ναι. (Γέλια) Δεν μπορώ να πω πολλά. Οι ήρωες αυτοί δοκιμάζονται από την αρχή. Δεν ξεχνούν ποτέ ούτε ποιοι είναι, ούτε σε ποια κοινωνία μεγαλώνουν. Αυτό φέρει κάποια προβλήματα και αντιστάσεις. Δεν γίνονται εύκολα τα πράγματα και δεν τα αφήνει και ο Χριστόφορος να συμβούν εύκολα. Ταλαιπωρούνται ξανά και ξανά και αυτό θα το δούμε και στα επόμενα επεισόδια.
Ο Χριστόφορος πολλές φορές θεωρούμε ότι έχει αποδώσει στοιχεία του μέσα από τους ρόλους που επιλέγει να ερμηνεύσει στις δουλειές του. Έχοντας συνεργαστεί μαζί του τα τελευταία χρόνια ποιος θα έλεγες ότι είναι πίσω από τις κάμερες;
Για εμένα ο Χριστόφορος είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή μου και στη ζωή μας. Είναι ένας βαθιά γενναιόδωρος άνθρωπος και ταλαντούχος, με βαθιά γνώση του αντικειμένου. Μας έχει κάνει ένα πολύ μεγάλο δώρο. Το Maestro είναι μια πολύ μεγάλη στάση στη ζωή όλων νομίζω των συντελεστών. Καλό είναι να το λέμε και να τον ευχαριστούμε για αυτό, γιατί δεν είναι δεδομένο.
Ήρθε με μια πολύ ωραία ιστορία και με όλη του την καλή διάθεση. Αυτό κρατάω από εκείνον, ότι είναι ένας άνθρωπος γενναιόδωρος, με πολύ χιούμορ, με ταλέντο, με όρεξη για δουλειά και με σεβασμό απέναντι στη δουλειά του. Δεν είναι ένας σκηνοθέτης που είναι απαιτητικός για να είναι. Είναι βαθιά ευγενής και παράλληλα επαγγελματίας.
Οπότε σε εμπνέει και ως άνθρωπος.
Φυσικά. Δεν στάθηκε ποτέ απέναντί μας απλά ως ένας σκηνοθέτης, ήταν ανθρώπινος, δεν ήταν εκεί απλά για να κάνει τη δουλειά. Σε δύσκολες σκηνές μπορεί να ήμασταν φορτισμένοι συναισθηματικά και ερχόταν να σε ρωτήσει αν είσαι καλά, αν χρειάζεσαι κάτι, αν θέλουμε να κάνουμε μια παύση. Έχει τα μάτια του σε εκατό μεριές και όχι στο ότι “θα πάρω το αποτέλεσμα που θέλω”. Αυτό πάντα με άγγιζε πολύ και συνέβαινε σε όλα τα γυρίσματα. Ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει.

Από τις 17 Απριλίου πρωταγωνιστείς μαζί με τον Αλέξανδρο Πιεχόβιακ στην παράσταση BACON της Σόφι Σουίθινμπανκ σε σκηνοθεσία της Έμιλυς Λουίζου που ανεβαίνει στο θέατρο Άνεσις.
Πρόκειται για ένα σύγχρονο έργο που με συγκινεί πολύ, μπορεί να χαρακτηρίζεται “θρίλερ”, όμως μου φαίνεται μια βαθιά τρυφερή αλλά και τραγική ιστορία. Μιλά για την εφηβεία, που είναι σημαντική περίοδος στη ζωή του ανθρώπου, στο κατώφλι της ενηλικίωσης όπου ο άνθρωπος δεν ξέρει ακόμα ποιος είναι.
Η ιστορία ξεκινά με δύο έφηβους στη Δευτέρα Λυκείου που γνωρίζονται και ο καθένας προέρχεται από ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον, ο ένας μεγαλώνει σε ένα υγιές και ο άλλος σε ένα κακοποιητικό οικογενειακό περιβάλλον.
Ο καθένας κουβαλά τις δικές του αγκυλώσεις. Δεν μεγαλώνουν εύκολα.
Υποδύομαι τον ρόλο του Μάρκο, ένα αρκετά συνεσταλμένο παιδί που φέρει τη δυσκολία της επικοινωνίας και προσπαθεί να κάνει φίλους. Αυτή είναι η αγωνία του. Είναι η πρώτη του μέρα στο νέο σχολείο. Στο προηγούμενο δεχόταν bullying.
Από την άλλη υπάρχει ο ρόλος του Άρη, ενός παιδιού που μεγαλώνει σε ένα πολύ σκληρό περιβάλλον, μόνος με τον μπαμπά του και δέχεται βία από αυτόν. Δεν έχει τη μητρική αγάπη και φροντίδα. Αυτοί οι δύο χαρακτήρες συναντιούνται στο σχολείο και τα πράγματα είναι δύσκολα.
Η γνωριμία τους δεν ξεκινά με μια χειραψία, αλλά μέσα από μια σύγκρουση. Όμως αυτή η σύγκρουση σιγά σιγά τους φέρνει κοντά και τους οδηγεί σε μονοπάτια που δεν γνωρίζουν, φέρνοντάς τους αντιμέτωπους με τον εαυτό τους.
Με τι σκέψεις θα φύγουν οι θεατές από τη θεατρική αίθουσα;
Νομίζω ότι ο κόσμος θα φύγει με τη σκέψη ότι κανένας άνθρωπος δεν γεννιέται καλός ή κακός, όλοι διαμορφωνόμαστε από το πλαίσιο μέσα στο οποίο μεγαλώνουμε.
Με συγκινεί πολύ σε αυτό το έργο ο ρόλος του Άρη που υποδύεται ο Αλέξανδρος γιατί συνειδητοποιώ πόσο δύσκολα μεγαλώνει, αλλά και πόσο δύσκολο θα του είναι να αγαπήσει εκεί έξω. Υπάρχει μια φράση που με συγκινεί πολύ. Λέει ο Μάρκος “Παρατηρώ τα χέρια του ότι είναι γεμάτα γρατσουνιές και κοψίματα και συνειδητοποιώ ότι ίσως αυτό το παιδί να χρειάζεται φροντίδα. Ίσως κανείς να μην τον αγαπάει και να μην τον αγαπήσει ποτέ”.
Αυτή τη φράση τη λέει ένα παιδί που δέχεται bullying και κάνει προσπάθειες να τον κάνει φίλο του. Έχει πολύ τρυφερά σημεία. Είναι ένα έργο που μιλάει για τη συγχώρεση, για τη φιλία, για την εφηβεία, την οικογένεια, το περιβάλλον που μεγαλώνουμε. Νομίζω ότι θα αρέσει και θα ευαισθητοποιήσει τον κόσμο.
Τι έπρεπε να κατακτήσετε στη μεταξύ σας σχέση με τον Αλέξανδρο για να φέρετε ένα άρτιο αποτέλεσμα για τον θεατή; Τι δυσκολίες είχαν οι ρόλοι σας;
Με τον Αλέξανδρο δεν έχουμε ξαναδουλέψει. Δεν είναι απαραίτητο ότι θα δουλέψεις με έναν συνάδελφο που η χημεία σου είναι δοκιμασμένη. Οπότε έχει αυτή την πρόκληση.
Αρχικά έχουμε μια υπέροχη σκηνοθέτιδα που έχει φτιάξει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούμε τόσο άνετα, με χαρά και αφοσίωση. Είχα το πεδίο να δουλέψω ελεύθερα. Είχα καιρό να το αισθανθώ και μπορεί να γυρίσω μετά από 5-6 ώρες πρόβα και να γυρίσω να ξανακοιτάξω το κείμενο. Αυτό μου δίνει πολλή χαρά γιατί με ξαναγυρνά στην πρώτη αίσθηση που είχα σε αυτό το επάγγελμα.
Με τον Αλέξανδρο έχουμε αναπτύξει σκηνικά μια πολύ ωραία χημεία. Πέρα από ένας εξαιρετικός ηθοποιός, είναι ένας γενναιόδωρος και ανοιχτός συνεργάτης, είναι διαθέσιμος σκηνικά, είναι εκεί και σε ακούει, είναι πολύ σημαντικό. Σε κάποια σημεία της παράστασης πρέπει να κάνουμε ίδιες κινήσεις και τον βλέπω ότι κοιτάζει για να είναι σίγουρος ότι θα τις κάνουμε παρέα.
Όταν διαβάσαμε το κείμενο την πρώτη φορά, υπήρχαν 2-3 σημεία που βάλαμε τα κλάματα και σκεφτήκαμε ότι θα δυσκολευτούμε. Υπάρχει μια πολύ έντονη σκηνή βίας όπου μετά από αυτή πρέπει να αφηγηθούμε κάτι. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο, σκύψαμε τα κεφάλια μας και οι δύο κλαμένοι και δεν μπορούσαμε να αρθρώσουμε την επόμενη σκηνή.
Έχουμε συνδεθεί πολύ όλοι. Ξέρουμε ότι η παράσταση που θα κάνουμε είναι ταυτόχρονα και σκληρή και τρυφερή. Νομίζω ότι ο κόσμος να φύγει και προβληματισμένος και συγκινημένος, νομίζω ότι θα πάρει πολλά συναισθήματα από αυτή την παράσταση.


Γιώργο, όταν γνωριστήκαμε ήσουν 19 ετών και δούλευες ως ζαχαροπλάστης. Θυμάμαι στη σκηνή έναν μικρό «σίφουνα», με ενέργεια πάνω στη σκηνή του Θεάτρου Χαλκίδας αλλά ταυτόχρονα υπήρχε και ένας δισταγμός. Σαν να έλεγες «θα ανοίξω αυτή την πόρτα, αλλά δεν ξέρω ακριβώς τι ψάχνω εδώ». Ήταν επειδή έμπαινες σε αχαρτογράφητα νερά ή επειδή ένιωθες ότι το θέατρο σου άνοιγε κάτι μέσα σου που ακόμη δεν ήξερες πώς να το προσεγγίσεις;
Όταν τελείωσα το σχολείο ήθελα να γίνω ηθοποιός. Όμως μου άρεσε και η κουζίνα και ήξερα ότι θα μου δώσει μεγαλύτερη ασφάλεια επαγγελματικά. Όταν ήρθα στο Θέατρο Χαλκίδας δούλευα σε ένα ζαχαροπλαστείο και έτσι από τη μία είχα την ασφάλεια της δουλειάς, ότι βιοπορίζομαι, ότι δεν στηρίζομαι στην οικογένειά μου και από την άλλη έκανα κάτι που με γέμιζε τόσο πολύ. Αισθανόμουν πολύ γεμάτος.
Οπότε σκεφτόσουν ότι η υποκριτική είναι ένα ανασφαλές επάγγελμα.
Από την πρώτη στιγμή ήξερα ότι είναι ένα ανασφαλές επάγγελμα, αλλά ήταν και ότι μπαίνοντας στο Θέατρο Χαλκίδας περνούσαμε τόσο ωραία που μου έφυγε η σκέψη να δώσω σε μια σχολή. Η μέρα μου ήταν γεμάτη. Η Μαρία Βαρδάκα η σκηνοθέτιδά μας μου έβαλε ξανά τη σκέψη.
Θεωρείς ότι αν δεν ήταν εκείνη δεν θα είχες ακολουθήσει τελικά την υποκριτική ή δεν θα είχες βρει τόσο εύκολα τον δρόμο προς αυτή;
Δεν θα το είχα βρει τόσο εύκολα. Η Μαρία μου το είχε πει σε ανύποπτο χρόνο να το σκεφτώ να δώσω σε μια σχολή. Εγώ το είχα προσπεράσει. Δεν το είχα πιστέψει μέσα μου ότι μπορώ να το κάνω επάγγελμα. Έπειτα μου πρότεινε να με προετοιμάσει για εξετάσεις. Της είπα ένα απόγευμα λίγο πριν ξεκινήσει το «Παραμύθι χωρίς όνομα» -η παράσταση που ανεβάζαμε στο Θέατρο Χαλκίδας- ότι μόλις τελειώσουμε σε δύο εβδομάδες θα ξεκινήσουμε να μελετάμε και θα ακολουθήσω ό,τι οδηγία μου δώσει. Αφέθηκα στη Μαρία, με προετοίμασε και έτσι έδωσα εξετάσεις.
Το ξέρεις κι εσύ ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά άλλαξε τελείως η ζωή μου. Είχες έρθει κι εσύ στην Αθήνα για δουλειά φεύγοντας από το θέατρο Χαλκίδας και ήταν κάπως σαν να σε ακολούθησα. Τι ωραία που ήταν!
Ήταν ωραία, αλλά ήταν και δύσκολα. Όταν μπήκες στο Εθνικό Θέατρο, υπήρξε στιγμή που σκέφτηκες «τι κάνω εγώ εδώ;» ή «θα γίνει αυτό που ονειρεύομαι στο μέλλον;». Γιατί ο δρόμος ήταν μακρύς.
Μόνο αυτό σκεφτόμουν. Ήταν πολύ μακρύς ο δρόμος. Θυμάμαι σίγουρα ότι όταν πέρασα στη σχολή ήταν η πιο χαρούμενη και αλλοπρόσαλλη στιγμή. Δεν ήξερα τι θα γίνει, πού είμαι, τι κάνω και πού θα πάει. Δεν υπήρχε κανένας στόχος. Είχα περάσει στη σχολή και ήμουν χαρούμενος.
Ήμουν χαρούμενος που μπήκα σε μια σχολή, που θα γνώριζα νέους ανθρώπους, που θα μάθαινα την τέχνη του θεάτρου και θα διάβαζα κείμενα. Αλλά δεν υπήρχε καθόλου στο μυαλό μου το που θέλω να φτάσω. Ακολουθούσα τη στιγμή. Οι πληροφορίες ήταν πολλές. Νέα πόλη, να έρθω στην Αθήνα, να εγκατασταθώ, να γνωρίσω νέους ανθρώπους.
Από εκεί που βρισκόμουν μέσα σε μια κουζίνα και μαγείρευα ή έβγαζα το μενού της ημέρας, βρισκόμουν σε μια σχολή που έπρεπε από τις 9 το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ να είμαι εκεί να μελετάω, να κάνω εργασίες, υποκριτική, χορό. Ήταν πρωτόγνωρο. Ένας νέος κόσμος. Αλλά με γέμιζε. Ήταν κάτι που εξερευνούσα χωρίς να ξέρω πού θα πάει.
Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε και βλέπω μπροστά μου έναν άνθρωπο που στην ουσία του παραμένει ο ίδιος, αλλά έχει εξελιχθεί σε πολλά επίπεδα. Εσύ βλέπεις αυτή την αλλαγή στον εαυτό σου; Και ποιοι άνθρωποι ή οι εμπειρίες πιστεύεις ότι σε διαμόρφωσαν περισσότερο και σε έκαναν να γνωρίσεις περισσότερα πράγματα για εσένα.
Μου κάνεις αυτή την ερώτηση και συγκινούμαστε επειδή γνωριζόμαστε. Αυτό που κρατάω από όλη αυτή τη διαδρομή μέχρι τώρα, είναι ότι εξελίχθηκα ως άνθρωπος και μετά ως καλλιτέχνης.
Μπήκα σε μια διαδικασία μέσα από τη μελέτη, μέσα από τους ρόλους, μέσα από την ανθρωποπαρατήρηση, που είναι κάτι που μου αρέσει πολύ στη δουλειά μου, το να παρατηρώ τον κόσμο και να το φέρω είτε πάνω στη σκηνή, είτε πίσω από την κάμερα.
Όλο αυτό με έφερε λίγο πιο κοντά στον άνθρωπο, ως προς τις καλές, αλλά και ως προς τις δύσκολες πτυχές. Βλέπω λίγο διαφορετικά τη ζωή, μπαίνω διαφορετικά στα παπούτσια ενός ανθρώπου ή και ενός ήρωα που υποδύομαι. Αυτό είναι και το κομμάτι που με γεμίζει κάνοντας αυτή τη δουλειά. Κάνω αυτή τη δουλειά με γνώμονα να φέρει μια αλήθεια όπως αυτή της ίδιας της ζωής.

Για τα όσα θα σου φέρει το μέλλον έχεις αγωνία ή ανυπομονησία;
Ενώ είμαι πάρα πολύ ανυπόμονος άνθρωπος, ποτέ δεν σκεφτόμουν το μετά. Ρίχνω την προσοχή μου σε αυτό που γίνεται τώρα. Αυτή την περίοδο κάνω πρόβες για το Bacon, γίνεται η προβολή της ταινίας και ετοιμάζομαι και για τα γυρίσματα του "Maestro". Έχω ρίξει όλη μου την προσοχή εκεί και δεν σκέφτομαι τι θα γίνει μετά. Δεν σηκώνομαι με το άγχος τι θα κάνω από τον Σεπτέμβριο.
Μετά από τη φετινή χρονιά που ήμουν σε τόσο ωραίες δουλειές -όπως και πέρσι ήμουν σε ωραίες δουλειές τη “Φαλαινα” και το “Blue Train”- θα ήθελα σίγουρα να βρεθώ και σε ωραίες δουλειές στο μέλλον. Το κύριο για εμένα είναι να βρεθώ σε δουλειές που να μπορώ να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους και να έχουμε κοινή σκέψη για αυτό που θέλουμε να κάνουμε και να είναι ένα κείμενο που να έχει κάτι να πει. Αν έχουν τέτοιες δουλειές θα είμαι και εγώ χαρούμενος.
Κάτι που δεν έχεις ακόμα δοκιμάσει επαγγελματικά και θα το ήθελες; Από έναν ρόλο μέχρι μια εκπομπή στην τηλεόραση.
Δεν ονειρεύομαι μεγάλους ή πιο μικρούς ρόλους. Ονειρεύομαι ρόλους διαφορετικούς, να τσαλακώνομαι, να κάνω διαφορετικά πράγματα. Στο “Maestro”, στην “Τελευταία Κλήση”, στο “Bacon” είναι τελείως άλλοι οι ρόλοι μεταξύ τους. Αυτό μου άρεσε πάντα τόσο πολύ.
Το παιδικό θέατρο είναι κάτι που δεν έχω κάνει, θα ήθελα να το δοκιμάσω. Η παιδική ηλικία είναι για εμένα η πιο σημαντική στη ζωή ενός ανθρώπου.
Υπάρχει ένας πλανήτης που αιμορραγεί και δεν αντέχω να βλέπω παιδιά να υποφέρουν. Θεωρώ ότι απαγορεύεται να στερήσεις την παιδική ηλικία. Είναι τόσο όμορφη. Τόσο αθώα. Ένα παιδί χρειάζεται μια αγκαλιά, φροντίδα, αγάπη, σιγουριά, παιχνίδι, γέλιο.
Θεωρώ ότι είναι σημαντικό να αφηγηθείς μια ιστορία σε ένα παιδί και να ανοίξεις τη φαντασία του. Γιατί η φαντασία των παιδιών είναι απεριόριστη. Αγαπούσα από παιδί τα παραμύθια γιατί έχουν πολύ βαθιά νοήματα.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.