Μενού
russia1905
Η «ματωμένη Κυριακή» της Αγίας Πετρούπολης | YouTube
  • Α-
  • Α+

Ο σπουδαίος Γάλλος στοχαστής Μοντεσκιέ, είχε πει πως «η πολυτέλεια καταστρέφει τις δημοκρατίες. Η φτώχεια καταστρέφει τις μοναρχίες». Και αν για το πρώτο μισό της ρήσης του υπάρχουν σαφείς ενδείξεις, για το δεύτερο υπάρχουν ατράνταχτες αποδείξεις. Μια από αυτές είναι και η «ματωμένη Κυριακή» της Αγίας Πετρούπολης όταν εξαθλιωμένοι άνθρωποι προσπάθησαν, με μια ειρηνική διαδήλωση, να φτάσουν στο παλάτι και να εκθέσουν τα προβλήματά τους στον Τσάρο Νικόλαο Β'. Εκεί, ωστόσο, ήρθαν αντιμέτωποι με τα όπλα της Αυτοκρατορικής Φρουράς. Αυτό που ακολούθησε είναι αυτό που συμβαίνει πάντα όταν άοπλοι διαδηλωτές, βρίσκονται μπροστά στα όπλα των δυνάμεων καταστολής: Μακελειό!

Φτώχεια και πόλεμος

Ήδη από το 1904 η εργατική τάξη της Ρωσίας έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να σκάσει. Ο Ρωσοϊαπωνικός Πόλεμος που οδήγησε σε ήττα τον ρωσικό στρατό και η φτώχεια είχαν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα. Για να αντιληφθεί κάποιος το μέγεθος της φτώχειας, αρκεί μόνο να αναφερθεί πως εκείνη την εποχή, περίπου 700 οικογένειες κατείχαν το ένα έκτο της καλλιεργήσιμης γης. Δύο ακόμα έκτα μοιράζονταν 26.500 τσιφλικάδες, ενώ η υπόλοιπη ανήκε σε δέκα εκατομμύρια αγροτικές οικογένειες, που ζούσαν μέσα σε άθλιες συνθήκες! Οι άνθρωποι κατά εκατοντάδες χιλιάδες εγκατέλειπαν τη γη τους και μετανάστευαν στα αστικά κέντρα με την ελπίδα να βρουν μια δουλειά και να ζήσουν αξιοπρεπώς.

Οι εργάτες και οι αγρότες ζητούσαν από τον Τσάρο μεταρρυθμίσεις προκειμένου να βελτιώσουν το επίπεδο της ζωής τους αλλά εκείνος τους αγνοούσε. Όσο μεγαλύτερη ήταν η αδιαφορία του Τσάρου τόσο μεγάλωνε και η οργή η οποία σταδιακά πήρε μια πιο οργανωμένη μορφή αφού οι εργάτες άρχισαν να οργανώνονται σε μικρές ή μεγαλύτερες συνδικαλιστικές ομάδες και οργανώσεις. Κάποια από τα αιτήματά του ήταν η οκτάωρη εργασία, καλύτερες συνθήκες εργασίας, πολιτικά δικαιώματα αλλά κυρίως η δημιουργία Συντακτικής Συνέλευσης, ενός δικαιότερου, κεντρικού νομοθετικού σώματος.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο μεγάλωνε και το κύμα αντίδρασης και αντίστασης στο τσαρικό καθεστώς. Κομβικό σημείο είναι η μεγάλη απεργία που έγινε στο εργοστάσιο Πιτούλοφ με αφορμή την απόλυση τεσσάρων εργατών. Από εκεί και πέρα οι απεργίες ήταν όλο και πιο συχνές, όλο και πιο μεγάλες (και κυρίως) όλο και πιο οργανωμένες. Μια από αυτές, στις 20 Δεκεμβρίου 1904, στην Αγία Πετρούπολη πήρε τόσο μεγάλες διαστάσεις που εξαπλώθηκε σε πολλές περιοχές της αυτοκρατορίας, όπως στην Πολωνία, τη Φιλανδία και τη Λετονία!

Μέσα σε αυτόν τον αναβρασμό, αναδείχθηκε ως σημαντικό πρόσωπο του κινήματος ο ιερέας Γκεόργκι Γκαπόν. Καταγόταν από την Ουκρανία και ήταν ένθερμος υποστηρικτής του Τσάρου. Η αμφιλεγόμενη αυτή προσωπικότητα θέλησε να έχει τον πρώτο λόγο στις κινητοποιήσεις και ίδρυσε τη «Συνέλευση των Ρώσων εργατών στα εργοστάσια της Αγίας Πετρούπολης» η οποία αποτελούταν μόνο από Ρώσους Ορθοδόξους και ελεγχόταν από την αστυνομία. Αλλά επειδή προφανέστα αντίσταση στον Τσάρο δεν γίνεται από... φίλους του Τσάρου, ο Γκαπόν καταγγέλθηκε από τους μπολσεβίκους πως προσπαθεί να παίξει τον ρόλο του ενδιάμεσου προκειμένου να δημιουργήσει την εικόνα του «πατερούλη τσάρου» που προστατεύει το λαό από τους «αφέντες» τονίζοντας πως αυτό, που το καθεστώς, δεν κατάφερε να το πετύχει με τους χωροφύλακες, προσπαθεί να το πετύχει με τον ρασοφόρο! Το ζήτημα, ωστόσο, είναι πως ο Γκαπόν είχε μεγάλη επιρροή στους θρησκευόμενους εργάτες και έτσι επιχείρησε να βρεθεί μπροστά από τα γεγονότα, διοργανώνοντας μια ειρηνική πορεία προς τα ανάκτορα.

Η «ματωμένη Κυριακή» της Αγίας Πετρούπολης

Μια ημέρα σαν σήμερα, λοιπόν, στις 9 Ιανουαρίου 1905 (22 Ιανουαρίου με το νέο ημερολόγιο), ο ιερέας Γκεόργκι Γκαπόν οργάνωσε μεγάλο συλλαλητήριο στην Αγία Πετρούπολη.Πάνω από 100.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν σε έξι σημεία της πόλης, με σκοπό να κατευθυνθούν στα Χειμερινά Ανάκτορα και να επιδώσουν τα αιτήματά τους στον τσάρο.

Η διαδήλωση ήταν ειρηνική. Ο πατέρας Γκαπόν και οι συνεργάτες του είχαν εγγυηθεί για αυτό. Η αστυνομία φαινόταν να ελέγχει την κατάσταση, αφού επρόκειτο για ένα απολύτως ελεγχόμενο συλλαλητήριο και έτσι ήταν αφού οι χιλιάδες διαδηλωτές συν γυναιξί και τέκνοις προχώρησαν προς τα Χειμερινά Ανάκτορα, κρατώντας θρησκευτικά λάβαρα και τραγουδώντας εκκλησιαστικούς και πατριωτικούς ύμνους, όπως «Ο Θεός σώζοι τον Τσάρο»!

«Μεγαλειότατε, εμείς οι εργάτες και κάτοικοι της Πετρούπολης, ήρθαμε με τις γυναίκες μας, τα παιδιά μας και τους γέροντες γονείς μας, σε σένα, για να βρούμε δικαιοσύνη και προστασία (…) Είσαι η τελευταία ελπίδα της σωτηρίας μας. Μην αρνιέσαι τη βοήθεια στο λαό σου. Βγάλτον απ’ την αθλιότητα και την αμάθεια, βοήθησέ τον να καλυτερέψει την τύχη του. Απάλλαξέ τον απ’ την καταπίεση των κρατικών οργάνων. Γκρέμισε τον τοίχο που υψώνεται ανάμεσα σε σένα και το λαό σου. Σκοπός σου είναι η ευτυχία του λαού, αλλά την ευτυχία αυτή του την αφαίρεσαν», ανέφερε, μεταξύ άλλων, το υπόμνημα με τα αιτήματα που κατέθεσε ο Γκεόργκι Γκαπόν στον Τσάρο. Και θα ήταν πραγματικά εξαιρετικά αστείο και θα προκαλούσε γέλια αν δεν ακολουθούσαν τα όσα τραγικά ακολούθησαν λίγη ώρα αργότερα.

Την ίδια ώρα, οι μπολσεβίκοι του Λένιν μοίραζαν προκηρύξεις που ανέφεραν: «Δεν πρέπει να παρακαλούμε τον τσάρο, δεν πρέπει να ταπεινωνόμαστε μπροστά στον άσπονδο εχθρό μας, αλλά να τον γκρεμίσουμε από το θρόνο. Η απελευθέρωση των εργατών μπορεί να είναι έργο μόνο των ίδιων των εργατών. Μην περιμένετε την ελευθερία ούτε από τους παπάδες, ούτε από τους τσάρους»!

Σε κάθε περίπτωση, σε όποια πλευρά και αν στεκόταν κανείς, όταν η πορεία έφτασε έξω από τα ανάκτορα βρέθηκε μπροστά στα όπλα της Αυτοκρατορικής Φρουράς που άνοιξε πυρ πνίγοντας τη διαδήλωση στο αίμα. Τουλάχιστον 96 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 333 τραυματίστηκαν, σύμφωνα με τον επίσημο απολογισμό. Η τσαρική αντιπολίτευση έκανε λόγο για 4.000 νεκρούς. Ιστορικοί που μελέτησαν το αιματηρό συμβάν, υπολογίζουν τους νεκρούς σε 200 και τους τραυματίες σε 800, από τους πυροβολισμούς και τον πανικό που ακολούθησε.

Ο ιερέας Γκαπόν έφυγε από τη Ρωσία, περιπλανήθηκε για λίγο στην Ευρώπη και όταν επέστρεψε βρέθηκε απαγχονισμένος μέσα στο σπίτι του. Ο Τσάρος Νικόλαος Β΄ προσπάθησε να αποτινάξει από πάνω του την ευθύνη του μακελειού. Ελάχιστοι ήταν αυτοί που τον πίστεψαν. Η φωτιά είχε ανάψει και λίγο καιρό αργότερα ξέσπασε η Επανάσταση του 1905. Η αντίστροφη μέτρηση τόσο για τον ίδιο όσο και για τη μοναρχία στη Ρωσία είχε ξεκινήσει.