Μενού
diamantopoulos
Βασίλης Διαμαντόπουλος | YouTube
  • Α-
  • Α+

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος υπήρξε μία από τις πιο σεβαστές και επιβλητικές μορφές της υποκριτικής τέχνης στην Ελλάδα. Ηθοποιός με σπάνιο εκτόπισμα, βαθιά παιδεία και αδιαπραγμάτευτο ήθος, άφησε πίσω του μία πορεία που σφράγισε το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, υπηρετώντας την τέχνη με συνέπεια για πάνω από μισό αιώνα.

Λίγες ημέρες μετά τα εξεγερσιακά γεγονότα του Πολυτεχνείου το 1995, βρέθηκε καλεσμένος του δημοσιογράφου Μάκη Τριανταφυλλόπουλου στην εκπομπή «Κίτρινος Τύπος» προκειμένου να σχολιάσει τα όσα είχαν συμβεί.

Η συζήτηση εστίασε μεν στα επεισόδια, ωστόσο, ένα μεγάλο μέρος της επικεντρώθηκε και στο ότι οι καταληψίες έκαψαν πολλές ελληνικές σημαίες.

Με δεδομένο πως - αν όχι όλοι - η συντριπτική πλειονότητα των καταληψιών ήταν αναρχικοί το κάψιμο της σημαίας λάμβανε μία αντικρατική διάσταση ενώ παράλληλα ήταν και ένα «προβοκάρισμα» σε αυτούς που τα κανάλια χαρακτήριζαν «αγανακτισμένους πολίτες» αλλά στην πραγματικότητα – όπως αποδείχθηκε αργότερα – ήταν ακροδεξιοί οι οποίοι προκαλούσαν με την ανοχή της αστυνομίας.

Όταν, λοιπόν, ο Τριανταφυλλόπουλος ρώτησε τον Βασίλη Διαμαντόπουλο για το κάψιμο της ελληνικής σημαία αναμένοντας μία ακόμα δήλωση καταδίκης, ο σπουδαίος ηθοποιός έκανε την διαφορά με μία δήλωση... «φωτιά».

«Εγώ πιστεύω τόυτο: Είναι ένα πανί που το έδωσαν σε έναν ράφτη και που το ‘ραψε καταλλήλως και δεν έχει καμία παραπέρα σημασία. Εκείνο που έχει τεράστια σημασία είναι αυτό που υπάρχει πίσω από το σύμβολο. Συμβολίζει μία κοινωνία πολιτισμένη που ξέρει τους στόχους της, μια κοινωνία αποφασισμένη να ορμήσει, να αγωνιστεί. Αυτό, ναι. Το σέβομαι και το προσκυνώ. Αλλά αυτό το πανί που κάψανε, καλά κάνανε και το κάψανε. Γιατί αυτό το πανί αντιπροσωπεύει μια σαπίλα σήμερα. Να διώξουμε τη σαπίλα πρώτα».

Η δήλωση εκείνη είχε προκαλέσει τεράστια αίσθηση και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που επιτέθηκαν στον σπουδαίο ηθοποιό και δάσκαλο της υποκριτικής τέχνης. Κάποιοι, μάλιστα, απαίτησαν να ζητήσει συγγνώμη ή ακόμα και να διωχθεί ποινικά.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, ωστόσο, ήταν μαθημένος στα δύσκολα και διαφορετικός από τους άλλους. Και αυτό φάνηκε και μερικά χρόνια αργότερα ήταν λίγο πριν πεθάνει είχε πει στους δικούς του ανθρώπους πως θέλει η κηδεία του να είναι λιτή και απέριττη, ενώ άφησε εντολή στους συγγενείς του αν το κράτος αποφασίσει να γίνει δημοσία δαπάνη να αρνηθούν την προσφορά. Όπως και τελικά έγινε.

Ο οραματιστής και αντισυμβατικός Βασίλης Διαμαντόπουλος

Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 15 Νοεμβρίου 1920. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μία Ελλάδα που άλλαζε ραγδαία, με κοινωνικές και πολιτικές αναταράξεις.

Από νωρίς έδειξε πως είχε μία κλίση στα γράμματα και στις τέχνες. Υπήρξε ιδιαίτερα φιλομαθής και ανήσυχο πνεύμα.

Ξεκίνησε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή Αθηνών αλλά σύντομα κατάλαβε πως δεν ήταν αυτός ο... δρόμος του. Εγκατέλειψε τη Νομική και άρχισε να σπουδάζει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν.

Ήταν τέτοιο το ταλέντο του που ξεχώρισε αμέσως. Είναι ενδεικτικό, άλλωστε, πως έκανε ντεμπούτο στο Θέατρο Τέχνης το 1942, παίζοντας μαζί με το δάσκαλό του, Κάρολο Κουν, στην ιστορική παράσταση της «Αγριόπαπιας» του Ίψεν!

Μέσα στα επτά επόμενα χρόνια έπαιξε πάνω από 30 ρόλους στο Θέατρο Τέχνης και κάπως έτσι καθιερώθηκε ως ένας από τους πιο σημαντικούς πρωταγωνιστές του ελληνικού θεάτρου παρά το γεγονός πως μέχρι εκείνη τη στιγμή η πορεία του ήταν μικρή.

Η αυστηρότητα της έκφρασης του, η δωρικότητα της παρουσίας του και η εσωτερική έντασή που μετέφερε στη σκηνή, τον έκαναν να ξεχωρίζει χωρίς να καταβάλει κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να το πετύχει αυτό.

«Το όνειρο ενός ηθοποιού, σημαντικού ή ασήμαντου, δεν σταματά ποτέ. Αν ο ηθοποιός θέλει να ’ναι πραγματικά ηθοποιός αλλά και άνθρωπος, τα όνειρά του δεν πρέπει να σταματούν ποτέ. Ευτυχώς η ζωή, η φύση είναι απέραντες, δεν έχουν όρια. Διαφορετικά θα ’μασταν παγωμένοι, νεκροί. Αυτό μας γεμίζει ηδονές, εκπλήξεις. Γι’ αυτό πρέπει ν’ ανακαλύπτουμε διαρκώς. Στόχος του ηθοποιού δεν πρέπει να είναι η διάκριση. Πρέπει να γίνει καλύτερος από τον εαυτό του. Είμαι εναντίον της σύγκρισης. Να διακριθώ σημαίνει να ξεχωρίσω από τους άλλους. Εάν αυτό γίνει αυτοσκοπός είναι λάθος. Δεν πρέπει να προσπαθείς να γίνεις καλύτερος από τους άλλους. Θα πρέπει να γίνεις καλύτερος από τον εαυτό σου», έλεγε ο ίδιος.

Ο ηθοποιός που ήξερε να ονειρεύεται

Πιστός στις κομμουνιστικές του ιδέες (μέλος του ΚΚΕ και του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών) ο Βασίλης Διαμαντόπουλος, στάθηκε πάντα ονειροπόλος. «Εγώ ευτυχώς δεν έχω πάψει να ονειρεύομαι. Δεν έχω πάψει να θέλω. Βέβαια αυτό κοστίζει κόπους, διαψεύσεις. Όμως αυτό δε με πειράζει. Το να αγωνίζεται κανείς είναι κι αυτό μια ηδονή» είχε πει ο ίδιος σε μία συνέντευξη που είχε δώσει στον «Ριζοσπάστη».

Το 1956 μαζί με τη σύζυγό του και επίσης ηθοποιό Μαρία Αλκαίου, προχώρησε στην ίδρυση του Νέου Θεάτρου, επιδιώκοντας να υπηρετήσει ένα πιο απαιτητικό και ποιοτικό ρεπερτόριο και παράλληλα εγκαινίασε το σημερινό θέατρο «Αλάμπρα».

Η επιβολή της χούντας διέκοψε την πορεία του καθώς ο Διαμαντόπουλος αποφάσισε να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα του 1970 συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μιχαλόπουλο και οι δυο τους έγραψαν ιστορία στην τηλεόραση με τη σειρά «Εκείνος κι Εκείνος» με τα κείμενα του Κώστα Μουρσελά να είναι γεμάτα «μπηχτές» για το στρατιωτικό καθεστώς.

Οι χουντικοί ήταν σίγουροι πως τα μηνύματα ήταν εναντίον τους αλλά επειδή δεν μπορούσαν να το αποδείξουν έβαζαν συνέχεια εμπόδια στη σειρά όπως, για παράδειγμα, το να αλλάζουν ημέρα και ώρα στην προβολή της χωρίς να ενημερώνουν κανέναν. Παρά αυτό το γεγονός η σειρά είχε τεράστια επιτυχία και σήμερα θεωρείται ένα από τα «διαμάντια» της τηλεόρασης.

Ο Βασίλης Διαμαντόπουλος γνώρισε μέρες δόξας μέσα από αυτή τη σειρά. «O ηθοποιός ταυτίζεται με το ρόλο του και το κοινό, τον βλέπει σαν ρόλο. Πιστεύω, οτι δεν τυποποιήθηκα στην τηλεόραση, γιατί τα πράγματα που ερμήνευσα ήταν τελείως διαφορετικά.

» Προσπαθώ αυτό που έχω να κάνω να με κεντρίζει δημιουργικά. Αυτό που συχνά με ευχαριστεί, είναι, όταν με σταματούν άγνωστοι άνθρωποι στο δρόμο, οι οποίοι εκφράζουν το θαυμασμό τους λέγοντας: ''Είσαι σπουδαίος άνθρωπος''. Αυτό με εγκαρδιώνει περισσότερο, από αυτούς που λένε: ''Είσαι σπουδαίος ηθοποιός''.

Η τηλεόραση έχει χτυπήσει αποφασιστικά το θέατρο, όμως αυτό το αναγκάζει να προσπαθήσει περισσότερο. Έχει δώσει δουλειά σε πολλούς ηθοποιούς, όμως τους έχει βλάψει ερμηνευτικά με τις ευκολίες της. Πιστεύω, οτι η μεγάλη δύναμη της τηλεόρασης είναι το ντοκιμαντέρ και η είδηση…».

Στον κινηματογράφο δεν είχε την πληθωρική παρουσία άλλων συναδέλφων του, όμως, κάθε του εμφάνιση είχε ιδιαίτερο βάρος. Ο φακός αγαπούσε την πειθαρχημένη ερμηνεία του και τη χαρακτηριστική αυστηρότητα του βλέμματός του. Από τους πιο αναγνωρίσιμους ρόλους του ήταν εκείνος του σκληρού και αυταρχικού γυμνασιάρχη στην ταινία «Νόμος 4000» όπου αποτύπωσε με μοναδικό τρόπο το συντηρητικό πρόσωπο της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Ήταν ο πρώτος ηθοποιός που εμφανίστηκε ζωντανά στην ελληνική τηλεόραση από το κρατικό φορέα της ΕΙΡ το 1966, με το μονόπρακτο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Αυτός και το παντελόνι του».

Το 1981 τιμήθηκε με το βραβείο πρώτου ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Μάθε παιδί μου γράμματα». Η τελευταία του κινηματογραφική εμφάνιση ήταν στην ταινία του Βασίλη Μπουντούρη «Μπίζνες στα Βαλκάνια» το 1997.

Δίδαξε υποκριτική από νέος στις δραματικές σχολές του «Θεάτρου Τέχνης» και του Εθνικού Θεάτρου, ενώ ίδρυσε και δική του δραματική σχολή, που λειτούργησε παράλληλα με το «Νέο Θέατρο». Το 1983 δημιούργησε το «Θεατρικό Εργαστήρι» και το 1994 τη δραματική σχολή «Ίασμος».

Παντρεύτηκε δύο φορές, την πρώτη με την ηθοποιό και ραδιοφωνική παραγωγό Τώνια Καράλη, με την οποία απέκτησε μία κόρη και τη δεύτερη με την ηθοποιό Μαρίνα Γεωργίου, με την οποία απέκτησε ένα γιο.

«Υπάρχουμε επειδή συνυπάρχουμε. Αν απομονωθούμε, όπως συμβαίνει δυστυχώς στις μέρες μας, νομίζω ότι αυτό σημαίνει θάνατο», έλεγε.

Τα τελευταία χρόνια της ζωή του, ο Βασίλης Διαμαντόπουλος αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας (έπασχε από χρόνια, βαριά καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια). Στις 4 Μάη του 1999, εισήχθη   στη Γενική Κλινική Αθηνών λόγω υποκεφαλικού κατάγματος του αριστερού μηριαίου που υπέστη από πτώση. Μία ημέρα σαν σήμερα, ξημερώματα της 5ης Μάη του 1999, άφησε την τελευταία του πνοή από καρδιοαναπνευστική ανακοπή.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.

Φόρτωση BOLM...