Μενού

«Δεν οδηγεί πουθενά» Το Πολυτεχνείο με τα λόγια ενός στρατιώτη

gounelas polytexneio
  • Α-
  • Α+

Κάθε δημοκρατικός πολίτης στην επέτειο του Πολιτεχνείου, φέρνει στο νού έναν εφιάλτη: τανκς, στρατός, αστυνομία, σε πλήρη επίθεση προς φοιτητές, που μάχονταν για την ελευθερία τους. Το καθεστώς δικτατορίας που είχαν επιβάλλει οι συνταγματάρχες Παπαδόπουλος, Παττακός, Ιωαννίδης, είχε περάσει σε κάτι που έμοιαζε με πιο «ήπια» εποχή, με την δοτή κυβέρνηση Μαρκεζίνη, όμως σχεδόν κανένας δεν είχε ξεγελαστεί. Το κίνημα των φοιτητών, ενωνόνταν με τους εργαζόμενους και τον απλό λαό μέσα στο Πολυτεχνείο, ενώ η χούντα βρισκόταν σε πλήρη πανικό.Αυτό το χάος και τον πανικό επιχείρησα να καταγράψω, με την παρακάτω μαρτυρία του Μιχάλη Γουνελά, υπίλαρχου τεθωρακισμένων (1946-2017), η οποία δημοσίευτηκε για πρώτη φορά στο συλλογικό βιβλίο «Όλη Νύχτα Εδώ» (εκδόσεις Καστανιώτη). 

Πρόλογος: «Το άρμα μπορεί να σπάσει την πύλη;»

«Τότε ήμουν υπίλαρχος. 30η Επιλαρχία Μέσων Αρμάτων. Είχαμε τα γαλλικά άρματα, τα ΑΜΧ 30, καινούρια άρματα για εκείνη την εποχή. Εγώ έτυχε εκείνες τις μέρες να είμαι αδειούχος, με τετραήμερη άδεια. Και ξέρεις, ό,τι άκουγα από το ραδιόφωνο,δεν ήμουν απόλυτα ενημερωμένος, δεν ήξερα τι γίνεται.Στου Γουδή εκείνη τη νύχτα έτυχε να φτάσω πρώτος. Πήρα ταξί κι έφτασα πρώτος.

Βρήκα λοιπόν να έχουν ορθώσει πέντε άρματα στην πύλη, μου τα δώσανε, και μου λενε να κατέβω κάτω, χωρίς να ξέρω τι πάω να κάνω Οι φαντάροι δεν ήταν καν δικοί μου.

Μου το είπε ο διοικητής της Επιλαρχίας, που κι αυτός δεν ήταν καν ενημερωμένος. Εντολή να παώ στη συμβολή  Κηφησίας και Αλεξάνδρας, όπου θα με περίμενε ο συνταγματάρχης Γιοβάνης, βοηθός επιτέλάρχου της ΑΣΔΕΝ (έχει πεθάνει)κι απ' αυτόν θα έπαιρνα εντολές.

Εν πάσει περπτώσει, μέχρι να ντυθώ εγώ, να βγάλω πολιτικά και να βάλω στολή, τα άρματα είχαν φύγει, με τους λοχίες. Και με πήγε κάποιος στρατιώτης με το ΙΧ αυτοκίνητο του, και τα βρήκα εκει.

Εκεί λοιπόν δεν υπήρχε κανείς. Ο Γιοβάνης δεν είχε έρθει ακόμα και δεν ήξερα που θα πάω. Υπέθεσα ότι πρέπει να παω στο Επιτελείο. Τα παίρνω και ξεκινάμε για το επιτελείο. Αλλά δεν είδα καμία κίνηση, κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει. Σταματάω να ρωτήσω κάποιον, μόλις σταμάτησα, το 'βάλε στα πόδια, εξαφανίστηκε (γέλια).

Εν πάσει περίπτωσει, βρήκα ένα περιπολικό μετά, με ξαναγύρισε πίσω. Και με ενημέρωσε εκεί πέρα ο Γιοβάνης ότι πάμε Πολυτεχνείο, γιατί η Συντονιστική Επιτροπή των φοιτητών είχε ζητήσει εγγυήσεις.

Δηλαδή κάποιο να σταθεί μεταξύ αυτών και της αστυνομίας. Είχαν προηγηθεί δύο - τρεις μέρες επεισοδίων και καταλαβαίνεις ότι είχε δημιουργηθεί και μια «προσωπική σχέση» αρνητική μεταξύ των εντός ευρισκόμενων και των έξω». 

πολυτεχνείο
Πρωτοσέλιδο Βήματος, πρωί 17ης Νοεμβρίου 1973.

«Κατεβήκαμε την Αλεξάνδρας. Είχαμε κάτι περιστατικά τα οποία είναι ασήμαντα, αφορούσαν αστυνομικούς χτυπημένους. Και καταλαβαίνεις, λέω μέσα μου «Που στο διάολο πάμε;». Δεν ήξερα τι γίνεται. Δεν φανταζόμουνα δηλαδή, ότι είχαν φτάσει τα πράγματα σε τέτοιο σημειό (είναι γεγονός ότι είχαν φτάσει στο αμήν). Βέβαια, για να πούμε και την αλήθεια, το Πολυτεχνείο δεν ήταν Αρκάδι. Να εξηγούμεθα. Δηλαδή, δεν είπαν οι έγκλειστοι ότι «εμείς θα πεθάνουμε εδώ μέσα».

Δεν θυμάμαι τι ώρα ακριβώς φτάσαμε. Πολλή φασαρία. Τα μεγάφωνα μέσα φωνάζανε, μουσικές, συνθήματα, πανό, σήμαιες και τα λοιπά. Χάος. Δακρυγόνα, φωτιές στους γύρω δρόμους, χαμός γινότανε. Και αρχίσανε οι διαπραγματεύσεις, εκεί απέναντι, στον προθάλαμο του ξενοδοχείου «Ακροπόλ».

Εγώ έμπαινα κι έβγαινα, δεν ήμουνα συνέχεια, γιατί είχα και στρατιώτες έξω και έπρεπε να βλέπω τι γίνεται. Τα 'χαμε ορθώσει τα άρματα απέναντι από το Πολυτεχνείο. Και κάποια στιγμή, δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε, κάποια συμφωνία πρέπει να'γινε, άνοιξε μια απ' αυτές τις μικρές πύλες που ήταν μπροστά και βγήκαν καμιά εκατοστή, διακόσιοι.

Αλλά μετά, από μέσα, υπήρξε αντίδραση, και την ξανακλείσαν την πύλη. Τώρα, πίσω από την πύλη ξέρετε τι υπήρχε: αυτοκίνητα, αντιστηρίγματα, ξύλινα και μεταλλικά. Δηλαδή δεν ήταν εύκολο να την ανοίξεις ούτε να τη ρίξεις».

Διαπραγματεύσεις εκτός Πολυτεχνείου

«Από πλευράς φοιτητών, έξω ήταν ο Κυριάκος Σταμέλος, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής τους (αυτός ήταν έντιμο παιδί, να ξέρετε), ήταν ο Λαλιώτης κι ήταν κι ένας Κρητικός της Αρχιτεκτονικής, που έχει χαθεί από την πιάτσα (από τότε έχω να τον ακούσω). Μετά διάβασα και για τον Τζουμάκα, αλλά δεν τον είδα, για να είμαι ειλικρινής. Από αυτά που είδα, κουμάντο έκανε ο Κύριάκος Σταμέλος, αυτής της αντιπροσωπείας που ήταν έξω.

Έξω βέβαια, υπήρχε εισαγγελέας, υπήρχαν εκπρόσωποι της αστυνομίας, ήταν ο συνταγματάρχης Γιοβάνης από πλευράς στρατού ως υπεύθυνος, ας πούμε, που έκανε τις διαπραγματεύσεις, κι ο οποίος, σημειωτέον, είχε και γαμπρό στο Πολυτεχνείο - ήταν αρραβωνιασμένη η κόρη του. Ήταν κι ο Μακρυγιώργος - εξαιρετικός κύριος - και ο Κώστας ο Μπεκιάρης, ασφαλιστής είναι τώρα, κάπου στην πλατεία Κάνιγγος, των Αλεξιπτωτιστών. Και εκεί έπεσαν διάφορες ιδέες. Άλλος έλεγε να πηδήξουν καταδρομείς μέσα, να απωθήσουνε τον κόσμο, άλλος έλεγε να την ανατινάξουμε, άλλος έλεγε να μπούμε από όλες τις πύλες, διάφορα...»

«Κάποια στιγμή, επροτάθη, μάλλον μπαίνοντας μέσα στο «Ακροπόλ», με ρωτήσανε (είχε προηγηθεί συζήτηση): «Το άρμα μπορεί να σπάσει την πύλη;». Λέω «Φυσικά μπορεί να την σπάσει».Τώρα μεταξύ μας, αυτό που δεν σκέφτηκα να κάνω ήταν να την τραβήξουμε - ήταν πολύ εύκολο: Έβαζες μια ρυμούλκα, την τράβαγες, κι έπεφτε. Δεν το σκεφτήκαμε - ήταν και τέτοια η ένταση της στιγμής. Εν παση περιπτώσει, απεφασίσθη να πέσει η πύλη.

Κι εγώ πήρα ένα άρμα και το 'φερα απέναντι, και ο Σταμέλος μαζί με τον Λαλιώτη πήραν ένα τηλεβόα κι έλεγαν: «Συνάδελφοι απομακρυνθείτε, θα πέσει η πύλη» και ξέρω 'γω...Εγώ είχα την εντύπωση πως το 'πε ο Λαλιώτης, αλλά απ' ότι μου λέει ο Σταμέλος (γιατί τον Σταμέλο, μέχρι και πριν τέσσερα πέντε χρόνια τον έβλεπα) «εγώ ήμουνα» λέει, «εγώ είχα τον τηλεβόα».

Εν πάσει περιπτώσει, εκεί απέναντι από την πύλη προφορικά τους τα 'παμε . Καθίσαμε καμιά δύο ώρες εκεί πέρα μέχρι να αποφασιστεί τι θα γίνει. Στη δίκη είδα ότι ετέθη, λέει, μια προθεσμία. Εγώ δεν την αντιλήφθηκα αυτή την προθεσμία, μπορεί να 'γινε όσο έλειπα, δεν το πήρα χαμπάρι, δεν ξέρω αν αληθεύει κιόλας».

«Ανέβηκα πάνω στο άρμα, ο Σκευοφύλακας - τον θυμάμαι-  ήτανε κάτω, είχαν βάλει τον ανθυπασπιστή τον Κωνσταντέλλο να είναι πεζός δίπλα, γιατί είπα του Σκευοφύλακα να κλείσει τη θυρίδα (μην τον χτυπήσει κανένα σίδερο στο πρόσωπο) και θα του χτύπαγε ο Κωνσταντέλλος από πάνω κι εγώ βέβαια με την ενδοεπικοινωνία, μιλάγαμε. Ανοιχτός ο πυργίσκος, ήμουν ο μισός απ' έξω, [άμα το πρόσέξεις στο φίλμ], φαίνεται.

Ανοίξανε - δημιουργήθηκε ένα κενό - και προχωρήσαμε σιγά σιγά με το πυροβόλο πίσω (γιατί άμα το είχαμε μπροστά, μπορεί να καταστρεφόταν, άμα χτυπούσε πάνω στην πύλη) και την σπρώξαμε την πύλη κι έπεσε. Δεν έπεσε με φόρα το άρμα. Πήγε σιγά, ακούμπησε την πύλη και την έριξε.

Από πίσω κάτι αυτοκίνητα και λοιπά, τα καταπλάκωσε. Ανεβήκαμε από πάνω. Πέφτοντας η πύλη, αυτά τα αντιστηρίγματα σπάσανε και μερικά κομμάτια εκσφενδονίστηκαν μακριά. Εκεί τραυματίστηκε η Ρηγοπούλου. Χωρίς να έρθει σε επαφή με το άρμα. Να σας πω και κάτι άλλο: Υπήρχε ένας φωτορεπόρτερ, δεν ξέρω το όνομα του, που τον ήξερε ο Χριστολουκάς, ο αρχηγός της Αστυνομίας Αθηνών.

Του οποίου του επέτρεψαν να ανέβει στην ακραία αριστερή κολώνα, όπως βλέπουμε το Πολυτεχνείο, να τραβήξει φωτογραφίες*. Οι μέσα εσωτερικές κολώνες πέσανε. Οι έξω δεν πέσανε, αλλά κουνηθήκανε. Οπότε αυτός πήδηξε και έπεσε στον Κωνσταντέλλο, ο οποίος ήταν κάτω. Κόντεψε να τον ρίξει πάνω στην ερπύστρια. Εγώ, να σου πω την αλήθεια, δεν τον είχα πάρει χαμπάρι, είχα κρυφτεί πίσω από κάτι σημαίες, κάτι λάβαρα».

(*ήταν ο οπερατέρ και ανταποκριτής του γερμανικού δικτύου ARD, Nίκος Πατσαβός)

κοσμος εξω απο το πολυτεχνείο
Απόγευμα 17ης Νοέμβριου 1973, έξω από το Πολυτεχνείο. | Aylon Film Archives (screenshot).

«Φοβόμαστε μη μας σκοτώσουν»

«Όταν άνοιξε η πύλη εμείς μπήκαμε πρώτοι μέσα, εγώ μάλιστα προχώρησα μ' έναν ανθυπασπιστή, που είχα μαζί μου, σε μια εσωτερική αυλή που είχε το Πολυτεχνείο. Ήταν πολλοί μαζεμένοι μέσα, τους λέω: «Παιδία γιατί δεν βγαίνετε έξω». Λένε «φοβόμαστε μη μας σκοτώσουν». Λέω «έγινε συμφωνία, δεν πρόκειται να πειραχτεί κανένας». Επείσθησαν, άρχισαν να βγαίνουν, βέβαια, η αστυνομία πείραξε από ένα σημείο και μετά...

Είχε γίνει ένας κλοιός από το στρατό, αλλά αυτό δεν επαρκούσε. Έφτανε ξέρω'γω, μέχρι την πλατεία Κάνιγγος. Από 'κει και πέρα τους αναλάμβαναν αστυνομίκοί, αυτό το 'μαθα εκ των υστέρων. Θα σας πω και κάτι άλλο, που θα σας φανεί απίθανο: Τον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών, τον Χριστολουκά, τον είδα και βάσταγε ένα καδρόνι.

Αυτό κατετέθη στο δικαστήριο και είπαν ότι ο Χριστολουκάς κυνηγούσε φοιτητές. Εγώ τον είδα και κυνηγούσε τους αστυφύλακες, σας μιλαώ ειλικρινά (γέλια). Απλώς για να ξέρετε τι κλίμα επικρατούσε εκείνη την εποχή. Όταν μπήκα μέσα, με πλησίασε κάποιος.

Φοιτητής, δεν ξέρω το όνομα του. Πρέπει να ήταν σεσημασμένος από την Ασφάλεια, γιατί είδα κάναν δύο ασφαλίτες που τον περίμεναν από μακριά. Ήρθε, κόλλησε δίπλα μου, με πήγε και στο σταθμό, και μάλιστα, επειδή μου άρεσε ο Θεοδωράκης, μου 'δωσε και μια μπομπίνα του Θεοδωράκη (γέλια). Δεν ξέρω τι έγινε και αν γλίτωσε.

Εγώ τον πήγα από μια πύλη στην Τοσίτσα, σάλταρε κι έφυγε. Δεν ξέρω αν τον βούτηξαν, πάντως τον έβγαλα από 'μέσα. Άμα το γράψεις αυτό, θα πούνε ότι μπήκα μέσα και πήρα και την μπομπίνα με τα τραγούδια, άσ' το να πάει στο διάολο. Και μάλιστα, την άκουγα μετά - είχαμε μαγνητόφωνο στην Επιλαρχία - και μου λέει ο Αθανασόπουλος, ο διοικητής: «Μην τ' ακούς δυνατά, θα μας δέσουνε». Του άρεσε κι αυτουνού ο Θεοδωράκης (γέλια)». 

«Μπήκα και είδα τους τραυματίες που είχαν μεταφέρει από αλλα σημεία. Και ήταν κι ένας υπίατρος από τους καταδρομείς. Και μάλιστά τον είδα που εξέταζε κιόλας. Καταρχάς, ρώτησα για την κοπελιά, τη Ρηγοπούλου. Αυτός με διαβεβαίωσε πως δεν ήταν τίποτα σοβαρό, δεν ξέρω τι έγινε μετά. Ο λοχίας μου, ο Στέλιος ο Εμβαλωμένος, έψαξε πάντως να τη βρει στα νοσοκομεία». 

«Είναι πράγματα που δεν τα 'χω πει, αλλά εν πάση περιπτώσει: Κατεβαίνοντας στο Πολυτεχνείο, στο Πεδίον του Άρεως, δεχτήκαμε μια ριπή. Είχαμε σταματήσει γιατί εκεί μπροστά στο άγαλμα της Αθηνάς, είχαν έναν από εκείνους τους «πρόσθετους αστυφύλακες». Ξέρετε τι ήταν οι πρόσθετοι αστυφύλακες; Ήτανε συνταξιούχοι αστυνομικοί που τους παίρνανε σαν σεκιούριτι σε διάφορα καταστήματα. Γεροντάκια ήτανε, μεγάλοι.

Έναν από αυτούς τον είχανε χτυπήσει και τον είχαν φέρει και τον είχαν ξαπλώσει εκεί πέρα. Και ήταν κι άλλοι, εν ενεργεία αστυνομικοί, οι οποίοι τον περιέθαλπαν, ας πούμε.

Και ξαφνικά, χτύπησε μια ριπή στην εξάτμιση του άρματος. Εγώ εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα τι γίνεται. Εκ των υστέρων, πρέπει να ήταν κάποιοι μέσα από το Πεδίον του Άρεως - στρατιωτικοί, ίσως από τη σχολή Ευελπίδων, που ρίχνανε στον αέρα και την αρπάξαμε κι εμείς, υποθέτω.. Ξέρεις, εκείνη τη στιγμή νομίζεις ότι είναι οπλισμένος αντίπαλος (γέλια). Μετά βέβαια, είδαμε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Ήταν παιδιά μέσα. Κοίτα να δεις, το καθεστώς αιφνιδιάστηκε, γι' αυτό και καθυστέρησε να αντιδράσει. Όταν πήγα εγώ στου Γουδή, ούτε που είχαν ενημερωθεί, απλώς τους είπαν «Στείλτε πέντε άρματα κάτω». 

«Έπεσε η πύλη, σε μισή ώρα φύγαμε. Γυρίζοντας, περάσαμε από τη Σχολή Ευελπίδων. Υποδιοικητής ήταν ο Βοριάς, ταξίαρχος. Οι οποίοι (αξιωματικοί) ήταν όλοι έξω και με σταματήσανε. Απλώς με ρωτήσανε τι έγινε, συζητήσαμε κανένα δεκάλεπτο κι έφυγα. Ανέβηκα τη λεωφόρο Αλεξάνδρας και γύρισα στου Γουδή. Και αυτή ήταν η συμμετοχή μου, δεν είχα άλλη στα γεγονότα».

Νεκροί από «αδέσποτες»

«Γίνονταν φασαρίες στου Ζωγράφου, από 'δω κι από 'κει,..[Από τα τεθωρακισμένα] φύγανε κάποιοι την άλλη μερα, δεν πήγαν στο Πολυτεχνείο, πήγαν στην Αθήνα μέσα. Και εκεί άρχισαν και βάραγαν από 'δω, βάραγαν από 'κει, βάραγαν στα τζάμια, οι γνωστές μ@λ@κι@ς που γίνονται, παιδιά.

Αρχίζει η ψυχολογία του όχλου και του «χαβαλέ». Ο στρατιώτης έχει ένα όπλο και νομίζει ότι είναι παντοδύναμος. Και αυτά που 'γίναν μετά, από τέτοιες μ@λ@κι@ς έγιναν.

Ήταν πολλοί νεκροί από αδέσποτες, πάρα πολλοί. Θυμάμαι, στη δίκη, μια ηλικιωμένη γυναίκα στα Λιόσια σκοτώθηκε την ώρα που έπλενε στη σκάφη, της καρφώθηκε [θραύσμα] από ένα βλήμα πενήντα χιλιοστών που ήρθε από την Ομόνοια, ενδεχομένως. Και δεν μπορούσες να τους ελέγξεις κιόλας. Φαντάσου τώρα ανεπτυγμένος να είσαι στο πρώτο άρμα και οι άλλοι από πίσω. Και ούτε μπορούσες να μιλήσεις στον ασύρματο, με όλη αυτή την οχλαγωγία που γινότανε».

«...δεν πήγαμε για να ρουφήξουμε αίμα, αν νομίζει κανεις ότι πήγαμε να κάνουμε τέτοιο πράγμα»

«Αλλά δε νομίζω ότι [οι στρατιώτες] τους έβλεπαν σαν εχθρούς, δεν το νομίζω [...]. Εμείς εκείνη την εποχή σίγουρα δεν ήμασταν τόσο «προοδευτικοί» όσο είναι οι σημερινοί αξιωματικοί (ο Εμφύλιος ήταν κοντά), πλην όμως ξέραμε κι εμείς ότι κάτι δεν πάει καλά, και το βλέπαμε, και είχαν γίνει αρκετές κινήσεις μέσα στο στρατό, ασχέτως αν έχουν γίνει γνωστές προς τα έξω. Όλοι ξέραμε ότι κάτι είχε στραβώσει!

Ενώ στην αρχή τα πράγματα ήταν διαφορετικά, όλοιο θέλαμε κάποια στιγμή να απεμπλακούμε και να αλλάξει η κατάσταση, κάπως πιο ομαλά. Βλέπαμε ότι δεν οδηγεί πουθενά.

Δεν ήμαστε τόσο μ@λ@κ@ς για να μην ξέρουμε ότι αυτά τα πραξικοπήματα κουβαλάνε το σπέρμα της αυτοκαταστροφής, δε χρειάζεται να είσαι πολιτικός επιστήμονας για να το καταλάβεις. Με άλλα λόγια, δεν πήγαμε για να ρουφήξουμε αίμα, αν νομίζει κανεις ότι πήγαμε να κάνουμε τέτοιο πράγμα. Εγώ με τους περισσότερους είχα την ίδια ηλικία, καταρχάς. Είχα και φίλους μέσα, φοιτητές του Πολυτεχνείου. Και πιστεύω παιδιά, ότι ο στρατός συνέτεινε στο να αποφευχθεί η αιματοχυσία.

Εγώ αυτό το πιστεύω. Συνέτεινε στο να αποφευχθεί περαιτέρω αιματοχυσία. Ήταν πολύ εύκολο σε τέτοιες καταστάσεις, σκεφτείτε τι μπορεί να γίνει: Μια μολότοφ να 'πεφτε τι θα γινόταν...Εγώ δεν φαντάστηκα ότι κινδυνεύουμε. Στη λεωφόρο Αλεξάνδρας κάπου σκέφτηκα: «Τι γίνεται, πού πάμε;» - εκεί που φάγαμε τη ριπή. Αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν υπήρχε περίπτωση. Γιατί, άμα αρχίσεις και συζητάς με τον κόσμο μέσα, πίσω από το κάγκελα, τους έβλεπα ποιοί ήταν και τι θέλανε». 

Google News

Ακολουθήστε το Reader.gr στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο.