Δεν ξέρω αν (θέλω να) είμαι ο άνθρωπος με αγαπημένες τριάδες⋅ τριάδα καλύτερων τραγουδιών, ταινιών, συγκροτημάτων κλπ γιατί συνήθως όλα αυτά τα συνδέω με τις στιγμές, τους ανθρώπους και την εκάστοτε συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι. Επίσης, αν είναι να πω μια τριάδα για κάτι, σίγουρα θα κλέψω, λ.χ. στην τρίτη θέση, θα βάλω δυο μαζί - ξέρω εκνευριστικό. Παρόλα αυτά, είμαι σίγουρα ο άνθρωπος που έχει φυλαγμένα στην άκρη του μυαλού του, όσα έντονα έχει ζήσει και δεν θέλει να ξεχάσει ποτέ. Κι έτσι, όταν έρχεται η ώρα να απαντήσω για τα αγαπημένα μου πράγματα στον κόσμο, θα απαντήσω δίχως σκέψη όσα εμφανίζονται δίχως να ρωτήσουν μπρος στα μάτια μου.
Το τελευταίο διάστημα που συζητάμε για το προσωρινό κλείσιμο του Ηρωδείου, μού έρχεται κάθε φορά στο μυαλό, η πιο όμορφη και συναισθηματικά φορτισμένη συναυλία που έχω ζήσει σε αυτόν τον χώρο. Ήταν η συναυλία του Γιάννη Αγγελάκα στις 3 Ιουλίου του 2023, ο οποίος παρουσίαζε την «Ηλεκτρική Καρέκλα» με τους 100°C, το πολυφωνικό σχήμα Διώνη καθώς και τρίο εγχόρδων. Μια από εκείνες τις συναυλίες που ξεχνάς τι συμβαίνει γύρω σου, ο κόσμος είναι μόνο η σκηνή και όσα συμβαίνουν σε αυτήν. Ήταν επίσης μια βραδιά που έγιναν πολλά, για πρώτη φορά. Πήγα πρώτη φορά σε συναυλία μόνη μου, είδα πρώτη φορά τον Αγγελάκα στο Ηρώδειο και για πρώτη φορά, το ίδιο το Ηρώδειο αλλιώς.

Την περίοδο εκείνη θυμάμαι τον είχαμε δει με τη σειρά: Μάρτιο του '22 στο Fuzz, Σεπτέμβρη του '22 στο Θέατρο Βράχων, Φεβρουάριο του '23 πάλι στο Fuzz ενώ λίγο αργότερα θα ανακοίνωνε τη μεγάλη συναυλία του για τον Ιούλιο του '23 στο Ηρώδειο. Θυμάμαι να κλείνω εισιτήρια κατευθείαν παρόλο που στους υπόλοιπους, το γεγονός ότι θα έκανε live αυτή τη φορά στο Ηρώδειο, δεν ζύγισε περισσότερο από το ότι τον είχαμε δει ήδη πόσες φορές. Εγώ τότε είχα συνδέσει τη δισκογραφία του με πολλές δικές μου στιγμές κι έτσι αποφάσισα να πάω μόνη μου.
«Ω, είναι ωραία στον παράδεισο!»
Ήταν ακριβώς έτσι όπως το είχα φανταστεί. Ένα κατάμεστο Ηρώδειο, περίμενε να δει τον Αγγελάκα. Καθώς έμπαινες στον χώρο, σε αγκάλιαζε η ανυπομονησία που αναδυόταν από τις γεμάτες κερκίδες στα δυο διαζώματα. Στα καθίσματα έβλεπες 20ρηδες, γονείς με παιδιά και μεγαλύτερους σε ηλικία που τον ακολουθούσαν χρόνια. Μ' αρέσουν οι ιστορίες, γι' αυτό θυμάμαι πάνω κάτω τους διπλανούς μου, δυο τύποι γύρω στα 45 που μέχρι να αρχίσει το live συζητούσαν για τη συναυλία που είχαν δώσει οι Τρύπες το '98 στον Λυκαβηττό. Καμιά φορά εύχομαι να είχα και εγώ τέτοιες αναμνήσεις.


Τρία χρόνια μετά, δεν μπορείς να θυμάσαι λεπτομέρειες αλλά συναισθήματα. Και αυτό που με είχε μαγέψει περισσότερο από εκείνη την καλοκαιρινή νύχτα, ήταν πώς είναι δυνατόν τα τραγούδια να μπορούν να μεταμορφώσουν το Ηρώδειο. Από τη δισκογραφία του Γιάννη Αγγελάκα στις Τρύπες και πάλι πίσω. Έναν χρόνο νωρίτερα, είχε κυκλοφορήσει με τους 100º C τον δίσκο «Έχω Κέφια».
Από το πρώτο, πιο σκοτεινό και ατμοσφαιρικό μέρος της συναυλίας, αφιερωμένο στη ζώσα παράδοση, όπου όλοι μας ακούγαμε σαν μαγεμένοι τις ηλεκτρισμένες διασκευές από δημοτικά και ηπειρώτικα πολυφωνικά τραγούδια, περάσαμε στο δεύτερο, το πιο διονυσιακό και εκρηκτικό. Είχε έρθει η ώρα που όση ενέργεια μάζευες μέσα σου, με όσα σε είχαν νωρίτερα φορτίσει τα έγχορδα και τα πνευστά, τώρα μπορούσες να τα εκτονώσεις, να τα μοιράσεις γύρω σου και να τα δώσεις πίσω.
Ο χώρος αυτός, με όλη τη μοναδική ατμόσφαιρα που έτσι κι αλλιώς τον χαρακτηρίζει, εκείνη τη βραδιά έγινε το πιο ντελιριακό venue στον πλανήτη γη. Από μια στιγμή της βραδιάς και μετά, οι καρέκλες είχαν φύγει, οι μουσικοί και ο Αγγελάκας είχαν σηκωθεί και μαζί τους ένα ολόκληρο Ηρώδειο τραγουδούσε και χόρευε με τη ψυχή του - πάντα με σεβασμό στον χώρο - ξεχνώντας και παραμερίζοντας όποια δυσκολία έχει αυτό στα μαρμάρινα καθίσματα του Ωδείου. Νομίζω κάπου εκεί σταματούν οι εικόνες που έχω από εκείνο το βράδυ, ό,τι έμεινε, είναι κάτι κουνημένα βίντεο. Δεν υπήρχε περίπτωση να σταματήσω να χορεύω.
Η νοητή εκείνη γραμμή, η γραμμή του ορίζοντος, αυτή που διαχωρίζει όσα υπάρχουν και συμβαίνουν στη γήινη πραγματικότητα, τον κόσμο που ζούμε, από τα αστέρια, τους αστερισμούς και τους πλανήτες, όλο και κατέβαινε, όσο η πανσέληνος εκτοξευόταν πάνω από τη σκηνή. «Ω, είναι ωραία στον παράδεισο / καθένας βρίσκει όσα πάντοτε ποθούσε», αλήθεια θυμάμαι, δεν μπορούσε να σταματήσει να παίζει μέσα μου αυτός ο στίχος από τη στιγμή που τελείωσε η συναυλία. Θυμάμαι να το λέω στο τηλέφωνο στον Χ. καθώς κατέβαινα τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Κρίμα που δεν παίξανε το «Στον Παράδεισο» εκείνη τη νύχτα.


Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.