Ο Βασίλης Λεβέντης πέθανε σήμερα, αφήνοντας πίσω του μια ζωή σαν κινηματογραφική ταινία. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, επικεφαλής της Ένωσης Κέντρου, καναλάρχης (κανάλι 67), αρχετυπική φιγούρα της trash τηλεόρασης χωρίς να το θέλει, αλλά και βουλευτής του ελληνικού κοινοβουλίου (2015), ύστερα από 23 χρόνια επιμονής και μεγάλων εκλογικών αποτυχιών.
Λίγο πριν ξεκινήσω να γράφω αυτό το κείμενο, είδα ξανά συνεντεύξεις του από τη δεκαετία του 1990, προσπαθώντας να θυμηθώ τον Βασίλη Λεβέντη, να καταγράψω ξανά τις κινήσεις, τους μορφασμούς, τις ατάκες του, τη ζεστή, λαϊκή παρουσία του στην τηλεόραση, που γινόταν μερικές φορές κωμικά ευέξαπτη, αλλά και την παρουσία του στην ελληνική βουλή, που ήταν πιο μεστή, πιο χαμηλών τόνων, σαν να ήταν έτοιμος από καιρό.
Κουβέντες από τα χείλη του Βασίλη Λεβέντη
«Εμείς δεν θέλουμε να πάρουμε τα σπίτια των πλουσίων και να τα δώσουμε στους φτωχούς» (για το κεντρώων ιδεολογικών αποχρώσεων πρόγραμμα του κόμματος του).
«Θα διαλέγατε την Ελλάδα του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του Ανδρέα Παπανδρέου για να πολιτογραφηθείτε;»
«Ο Λαμπράκης νομίζει ότι στο σαλόνι του θα βαφτίζει τον επόμενο πρωθυπουργό της Ελλάδος. Ποιος του το παρέχει αυτό το δικαίωμα, η ανοησία του ελληνικού λαού;»
«κανάλια τηλεοπτικά έχουν, τράπεζες έχουν, ποδοσφαιριστικές ομάδες έχουν, καζίνα θέλουν να πάρουν, πες μου αγόρι μου, μένει τίποτ' άλλο;».
«κάποιος από αυτή την κοινωνία των δυστυχούντων Ελλήνων έπρεπε να βγει τα πει και πήρα εγώ αυτόν τον άχαρο ρόλο»
Πρόκειται για αποσπάσματα από την εκπομπή «Αργά» του Νίκου Μαστοράκη (1994), μια τηλεοπτική συνέντευξη αρκετά φιλική προς τον Βασίλη Λεβέντη, καμιά σχέση με την αντίστοιχη που είχε δώσει προς τον κυνικό και ωμό Βασίλη Ραφαηλίδη λίγα χρόνια πριν (1992) και φυσικά πολύ μακριά από την φθηνή πλακίτσα του Πάνου Παναγιωτόπουλου στην περιβόητη εκπομπή «Προφίλ» με τις κερασμένες πίτσες.
Ποιος είναι επιτέλους ο Βασίλης Λεβέντης;
Ο Βασίλης Ραφαηλίδης του ζητούσε επίμονα να μάθει τι θα κάνει αν καταφέρει να εκλεγεί πρωθυπουργός, δεν πήρε κάποιες απαντήσει πέρα από κάποιες ατάκες που έμοιαζαν με ευχολόγια, ο Νίκος Μαστοράκης του ζητούσε διακριτικά να μη μιλάει κόντρα στους οικονομικά πιο εύρωστους επιχειρηματίες της χώρας, όμως εκείνος συνέχιζε να τα «χώνει» δίχως αύριο. Κάποιος θα έλεγε πως το κάνει από λαϊκισμό, ως ένας μοντέρνος Ρομπέν των Δασών, όμως εκείνος δεν ενδιαφέρεται για ένα τέτοιο ρόλο, είναι ένας πολιτικός που έχει βάλει στο ιερό των αξιών του την ηθική και την προσκυνάει, σαν μια Παναγία χωρίς πρόσωπο.
Ήθελέ εδώ και τώρα οι ζάμπλουτοι της χώρα να αποκαλύψουν στο λαό τα υπερκέρδη τους, δεν είχε ιδέα πως θα το πετύχει αυτό, όμως ΕΠΡΕΠΕ να το πετύχουν αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις, αλλιώς θα είχαν προσπεράσει την ηθική, όπως ο Άπιστος Θωμάς την Βασιλεία του Θεού.
Σε μια εποχή όπως τα μεταμοντέρνα ελληνικά 90ς, αυτά ακούγονται γραφικά. Κανενός το αυτί δεν ιδρώνει στην ιδέα ότι κάποιοι μεγαλοεκδότες προωθούν συγκεκριμένα πρόσωπα για την κυβέρνηση της χώρας, ή ότι κάποιοι επιχειρηματίες κερδίζουν δισεκατομμύρια και φοροδιαφεύγουν. Στην εποχή που το Χρηματιστήριο της Σοφοκλέους μοιάζει ως η σύγχρονη γη της Χανάαν και οι πιστοί κοιτούν τον ουρανό προσευχόμενοι να βρέξει κερδοφόρα blue chips και μετοχές, το "get rich or die tryin" δεν είναι ραπ ύμνος, είναι η μόνη επικρατούσα ηθική, αυτή που ο Λεβέντης αποστρεφόταν. Σε αυτή την εποχή, ο Λεβέντης επιβίωσε ως καλτ φιγούρα.
Καλτ;

Δεν έδειχνε ποτέ πλήρως προετοιμασμένος γι` αυτά που επρόκειτο να ερωτηθεί, γι' αυτό και συμπλήρωνε τις απαντήσεις του με κάμποση γκρίνια, ρητορικά στρογγυλέματα, επίκλησεις στο δράμα και «από το πουθενά» επιθέσεις σε όποιον ένιωθε πως υπονομεύει το προσωπικό του όραμα. Έμοιαζε λίγο με εκείνους τους συγγενείς που λάμβανουν μέρος στις οικογενειακές μας μαζώξεις, που θέλουν πάρα πολύ να μοιραστούν ένα θέμα "hot take" με τους γύρω τους και δεν έχουν κανένα πρόβλημα να προβάλουν για συνοδευτικό επιχείρημα ένα «δεν γ@μιέται, όλοι από το ίδιο βαρέλι είναι».
Πολλές φορές έμοιαζε να μην αξιολογεί τον ανίκτυπο που μπορεί να είχαν οι λεκτικές επιθέσεις του σε σημαντικά πρόσωπα της πολιτικής ζωής. Ή και να μην φοβάται τίποτα και κανέναν, όπως τότε που δέχτηκε ξύλο από οπαδούς αντιπάλων κομμάτων, απλά γιατι πήγε να ψηφίσει. Αν και «καλτ» είχε καταφέρει να ενοχλήσει αυτούς που δεν έπρεπε.
Στα λόγια του μπορούσες να βρεις αποστάγματα μιας πολιτικής σκέψης όντως κεντρώας, που είχε κατακτήσει τον περιβόητο «μεσαίο χώρο», πασπαλισμένης με ράμματα για την γούνα όλων όσων είχαν εξοκείλει από αυτή. Η σκέψη του, πως θα μπορούσε να κοντράρει «το σύστημα» των μεγαλοεκδοτών, των μεγαλοεπιχειρηματιών και των πολιτικών τζακιών, μέσω ενός αυτοσχέδιου τηλεοπτικού καναλιού, αποδείχθηκε μάλλον αγνή.
Τον έπαιρναν στον τηλέφωνο και του έκαναν αστεία, χυδαίες φάρσες, τρολαρίσματα που θα ζήλευε και ο σούπερσταρ της φάρσας, Φουσέκης, τον αντιμετώπιζαν οι τηλεθεατές της εποχής, όπως οι μαθητές ενός σχολείου εκείνον τον καινούριο συμμαθητή με τα σπυριά στο πρόσωπο. Τον σατίρισαν - πολυ διακριτικά - οι «Απαράδεκτοι» με το επεισόδιο με το κόμμα «ΚΟΛΑΝ», τον περιέλαβε ο Μητσικώστας και τον έβαλε στα greatest hits των μιμήσεων του (ο ίδιος ο πρόεδρος είχε εκδηλώσει πικρία για τις μιμήσεις Μητσικώστα πάντως). Πάντα, η διαφορετικότητα στον τρόπο σκέψης, όταν εκδηλώνεται με μια δημόσια παρουσία χωρίς φίλτρο (ενίοτε και χωρίς ειρμό) είναι ο προθάλαμος που ανοίγει την πόρτα στη ζώνη του καλτ.
Όταν τέλειωσαν τα 90ς
Ήταν πιο ήρεμος, πιο «κοντρολαρισμένος» στον τρόπο που συμμετείχε σε έναν τηλεοπτικό διάλογο, πιο έτοιμος να περιγράψει τις θέσεις του κόμματος του, ακόμα και σε ένα «ματς» κόντρα στον Νίκο Χατζηνικολάου, την Χριστίνα Κοραή, τον Δημό Βερύκιο και την Πόπη Τσαπανίδου, πριν από 11 χρόνια, όταν το κόμμα του είχε μπει στην Βουλή. Στο «Αργά» του Θοδωρή Αθερίδη είχε μιλήσει για όλες τις «αμαρτίες» του παρελθόντος του με θάρρος, ακόμα και αυτό το «καρκίνο» που είχε ευχηθεί στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
Είχε αντιμετωπίσει τις αποτυχίες του, ακόμα και τις πιο παταγώδεις και έδειχνε πια, την εικόνα ενός πολιτικού σοβαρού, υποστηρίζοντας ακόμα και μια σκληρή αντιμνημονιακή θέση, στην εποχή του πιο mainstream, ΣΥΡΙΖΑ γ' μνημονίου. 'Ηταν σαν μια βαλκάνια εκδοχή του Τζόνι Κας, αλλά με περιβολή πολιτικού, έτοιμος να τραγουδήσει το "Hurt" ή έστω να περάσει γενεές δεκατέσσερις τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και όλους τους «αρκουδέηδες» που δεν πίστεψαν στο κεντρώο όραμα του.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.