Συνήθως, οι περισσότεροι, ανακαλύπτουμε τον κινηματογράφο εκεί γύρω στα 18-20. Το σινεμά που μάς εκφράζει, τους σκηνοθέτες που μάς δείχνουν έναν νέο κόσμο, τις ταινίες που δεν μοιάζουν με τίποτα από ότι είχαμε δει έως τότε. Στα δικά μου 18-20, για να «ξέρεις» από σινεμά θα έπρεπε να είχες δει τις ταινίες κάποιων ανθρώπων. Στην Κομοτηνή που σπουδάζαμε, στην κινηματογραφική μας ομάδα, στα αφιερώματά μας, βλέπαμε ταινίες του Ταραντίνο, του Κιούμπρικ, του Χίτσκοκ. Ελληνικό σινεμά επίσης.
«Έχεις δει Θόδωρο Αγγελόπουλο;».
Ήμασταν 20 αλλά όσο κι αν θέλαμε να ανακαλύψουμε ό,τι υπήρχε εκεί έξω, κάποια πράγματα φοβόμασταν να τα αγγίξουμε. «Αργός», «Δεν θέλω να δω - ακόμη - τις ταινίες του». Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος φάνταζε στο μυαλό μας κάτι μακριά από εμάς. Το όνομά του, κουβαλούσε μαζί και λέξεις, που δεν θα μπαίναμε από τόσο νωρίς στη διαδικασία να καταλάβουμε. Τις παύσεις, τις σιωπές. Τόσα ξέραμε... Το μόνο που ξέραμε σίγουρα, ήταν η απάντηση στην ερώτηση.
Μεγαλώναμε και η ερώτηση ήταν εκεί. Κάπως έτσι, είδαμε μια μέρα στην ΕΡΤ «Το βλέμμα του Οδυσσέα», ύστερα σε μια προβολή το «Τοπίο στην Ομίχλη». Ο καιρός περνούσε και στο δικό μας υπαρξιακό ταξίδι ενηλικίωσης, η ερώτηση για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, βρήκε τη θέση της στο δίπλα κάθισμα, δείχνοντάς μας σημεία του χάρτη που δεν θα βρίσκαμε ποτέ.
Στη συζήτηση για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, ο καθένας μας μπορεί να συνεισφέρει με τον δικό του τρόπο και από τη δική του οπτική. Ζήτησα από δυο νεότερους αλλά διακεκριμένους σκηνοθέτες, τον Γιώργο Ζωή και τον Δημήτρη Νάκο, να μου μιλήσουν για τη σύνδεση τους τόσο με εκείνον όσο και το έργο του.
Διαβάστε ακόμη: Σαν σήμερα, 24 Ιανουαρίου, σκοτώνεται ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος

Ο Γιώργος Ζώης είχε γνωρίσει τον Θόδωρο Αγγελόπουλο όταν ήταν ακόμη φοιτητής στο Πολυτεχνείο. «Πήγα στο σπίτι του να του πάρω συνέντευξη. Πριν φύγω, ενώ μιλούσαμε για τα πάντα, μου λέει: «Περίμενε, περίμενε». Και άρχισε να σκαρφαλώνει στη βιβλιοθήκη. Μου έφερε τέσσερα-πέντε βιβλία — για τις ταινίες του, αλλά και άλλα — να τα πάρω να τα διαβάσω. Χρόνια μετά, τον πήρα τηλέφωνο στο γραφείο του και του είπα ότι θέλω να δουλέψω ως βοηθός του. Μου απάντησε ότι είχε ήδη πέντε βοηθούς. Του είπα «εντάξει, θα έχεις και έναν έκτο». Γέλασε και είπε "άντε έλα".
Και έτσι μείναμε μαζί έναν ολόκληρο χρόνο. Ακόμα και το καλοκαίρι, όταν όλοι έφευγαν, εμείς καθόμασταν στο γραφείο του Σολωμού. Πολλές φορές πίναμε κρασί το βράδυ και συζητούσαμε. Μου μιλούσε για τους μεγάλους σκηνοθέτες που είχε γνωρίσει. Μου έλεγε, αστειευόμενος, ότι τώρα έπρεπε εγώ να τον πληρώνω για τα ιδιαίτερα».
«Δεν θέλω να πεθάνω σ΄ ένα καφενείο, θέλω να πεθάνω στο γύρισμα»
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ήταν απολύτως συνεπής στο όραμά του. Όπως θα μου πει και ο Γιώργος Ζώης, τον θυμάται να δουλεύει ταπεινά, ακούραστα, από το πρωί ως το βράδυ. «Είχε τον Χρυσό Φοίνικα, το Λιοντάρι, κι όμως έλεγε: Αυτά δεν αξίζουν τίποτα. Κάθε μέρα πρέπει να δουλεύω για την επόμενη ταινία. Άκουγε τις γνώμες όλων για το σενάριό του. Τον ενδιέφερε βαθιά τι έλεγε η νέα γενιά. Φίλτραρε τα πάντα».

«Πηγαίναμε μαζί μέχρι το τρόλλευ για να του δώσω την εφημερίδα μου να διαβάζει ως το Ψυχικό. Τον θυμάμαι στο Βερολίνο στα γυρίσματα να μου λέει ότι κρύωνε. Τον θυμάμαι τον Δεκαπενταύγουστο να μου ζητά να μείνω μαζί του και την κοπέλα μου να του κλείνει το τηλέφωνο λεγοντας του να με αφήσει ήσυχο και ότι αν δεν πάμε διακοπές, θα με χωρίσει. Πήρε ξανα πίσω τηλέφωνο και δεν μπορουσε να σταματήσει απο τα γέλια, και μου είπε «Είναι σκληρό καρύδι». Και μετά: «Πήγαινε. Όταν γυρίσεις, ξαναμιλάμε».
Τον θυμάμαι να περνάει τον δρόμο χωρίς να κοιτάζει και εγώ να του λέω «περίμενε, πρόσεχε». Ήταν πάντα με χιούμορ, με σεβασμό. Θυμάμαι οτι μου έλεγε, εγώ δεν θέλω να πεθάνω σε ενα καφενείο, θέλω να πεθάνω στο γύρισμα. Έτσι τον θυμάμαι. Με τρυφερότητα. Με παιγνιώδη διάθεση. Με αφοσίωση. Μέχρι το τέλος, μέσα στη ζωή και στο σινεμά».

Γεννημένος το 1935 στην Αθήνα, ο Αγγελόπουλος έζησε από κοντά τις πληγές του 20ού αιώνα: τον πόλεμο, τον εμφύλιο, τη δικτατορία. Πληγές που επηρέασαν βαθιά το σινεμά του. Ήδη με τις πρώτες ταινίες του, την Αναπαράσταση, και τις Μέρες του ’36, παρουσίασε στο κοινό κάτι διαφορετικό. Μέχρι και τον Μελισσοκόμο, υπήρξε ο σκηνοθέτης της αριστεράς. Κέρδισε Χρυσό Φοίνικα για την ταινία Μια αιωνιότητα και μια μέρα.
Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού ήταν η ταινία που οδήγησε στον «αφορισμό» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, η πρώτη ταινία της «Τριλογίας των Συνόρων». «Ήταν η πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με το σύμπαν του Αγγελόπουλου», μου αναφέρει ο Δημήτρης Νάκος. «Ήμουν αρκετά μικρός (9), για να καταλάβω την ταινία, θυμάμαι ωστόσο το ιδιαίτερο σύμπαν της, που μού έκανε εντύπωση τότε με τα τοπία στην ομίχλη, τα επιβλητικά κάδρα και τον Λογοθέτη να λέει: «Αν κάνω ένα βήμα, είμαι αλλού»… Μου είχε προξενήσει μεγάλη απορία αυτή η ατάκα, αυτό το «αλλού».
«Πέρασαν αρκετά χρονιά για να ξαναδώ την ταινία και την εκτιμήσω στο σύνολο της. Έχω, όμως, ένα ιδιαίτερο δέσιμο μαζί της, γιατί ανήκει σε έναν κόσμο δικό μου που δεν υπάρχει πια, καθώς πάντα θα τη συνδέω με τον κινηματογράφο, στον οποίο είχα δει την ταινία με τον πατέρα μου, που και οι δύο, εδώ και χρόνια δε ζουν».
«Πέρα, όμως, από τον δικό μου προσωπικό κόσμο, ούτε ο κόσμος που περιγράφει ο Αγγελόπουλος υπάρχει πια, είναι κάπου αλλού. Κι αυτό το αλλού, θα φέρνει τη σκέψη του τι είναι εδώ», προσθέτει ο Δημήτρης Νάκος.
«Ο κόσμος, όμως, της ταινίας συνεχίζει να υπάρχει στη συλλογική μας μνήμη, όπως και κάθε σύμπαν που έφτιαχνε ο Αγγελόπουλος στις ταινίες του. Ένας τόπος πάντοτε, στον οποίο ανήκουν οι ήρωες του και οι ψυχές τους, ένας τόπος που άλλοτε τούς πληγώνει και άλλοτε τους λυτρώνει. Ένας τόπος στη ρίζα του βαθιά ελληνικός και ταυτόχρονα συγκλονιστικά οικουμενικός».
Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μάς χάρισε μερικές από τις σημαντικότερες στιγμές του παγκόσμιου κινηματογράφου. Όλες οι ταινίες του είναι διαθέσιμες στο Cinobo.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.