Μενού

«Με βαριέμαι τόσο πολύ»: Η Άννα Γουίντουρ από το πρώτο ως το τελευταίο εξώφυλλο της Vogue

wintour
AP
  • Α-
  • Α+

Νοέμβριος 1988. Όταν το εξώφυλλο της Vogue φτάνει στους αρμόδιους για την υλοποίησή του, οι περισσότεροι νομίζουν πως έχει γίνει κάποιο λάθος. Ένα μοντέλο από το Ισραήλ ποζάρει ανέμελα ενώ φοράει ένα τζιν παντελόνι. Πρωτόγνωρο για εξώφυλλο του δημοφιλούς περιοδικού. Δεν επρόκειτο για κάποιο λάθος. Ήταν απλώς η αρχή μιας εποχής που θα καθιστούσε την Vogue ναυαρχίδα του κόσμου της μόδας. Η νέα διευθύντρια είχε δώσει το στίγμα της. Το πρώτο εξώφυλλο της Vogue υπό την ηγεσία της Άννα Γουίντουρ πέρασε στην Ιστορία.

Ο «πυρηνικός χειμώνας»

Σπάνια ένα πρόσωπο από τον χώρο της μόδας, που βρίσκεται στα…μετόπισθεν και όχι στις πασαρέλες, είναι τόσο γνωστό. Ακόμη και κάποιος που δεν ασχολείται με τέτοια ζητήματα, εύκολα μπορεί να αναγνωρίσει σε μια φωτογραφία την Άννα Γουίντουρ. Η αύρα της φήμης της που την συνοδεύει «σπάει» γλωσσικά και γεωγραφικά όρια. Σαν να έχει κερδίσει στο σύγχρονο πάνθεον την θέση της (ίσως και με μια δόση σεξισμού) ως η «Σιδηρά Κυρία» που καθορίζει την μόδα. 

Ήδη από την αρχή της καριέρας της, η Γουίντουρ αντιμετώπισε τέτοιου είδους σχόλια από άνδρες ή και γυναίκες που ερμηνεύουν τον δυναμισμό ως bitchiness και την επιτυχία ως σεξουαλικό αντάλλαγμα. Το προσωνύμιο που έμεινε είναι «πυρηνική Γουίντουρ» (nuclear Wintour από το nuclear winter). Ρηχό, βλακώδες και ανούσιο. Πίσω από όλα αυτά, υπάρχει μια ιστορία που αν μείνουμε στην επιφάνεια, θα χάσουμε το νόημα.

Η Γουίντουρ είχε μια σχετικά εύκολη ζωή. Μεγάλωσε σε μια αστική αγγλική οικογένεια χωρίς να αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες. Ο πατέρας της ασχολήθηκε από νωρίς με την δημοσιογραφία και έγινε αρχισυντάκτης της Evening Standard. Η μητέρα της είχε ανάλογα ενδιαφέροντα αλλά ο μεταξύ τους γάμος δεν θα είχε καλό τέλος. 

Μια τραγωδία σημάδεψε τα παιδικά της χρόνια όταν σε δύο χρονών, ο μεγαλύτερος αδερφός της σκοτώθηκε σε δυστύχημα. Η οικογένεια δεν ξεπέρασε αυτή την απώλεια. Η Γουίντουρ καθώς μεγάλωνε δυσκολευόταν με το σχολείο παρά την μεγάλη ευφυΐα της. Το κληροδότημα που άφησε ο παππούς της, βοήθησε στα μετέπειτα εγχειρήματά της και στα πρώτα βήματα στη δημοσιογραφία. 

Όταν επισκέφτηκε κάποια στιγμή το γραφείο του πατέρα της, η εικόνα της έμεινε. Τα επαγγελματικά ραντεβού με συγγραφείς και διανοούμενους, ο ήχος των μηχανών, η μυρωδιά της μελάνης. Σε ηλικία 12 ετών περίπου, έπεσε στα χέρια της μια φόρμα ερωτήσεων. Στην ερώτηση τι θα ήθελε να κάνει όταν μεγαλώσει, δεν ήξερε τι να απαντήσει και στράφηκε στον πατέρα της. «Γράψε ότι θέλεις να γίνεις διευθύντρια της Vogue φυσικά»

Μεγάλωσε την δεκαετία του ‘60 στο Λονδίνο, μια περίοδος επαναστατική και καθοριστική όπου οι δρόμοι της βρετανικής πρωτεύουσας συγκλονίζονταν από αντιπολεμικές διαδηλώσεις και θαμπώνονταν από φανταχτερές βιτρίνες. Τότε, αποφάσισε να υιοθετήσει ένα χαρακτηριστικό κομμάτι της εικόνας της. Το κούρεμά της φιλοτεχνήθηκε από τον Βιντάλ Σασούν. Για την δεκαετία του ‘60, το bob ήταν κοινό. Το κράτησε για πάντα

Εξίσου συναρπαστικό ήταν το ρούχο που σημάδεψε αυτή την περίοδο, η μίνι φούστα. Συχνά, όπως έχει πει η ίδια, έκανε κοπάνα από το σχολείο και μαζί με τις φίλες της, πήγαιναν στην πλατεία Λέστερ στο κέντρο της πόλης για ψώνια. Μάζευε εικόνες που στη συνέχεια θα την διαμόρφωναν, ως προσωπικότητα και ως διευθύντρια.

Οι υπόλοιπες…κοπάνες αφορούσαν το σπίτι. Βράδυ Σαββάτου, ετοιμαζόταν και έπαιρνε το μετρό για να βρεθεί στα κλαμπ και τις ντίσκο της πόλεις. Δεν πήγαινε για να μεθύσει, ούτε απλώς για να περάσει καλά. Έπινε ένα αναψυκτικό και σαν μυστικός πράκτορας «ρούφαγε» εικόνες και πληροφορίες από αυτό το περιβάλλον που συνδύαζε το στυλ, την πολυτέλεια και την διασκέδαση. Πριν τα μεσάνυχτα, ήταν πάντα πίσω στο σπίτι.

«Ποια θέση θέλω; Τη δική σου»

Ο δυναμισμός της συνδέθηκε με το στυλ της. Ασφυκτιούσε μέσα στην σχολική στολή και ήθελε να ξεχωρίζει. Ο τρόπος που συνδύαζε τα ρούχα της ήταν απαράμιλλος. Το τελευταίο που ήθελε ήταν να περνάει απαρατήρητη. Τσαγανό, διεκδικητικότητα, ταλέντο. Τα μυστικά του επαγγέλματος τα έμαθε από τον πατέρα της. «Στο σπίτι μας, η εφημερίδα ήταν το ευαγγέλιο και κάθε φορά που καθόμασταν για φαγητό, συζητούσαμε την επικαιρότητα». Από εκείνον απέκτησε και την εμμονή με τις προθεσμίες. 

Βρέθηκε στη Νέα Υόρκη για να ξεκινήσει μια νέα ζωή. Γνωρίστηκε με τον διευθυντή σύνταξης του ομίλου στον οποίο ανήκε η Vogue. Κέρδισε εύκολα την προσοχή του. Όταν η Γουίντουρ συναντήθηκε με την διευθύντρια του περιοδικού, εκείνη την ρώτησε ποια θέση θα ήθελε να έχει. Της απάντησε αρκετά κοφτά: «τη δική σου»! Η συνάντηση προφανώς τελείωσε άδοξα αλλά κάπως έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα. 

Παίζοντας το παιχνίδι της corporate πολιτικής πίσω από κλειστές πόρτες, με όπλα την άμετρη φιλοδοξία της και το ταλέντο της, έγινε διευθύντρια του περιοδικού τον Αύγουστο του 1988. Τα βρώμικα κουτσομπολιά, όπως πάντα στην καριέρα της, έριχναν βαριά την σκιά τους. Εκείνη την στιγμή, οι φυλλάδες έγραφαν ότι πήρε τη δουλειά γιατί (μαντέψτε!) είχε σχέση με το αφεντικό της.

Δεν το άφησε να περάσει έτσι. Κάλεσε όλους τους συνεργάτες της στο γραφείο της εκείνο το πρωί και τους μίλησε ξεκάθαρα. «Είμαστε στη δεκαετία του ‘80 πια, δεν χρειάζεται μια γυναίκα να κάνει κάτι τέτοιο για πάρει μια θέση». Οι φήμες επέμεναν. Όπως πάντα, έβαλε τα γυαλιά της και συνέχισε την δουλειά. 

eksofilo
Το πρώτο εξώφυλλο της Vogue υπό την Γουίντουρ | Reddit

Το πρώτο χτύπημα αυτής της σιωπηλής επανάστασης θα ερχόταν με το επόμενο εξώφυλλο. Το πρώτο θύμα ήταν ο φωτογράφος του περιοδικού, Ρίτσαρντ Άβεντον, που έκανε αυτή τη δουλειά στα εξώφυλλα από το 1965. Ήταν κάπως παρωχημένος και μονότονος για τη νέα Vogue. Οι οδηγίες ήταν σαφείς στο προσωπικό του περιοδικού. Χρειαζόμαστε φρεσκάδα, ενέργεια, νεανικότητα.

Αντί να απολύσει τον Avedon, τον πέρασε από μια άτυπη οντισιόν. Του ζήτησε να φωτογραφίσει τα μοντέλα για το εξώφυλλο στο δρόμο. Εκείνος δέχθηκε διστακτικά παρόλο που δεν συμφωνούσε με την θεματική. Μάλλον δεν την ικανοποίησε το αποτέλεσμα και του ζήτησε να το ξανακάνει, κάτι που κανένας διευθυντής δεν του είχε ζητήσει μέχρι τότε. Φοβερά προσβεβλημένος παραιτήθηκε και έφυγε.

Αυτό το πρώτο εξώφυλλο έμεινε στην ιστορία. Το μοντέλο ντύθηκε με ένα τζάκετ Κριστιάν Λακρουά αξίας περίπου 10.000 δολαρίων και ένα απλό, ταπεινό τζιν που δεν ξεπερνούσε τα 50 δολάρια. Πρωτοφανές για την Vogue. Όπως δήλωσε η ίδια «ήταν μια δήλωση πως ζούμε σε διαφορετικούς καιρούς κι έχουμε μια διαφορετική άποψη για την μόδα, θέλουμε να την κάνουμε περισσότερη προσβάσιμη, περισσότερο ελεύθερη».

Η Γουίντουρ, όπως την περιγράφουν όσοι δούλεψαν μαζί της, είναι ένας άνθρωπος γεμάτος αντιθέσεις. Απολαμβάνει τις καθημερινές ερωτήσεις των εργαζομένων της, όταν μπαίνουν απροειδοποίητα στο γραφείο της. Μα ταυτόχρονα, απεχθάνεται τις ανούσιες κουβέντες και συζητήσεις. Είναι ανθρώπινη και ταυτόχρονα αποστασιοποιημένη πίσω από τα γυαλιά της. Σέβεται τους γύρω τους αλλά μπορεί αρκετά εύκολα να τους «διαγράψει» σε δευτερόλεπτα. 

Παρά τον δικό μας δικαιολογημένο ενθουσιασμό γύρω από την προσωπικότητα της γυναίκας που καθόρισε την μόδα παγκοσμίως, η ίδια έχει δηλώσει πως δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να γράψει απομνημονεύματα ή κάποια αυτοβιογραφία. Και η κλασσική ταινία ακόμη της δημιουργούσε κάτι μεταξύ αποστροφής και αδιαφορίας.

Με την ίδια ψυχρότητα μάλλον αντιμετωπίζει και τον εαυτό της; 

Στους φίλους της λέει πάντα: «με βαριέμαι τόσο πολύ».

Τώρα που η καριέρα της στο περιοδικό φτάνει στο τέλος, το μόνο σίγουρο είναι πως εμείς δεν την βαριόμαστε καθόλου!

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.