Σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη για δεύτερη φορά πρόεδρος των ΗΠΑ. Όλος ο πλανήτης κρατά την ανάσα του ενώπιον της προεδρικής θητείας του επιχειρηματία, του ινφλουένσερ και όλων των άλλων προσδιορισμών που έχει φέρει στο όνομα του ο Ντόναλντ Τραμπ. Κάποιες φορές νιώθεις ότι η πολιτική ήταν απλά ένα μέσο για να φτάσει στον απόλυτο σκοπό του, να κατάκτησει όχι μια, αλλά δύο φορές την απόλυτη εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών Της Αμερικής. Άβε Καίσαρα Τραμπ, αυτή είναι η ζωή σου.
«Είναι η ψυχολογία το θέμα, το πως να μετατρέψουμε την πόλη σε νικητή»
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Ντόναλντ Τράμπ, ένας τριαντάχρονος επιχειρηματιάς του real estate, έχτιζε (#διπλής) το όνομα του στην πολιτεία της Νέας Υόρκης, μέσα από ανεγέρσεις κτιρίων που έφεραν την υπογραφή του.
Κάθε ακίνητο, ακόμα και ο μυθικών διαστάσεων «Πύργος του Τραμπ», ήταν αποτέλεσμα διαβουλεύσεων του ίδιου και των συνεργατών του με τον Δήμο, με την Πολιτεία, με οποιονδήποτε μπορούσε να του εξασφαλίσει τα απαραίτητα κεφάλαια, συνήθως σε μορφή φοροαπαλλαγών. Με «καύσιμο» 45 εκατομμύρια δολάρια κατάφερε να χτίσει τον «Πύργο» του, και όπως καυχιόταν το 1982 σε εξεζητημένες, δημοσιοσχεσίτικες δηλώσεις του στο BBC, με τέτοιες κινήσεις «χτίζουν ψυχολογία» για την πόλη.
Διαβάστε ακόμη: Ερωτήματα για τον Τραμπ: Τι θα γίνει με τα 34 διαφορετικά σκάνδαλα που τον βαραίνουν;
Πέρασαν λίγα χρόνια, και στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του `80, ο Τραμπ αντιμετώπισε προβλήματα. Ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Έντ Κοχ (με καταβολές από το Δημοκρατικό Κόμμα) έγινε ο πρώτος του εχθρός. O επί 11 χρόνια (1978-1989) δήμαρχος της πόλη ήταν «ανόητος» κατά τον Τραμπ, καθώς διοίκησε μια πόλη έχοντας στο πλευρό του μια ομάδα «τόσο διεφθαρμένη, όσο και ανίκανη».
Ο Κοχ κυνήγησε τον Τραμπ, ζητώντας αυξήσεις σε δημοτικούς φόρους για τα ακίνητα που είχε στην κατοχή του, ενώ μεσολάβησε για να μην αλλάξει έδρα το κανάλι NBC, με προορισμό το Νιού Τζέρσι. Περιέγραψε τον Τραμπ ως «άπληστο, άπληστο, άπληστο» και εξήγησε πως «φαίνεται πως επειδή κάποτε έδωσε 70.000 δολάρια στην υποψηφιότητα μου για τον Δήμο, ζητούσε κάτι σαν αντάλλαγμα. Κι επειδή δεν το πήρε, έγινε εχθρός μου».
Ο Τραμπ ξεκινά να οικοδομεί το προφίλ του «συγκρουσιακού» επιχειρηματία, του ανθρώπου που αποτιμά κάθε πτυχή της κοινωνίας, της πολιτική, της ζωής συνολικά, ως μπίζνες, και απορεί γιατί δεν κάνουν όλοι το ίδιο. Σε συνέντευξη του σε αμερικάνικο μέσο, το 1985, δηλώνει «ελπίζω να δείχνω πιο σκληρός απ' όσο είμαι. Γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα, αυτό που δείχνω είναι άλλο από αυτό που είμαι»
Το πρώτο πολιτικό μανιφέστο
Το 1987, ο Τραμπ αγοράζει διαφημιστικό χώρο (τι πιο σύνηθες!) σε τρεις εφημερίδες των ΗΠΑ, στην Boston Globe, τη New York Times και την Washington Post. Πρόκειται για ένα άρθρο, που φέρει την υπογραφή του, και λέει μεταξύ άλλων: «Γιατί αυτά τα κράτη δεν πληρώνουν τις ΗΠΑ για τις ανθρώπινες ζωές και τα δισεκατομμύρια δολάρια που χάνουμε για να προστατέψουμε τα συμφέροντα τους;».
«Ο κόσμος γελάει με τους πολιτικούς μας, γιατί προστατεύουμε πλοία που δεν μας ανήκουν, μεταφέρουμε πετρέλαιο που δεν χρειαζόμαστε, προορισμένο για συμμάχους που δεν μας βοηθάνε». Αναφέρεται στη συμμαχία του ΝΑΤΟ, στην Ιαπωνία, στη Σαουδική Αραβία και αμφισβητεί τον λόγο που οι ΗΠΑ εμπλέκονται στο Περσικό Κόλπο.
«Βοηθήστε τους αγρότες μας, τους αρρώστους, τους άστεγους, δώστε τους κάτι από τις μεγαλύτερες μηχανές κέρδους που έχει δημιουργήσει η ανθρωπότητα, που δημιουργήσαμε εμείς. Βάλτε φόρους σε αυτά τα πλούσια κράτη, όχι στους Αμερικάνους, μειώστε τους φόρους μας, σβήστε τα χρέη και αφήστε την οικονομία να αναπτυχθεί χωρίς το βάρος του να υπερασπιζόμαστε εκείνους που μπορούν να μας πληρώσουν για το κόστος του να υπερασπιζόμαστε την ελευθερία τους» λεει ο Τραμπ.
Σε δημοσίευμα της Washington Post μαθαίνουμε πως ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, ιδιοκτήτης του πύργου Τραμπ, αξίας 190 εκατομμυρίων δολαρίων, κατασκευαστής καζίνο και πολλών ακόμα κτιριακών συγκροτημάτων, έγραψε το άρθρο. Δεν σκοπεύει όμως να βάλει υποψηφιότητα για πρόεδρος των ΗΠΑ. Δεν έχει καμία πρόθεση, όπως δηλώνει στον Λάρι Κινγκ και στους τηλεθατές της εκπομπής του, εκείνη την εποχή.
«Ακούγεσαι σαν πολιτικός» του λέει ο Λάρι Κινγκ
«Δεν θέλω να γίνω πολιτικός. Είμαι ο μεγαλύτερος χτίστης της Αμερικής» απαντά ο 41χρονος επιχειρηματίας. Παράλληλα, μας δίνει μια εικόνα από το επικοινωνιακό στυλ που υιοθέτησε πιστά, και βλέπουμε μέχρι σήμερα. Επαναλαμβάνει συνεχώς «Οι Ιάπωνες, οι Σαουδάραβες, μας κλέβουν, γελάνε μαζί μας, μας κλέβουν χρήματα, χρήματα που θα έκαναν την Αμερική πιο δυνατή, κι εμείς τα δίνουμε στο να στέλνουμε στρατό, γιατί;».
Διαβάστε ακόμη: «Η Αμερική πέθανε στα 248 της»: Πώς «απάντησαν» οι διάσημοι στη νίκη Τραμπ
«Γι' αυτούς που μας κλέβουν, που γελάνε μαζί μας; Η Ιαπωνία; Δείτε την Ιαπωνία, πανέξυπνοι άνθρωποι, σπουδαίοι επιχειρηματίες, τους εκτιμώ πολύ, αλλά έχουν γελοιοποιήσει την Αμερική, μας κλέβουν το πετρέλαιο...». Επί δυόμιση λεπτά παραληρεί κατά συγκεκριμένων κρατών: Ιαπωνία, Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, και απαξιώνει «πονηρά» το ΝΑΤΟ και τις συμμαχίες του με κράτη ανά τον κόσμο. Δίνει το στίγμα για το ποιος είναι ο εχθρός (εκτός Αμερικής) μέσα από τη διαρκή, σχεδόν παραληρηματική επανάληψη συγκεκριμένων εκφράσεων.
Αυτοπροσδιορίζεται ως Ρεπουμπλικάνος, αν και νιώθει πως δεν ταυτίζεται απόλυτα με τις αξίες του κόμματος (τονίζει πως έχουν μειωθεί σημαντικά τα κίνητρα φοροαπαλλαγών για το real estate, άρα τα συμφέροντα του πλήγονται). Είναι κι αυτό ένα πανέξυπνο τρικ για να δημιουργήσει αμφιβολία στους πολιτικούς του συμμάχους (είναι δωρητής στο κόμμα των Ρεπουμπλικάνων), αλλά και ταυτόχρονα να μην επιβεβαιώνει καμία εικασία περί πιθανής υποψηφιότητας του στις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Θέλει μόνο να δημιουργήσει μια απειλή, για όταν θα έρθει η ώρα του.
«Εσύ, θα δώσεις κάτι από τα εκατομμύρια δολάρια σου στους φτωχούς;» Τον ρωτά τηλεθεατής της εκπομπής.
Ο Τραμπ δεν απαντά ευθέως, αναφέρει και πάλι την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως το πρόβλημα, που δεν δίνει φοροαπαλλαγές, που χρηματοδοτεί πολέμους, και δεν διευκολύνει επιχειρηματίες σαν αυτόν, ώστε να συνεισφέρουν στη λαϊκή τάξη των Αμερικάνων. Είναι πάντως, φοβερός ατακαδόρος. Αποκαλεί "one line artist" τον Έντ Κοχ και τίποτα περισσότερο. Τον απαξιώνει.
Κλείνοντας το κεφάλαιο του Τραμπ στη δεκαετία του `80, ας υπογραμμίσουμε ότι στο «μανιφέστο» του, ισχυριζόταν πως είναι τόσο καλός διαπραγματευτής, που μπορούσε να πείσει τη Σοβιετική Ένωση να αφοπλιστεί πυρηνικά. Μας έλεγε με κάθε τρόπο ότι θα γίνει ένας από τους επόμενους προέδρους των ΗΠΑ, και δεν το πίστευε κανείς. Η ρητορική του σε εκείνη τη συνέντευξη στον Λάρι Κινγκ, είναι σχεδόν απαράλλαχτη με όσα λέει σήμερα.
Παρέα με την Όπρα Γουίνφρι;
Τον Οκτώβριο του 1999 είχε επιβιώσει από ένα σωρό καταστραφές, αλλά το φλερτ με την πολιτική παρέμενε εκεί, κάπου μεταξύ υπονοουμένων και απειλών. Θαυμάζει τον Μπίλ Κλίντον, αλλά θεωρεί τους Δημοκρατικούς «πολύ αριστερούς», αμφιβάλλει για τους Ρεπουμπλικάνους, τους θεωρεί πολύ extreme δεξιούς, και έχει δοσοληψίες με το κόμμα των Ρεφορμιστών, ονειρευόμενος ίσως, να γίνει ο επόμενος Ρος Περό. Σε συνέντευξη του στο CNN, εκθειάζει την Όπρα Γουίνφρι, δηλώνει πως αν έβαζε υποψηφιότητα, τότε θα επέλεγε αυτή την «υπέροχη, ξεχωριστή, σπουδαία γυναίκα» για αντιπρόεδρο του.
Τι έχει προηγηθεί

Τα `90s δεν έχουν ξεκινήσει καλά. Δηλώνει αδυναμία πληρωμής χρεών για τα εξής ακίνητα Trump Taj Mahal (1991), Trump Plaza Hotel και Casino (1992), Plaza Hotel (1992), Trump Castle Hotel και Casino (1992), Trump Hotels και Casino. Πουλάει περιουσιακά στοιχεία εκατοντάδων εκατομμυρίων, ακόμα και εκείνη την αεροπορική εταιρεία που μόλις είχε λανσάρει με το όνομα του, και καταφέρνει να επιβιώσει οικονομικά.
Επίσης, το 1992 παίρνει διαζύγιο από την πρώτη γυναίκα του, και παντρεύεται σχεδόν αμέσως την Μάρλα Μέιπλς, με την οποία διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση. Πουλάει την εικόνα του «γυναικά», του άντρα που εξαργυρώνει την οικονομική του ισχύ με όποια γυναίκα θέλει. Προσπαθεί να μπει στο αμερικάνικο ποδόσφαιρο, αγοράζοντας ομάδα του USFL (ανταγωνιστική λίγκα του NFL), μηνύει το NFL για πρακτικές αθέμιτου ανταγωνισμού ως προς την τηλεοπτική κάλυψη των αγώνων, αλλά δεν καταφέρνει να πετύχει το στόχο του, να μπει σε ομαδα του NFL ως πρόεδρος, καθώς σύσσωμη η λίγκα συσπειρώνεται εναντίον του.
Στο πέρασμα του χρόνου παίρνει ένα μάθημα: Δεν χρειάζεται πια να κερδίζει χρήματα, έχει αποκτήσει περιουσία για άλλες δέκα ζωές. Μπορεί να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο στόχο του, να αποκτήσει ισχύ, να κερδίσει αξιώματα, να επιβάλλει το brand του όπου εκείνος θέλει. Δεν είναι πια ένας real state developer, είναι ένας ινφλουένσερ, πριν ακόμα υπάρξει ο όρος.
Το διαφημιστικό σποτ γνωστής πίτσας, όπου παίζει με την πρώην γυναίκα του, είναι μια από τις εκατοντάδες φορές που ο Τραμπ βρέθηκε στην τηλεόραση χωρίς να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος. Μόνο για να θυμόμαστε πως είναι εκεί, και προετοιμάζει το επόμενο του σχέδιο.
Η ριάλιτι τηλεόραση
Το The Apprentice είναι δημιούργημα του Μαρκ Μπαρνέτ, του πανούργου τηλεοπτικού παραγωγού που έκανε το Survivor μια mainstream απόλαυση για περισσότερα από 20 χρόνια. Με το ριάλιτι "The Apprentice" ένωσε τις τύχες του με έναν άνθρωπο που το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φαίνεται, να υπάρχει στις οθόνες μας και να μας λέει «κάτι», οτιδήποτε μέσα από το προσωπικό του μανιφέστο.
Ο Τραμπ έμπαινε στο γύρισμα σαν ένα γραφικό σκιάχτρο της Αμερικής των Golden Boys, του πυρετού της Wall Street, ένας βετεράνος ροκ σταρ του αμέρικανικου μύθου, έλεγε "You are Fired" (απολύεσαι) σε κάποιον εκ των υποψηφίων «στελεχών», συχνά δεν ήξερε τι να πει και πού να το πει, κι έφευγε. Αρκούσε μόνο αυτό για να συντηρήσει τον μύθο του.
Το ριάλιτι ξεκίνησε να προβάλλεται το 2004, διήρκεσε περίπου δέκα χρόνια, και μέσα σε αυτό το διάστημα ο Τραμπ βίωσε δύο ακόμα χρεωκοπίες, κατάφερε μόνο μια φορά να χτίσει ένα από τα γνωστά του, ακίνητα - «τέρατα» (2007), κι έχασε μια δουλειά στο Ντουμπάι λόγω οικονομικής κρίσης. Το 2010, ασχολείται πλέον με το χτίσιμο γήπεδων γκολφ (!) αν και δεν έχει ξεχάσει τα παλιά του κόλπα, τις επιθέσεις ενάντια σε πρόσωπα σημαντικά, με πολιτική και κοινωνική ίσχυ.
Τοποθετείται ενάντια στον Μπαράκ Ομπάμα, αμφισβητώντας την καταγωγή του. Ο Ομπάμα τον καλεί σε εκδήλωση, αναφέρεται σε εκείνον προσωπικά, τον ειρωνεύεται δημοσίως. Τότε ο Ντόναλντ Τραμπ παίρνει ένα σκληρό μάθημα: Για να επιτεθεί σε κάποιον σημαντικό, και να τον κερδίσει, πρέπει να γίνει ακόμα πιο σημαντικός από εκείνον, να αγοράσει όση ισχύ χρειάζεται, μέχρι να φτάσει εκεί που πρέπει να φτάσει.
Ποιος επηρέασε τον Τράμπ

Από τη δημοσίευσή του το 1974, το βιβλίο The Power Broker έχει επηρεάσει πολλαπλές γενιές αναγνωστών που έμαθαν πώς η υποδομή μιας πόλης και μιας πολιτείας διαμορφώνεται βαθιά από τις φυλετικές και ταξικές προκαταλήψεις των ανθρώπων που βρίσκονται πίσω από τη δημιουργία της, καθώς και από τη δίψα τους για εξουσία. Με άλλα λόγια, μπορεί ένας αυτοκινητόδρομος ή μια υπόγεια διάβαση να κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να αποκλείει ανθρώπους μειονοτικών ομάδων από την ελεύθερη κυκλοφορία τους σε μια μεγαλούπολη; Απ'ότι φαίνεται, ναι.
Ήταν το 2012, όταν ο Υπουργός Μεταφορών Πιτ Μπούτιτζετζ κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης σχετικά με τον σχεδιασμό αυτοκινητοδρόμων, έκανε αναφορά σε μια από τις πιο σοκαριστικές ενότητες του βιβλίου, όπου ο δημοσιογράφος Ρόμπερτ Κάρο περιγράφει πώς ο επιχειρηματίας των κατασκευαστικών ομίλων και μετέπειτα πολιτικός, Ρόμπερτ Μοουζες κατασκεύασε σκόπιμα τις γέφυρες στην Southern State Parkway αρκετά χαμηλές, ώστε να εμποδίζουν τη διέλευση λεωφορείων, αποκλείοντας με αυτό τον τρόπο πολλούς μαύρους κατοίκους από την πρόσβαση στις παραλίες.
Το βιβλίο, το οποίο χρειάστηκε περίπου επτά χρόνια για να γραφτεί, αναλύει με λεπτομέρεια την άνοδο του Μόουζες στην εξουσία. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Yale, το Oxford και το Columbia, ο Μόουζες, ο οποίος γεννήθηκε στο New Haven και μεγάλωσε στη Νέα Υόρκη, έθεσε ως στόχο του την επιτυχία στη διακυβέρνηση της πόλης και της πολιτείας.
Αρχικά, η φιλοδοξία του ήταν να υλοποιήσει τα υψηλά ιδεώδη του προοδευτισμού, υποστηρίζοντας τη δημιουργία και επέκταση όμορφων πάρκων, κατασκευάζοντας αυτοκινητόδρομους και γέφυρες για τη διευκόλυνση της μετακίνησης ανθρώπων σε μεγαλύτερες περιοχές της πολιτείας, και χτίζοντας ιστορικά πολιτιστικά ιδρύματα, στάδια και παραλιακές περιοχές για αναψυχή.
Ο Μόουζες ξεκίνησε την καριέρα του τη δεκαετία του 1920 και του ’30, δουλεύοντας σε διάφορες δουλειές στην πόλη και την πολιτεία, πριν γίνει πρόεδρος της Επιτροπής Κρατικών Πάρκων του Long Island και πρόεδρος του Κρατικού Συμβουλίου Πάρκων. Το 1927, αξιοποίησε μια διετή θητεία υπό τον κυβερνήτη της Νέας Υόρκης, Αλ Σμιθ, ως γραμματέας της πολιτείας για να επεκτείνει γρήγορα την εξουσία του.
Στις επόμενες δεκαετίες, ο Μόουζες θα συγκέντρωνε θέσεις με την ίδια ταχύτητα που τα παιδιά συλλέγουν κάρτες μπέιζμπολ, χρησιμοποιώντας συνεχώς την πονηριά του για να ενισχύσει τον έλεγχό του στην κυβέρνηση της Νέας Υόρκης. Το κλειδί για να ανεβαίνεις, είναι να αποκτάς ισχύ. Ο Μόουζες το έμαθε πολύ γρήγορα.
Με την πάροδο του χρόνου, όπως θα προέβλεπε η λογική του Σαίξπηρ, ο προοδευτικός ιδεαλισμός του Μόουζες κατέρρευσε κάτω από το βάρος της αδυσώπητης φιλοδοξίας του για εξουσία. Το τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και ο έλεγχός του στα δημόσια κονδύλια τον κατέστησαν σχεδόν άτρωτο. Καθώς οι ηγέτες εναλλάσσονταν στα δημαρχιακά και κυβερνητικά γραφεία, ο Μόουζες παρέμενε σταθερός.
Χωρίς να χρειάζεται να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή λογοδοσίας, η αχόρταγη δίψα του για κατασκευές κατέληξε σε τραγωδία. Η αγάπη του για τα αυτοκίνητα απέκλεισε τις πιθανότητες για μαζικές συγκοινωνίες, ενώ ολόκληρες κοινότητες εργαζομένων εκτοπίζονταν μόνο και μόνο για να αποκτήσει πολύτιμη γη για τα έργα του. Αν κάποιος βρισκόταν εμπόδιο στον δρόμο του, ο Μόουζες μετατρεπόταν σε μια ανθρώπινη μπάλα κατεδάφισης. Ο ίδιος ο Μόουζες είχε πει κάποτε: «Αν ο σκοπός δεν δικαιολογεί τα μέσα, τότε τι τα δικαιολογεί;» Ακούγεται σαν κάτι που ο Ντόναλντ Τραμπ θα άκουγε, και θα συμφωνούσε πονηρά.
Και τώρα;
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποσχεθεί ότι «θα γιατρέψει την Αμερική» στη δεύτερη προεδρική θητεία του. Θα την «γιατρέψει» άραγε, απολύοντας και απαξιώνοντας κάθε κρατικό αξιωματούχο που δεν ορκιστεί αφοσίωση στο πρόσωπο του, όπως έλεγε προεκλογικά; Θα αναζητήσει στο πλευρό του αξιωματούχους με αφοσιώση «παρόμοια με αυτή που είχαν οι αξιωματούχοι του Χίτλερ;».
Θα καταφέρει να πετύχει αυτό που οραματίζεται από τη δεκαετία του `80, να απομονώσει την Αμερική από τους συμμάχους της στο NATO; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε αυτά και σε πολλά ακόμα ερωτήματα που γέννησε η προεκλογική διαδρομή του 78χρονου με το πορτοκαλό-ξανθό μαλλί. Είναι μια απρόβλεπτη προσωπικότητα, επιεικά μιλώντας, που λατρεύει, όπως κι ο ίδιος έχει πει, να δείχνει πιο σκληρός απ' όσο πραγματικά είναι. Και λατρεύει να έχει ισχύ. Αυτή μάλλον, είναι η μαγική λέξη για τον Ντόναλντ Τραμπ
Με στοιχεία από New York Times, Washington Post, Foreign Policy.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.