Το όνομα του Ράτκο Μλάντιτς είναι απόλυτα συνδεδεμένο με ένα άλλο όνομα: Σρεμπρένιτσα. Ο Μλάντιτς πέθανε στη φυλακή. Στα 84 χρόνια που έζησε σκόρπισε τον θάνατο στη Βοσνία και ήταν ο διοργανωτής μιας γενοκτονίας που όμοια της δεν είχε δει η Ευρώπη μεταπολεμικά. Μέχρι το τέλος, υπήρξε αμετανόητος. Μέχρι το τέλος, προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα εγκλήματά του στο πλαίσιο ενός σκληρού πολέμου.
Ο γιος ενός αντάρτη

Ο Μλάντιτς γεννήθηκε σε μια επαρχιακή πόλη της σημερινής Βοσνίας, σε περιοχές που κατοικούσαν κυρίως οι Σέρβοι. Ήταν το τρίτο παιδί της οικογένειας. Η μητέρα του ανέθρεψε μόνη της τα παιδιά της αφού ο πατέρας , που ήταν αντιστασιακός, σκοτώθηκε σε μια επιθετική ενέργεια εναντίον της φασιστικής οργάνωσης Ούστασε.
Μεγαλωμένος στα συντρίμμια μιας διαιρεμένης πατρίδας, ο Μλάντιτς βρήκε στον κραταιό Γιουγκοσλαβικό Λαϊκό Στρατό (JNA) όχι απλώς μια επαγγελματική διέξοδο, αλλά το απόλυτο καταφύγιο τάξης, πειθαρχίας και ιδεολογικής πίστης. Για δεκαετίες, υπήρξε το πρότυπο του σοβιετικού τύπου στρατιωτικού: άτεγκτος, προσηλωμένος στο σύνθημα «Αδελφοσύνη και Ενότητα» και απόλυτα ταυτισμένος με τη δομή ενός πολυεθνικού κράτους που έδειχνε ακλόνητο.
Διαβάστε ακόμα: Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα ήταν ό,τι χειρότερο συνέβη στην Ευρώπη μετά τον Χίτλερ
Ως αξιωματικός καριέρας, μετακινούμενος από φρουρά σε φρουρά σε ολόκληρη την επικράτεια, από τα Σκόπια μέχρι το Κοσσυφοπέδιο, υπάκουε τυφλά έναν μηχανισμό που θεωρούσε δεδομένο. Όταν όμως στα τέλη της δεκαετίας του '80 ο κομμουνισμός κατέρρευσε και το εθνικιστικό δηλητήριο άρχισε να διαβρώνει τα θεμέλια της Γιουγκοσλαβίας, ο Μλάντιτς δεν έμεινε στον «αέρα». Ακριβώς όπως πολλοί ανώτατοι αξιωματικοί του στράτευματος, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα ιδεολογικό κενό εξουσίας και επέλεξε να αλλάξει ρότα.
Ο μακελάρης της Σρεμπρένιτσα

Τον Ιούλιο του 1995, ο Ράτκο Μλάντιτς πέρασε αμετάκλητα στη σκοτεινή πλευρά της παγκόσμιας ιστορίας, ηγούμενος της κατάληψης της Σρεμπρένιτσα —μιας περιοχής που είχε κηρυχθεί «ασφαλής ζώνη» υπό την προστασία του ΟΗΕ. Οι εικόνες από εκείνες τις ημέρες παραμένουν ανατριχιαστικές: ο Μλάντιτς περπατούσε στους δρόμους της πόλης, χαμογελούσε στις κάμερες, χάιδευε το κεφάλι ενός μικρού Μουσουλμάνου αγοριού και μοίραζε καραμέλες, διαβεβαιώνοντας τους κατοίκους ότι ήταν απόλυτα ασφαλείς.
Ήταν ένα ψυχρό, θεατρικό προκάλυμμα πίσω από το οποίο εκτυλίσσονταν η μεγαλύτερη θηριωδία στην Ευρώπη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, με τον ίδιο να δηλώνει κυνικά ότι «ήρθε η ώρα να πάρουμε εκδίκηση» σε αυτήν την περιοχή, προσφέροντάς την δήθεν ως δώρο στο σερβικό έθνος.
Αυτό που ακολούθησε δεν ήταν μια αυθόρμητη πράξη βίας εν μέσω χάους, αλλά μια βιομηχανική, ψυχρά υπολογισμένη διαδικασία εθνοκάθαρσης. Μέσα σε λίγες ημέρες, οι δυνάμεις του διαχώρισαν συστηματικά περισσότερους από 8.000 άνδρες και αγόρια Μουσουλμάνους από τις οικογένειές τους. Ο Μλάντιτς αντιμετώπισε τη μαζική εξόντωση ως ζήτημα στρατιωτικών logistics: λεωφορεία και φορτηγά μετέφεραν τα θύματα σε απομακρυσμένες τοποθεσίες, όπου ακολούθησαν μαζικές εκτελέσεις και η χρήση εκσκαφέων για τη ρίψη των σωμάτων σε ομαδικούς τάφους, σε μια οργανωμένη προσπάθεια απόκρυψης του εγκλήματος.
Η σφραγίδα της προσωπικής του ευθύνης αποδείχθηκε περίτρανα από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο τον καταδίκασε αμετάκλητα σε ισόβια κάθειρξη για γενοκτονία και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Για τον Μλάντιτς, η Σρεμπρένιτσα δεν ήταν απλώς μια στρατιωτική επιχείρηση, αλλά η αποθέωση ενός εγκληματικού σχεδίου που μετέτρεψε την κρατική και στρατιωτική ισχύ σε μηχανισμό μαζικού θανάτου, αφήνοντας μια ανοιχτή, αιμορραγούσα πληγή στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία.
Η κληρονομιά που είναι βαμμένη με αίμα

Αν περπατήσει κανείς στους δρόμους του Βελιγραδίου, θα διαπιστώσει ότι ο Ράτκο Μλάντιτς δεν ανήκει μόνο στα ιστορικά αρχεία ή στις κλειστές σελίδες των δικαστικών αποφάσεων της Χάγης, αλλά ζει ανάμεσά στους Σέρβους, αποτυπωμένος στους τοίχους της πόλης. Το πιο χαρακτηριστικό και πολυσυζητημένο παράδειγμα αποτελεί η τοιχογραφία στη συνοικία Vračar, στη συμβολή των οδών Njegoševa και Alekse Nenadovića, όπου ο καταδικασμένος για γενοκτονία στρατηγός απεικονίζεται με στρατιωτική στολή, συνοδευόμενος από ευγνώμονες επιγραφές.
Αυτή η διαρκής «μάχη της μπογιάς» αποκαλύπτει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο το βαθύ τραύμα μιας κοινωνίας που αρνείται να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν της. Η παρουσία του Μλάντιτς στους τοίχους δεν είναι απλώς μια αισθητική παρέμβαση, αλλά η απτή απόδειξη ότι ο εθνικισμός και η βία εξακολουθούν να κανονικοποιούνται και να διαιωνίζονται στον δημόσιο χώρο μετατρέποντας εγκληματίες σε ήρωες.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.