Μενού

«Ψάχνετε κάτι;»: Περάσαμε μία ημέρα στο καφενείο της Βουλής

vouli
Eurokinissi
  • Α-
  • Α+

Θυμάμαι κάποτε, διάβασα μια ιστορία. Όταν ο Όθωνας αποφάσισε να χτίσει το παλάτι του, έψαχνε να βρει την κατάλληλη τοποθεσία. Τρεις υποψηφιότητες υπήρχαν, τρία διαφορετικά σημεία στο κέντρο της τότε Αθήνας. Οι αυλικοί του είχαν μια ιδέα, για να μπορέσουν να βρουν ποιο σημείο έχει την καλύτερη ποιότητα αέρα, και κατά συνέπεια, την καταλληλότητα για να χτιστεί το παλάτι του νέου βασιλιά.

Έτσι, κρέμασαν στο κάθε σημείο ένα φρέσκο κομμάτι κρέας πάνω σε έναν γάντζο. Το κρέας που θα σάπιζε τελευταίο, θα σήμαινε πως το σημείο είχε τον καλύτερο αέρα. Έτσι κι έγινε. Τα χρόνια πέρασαν και το κτίριο που η τοποθεσία του αποφασίστηκε με ένα κομμάτι κρέας, στέκει σήμερα ως το κέντρο της εξουσίας στην Ελλάδα. Τι συμβαίνει μέσα του όμως; 

Είναι αμφίβολο αν οι διάδρομοι του κοινοβουλίου κρύβουν μυστικά. Κάποιοι πονηροί άλλωστε λένε πως τα μεγαλύτερα μυστικά είναι κοινά και σε δημόσια θέα. Ίσως εδώ δεν ψάχνουμε μυστικά αλλά ιστορίες, να γίνουμε μέρος μιας ατμόσφαιρας που είναι «κρυφή». Και νομίζω πως αυτό έχει μεγαλύτερο νόημα. Έχοντας αυτά στο νου μου, πέρασα από την ασφάλεια του κτιρίου και με την ανάλογη διαπίστευση, «χάθηκα» μέσα του. 

«Η διαδρομή κάνει κύκλο»

Η κοινοβουλευτική συντάκτρια, Χριστίνα Κράτση, είχε την απέραντη ευγένεια να μου κάνει ένα μικρό tour στα βασικά σημεία και να μου δώσει απαραίτητες οδηγίες. «Αν χαθείς, να θυμάσαι πως η διαδρομή κάνει κύκλο». Ταιριαστό με την κατάσταση της χώρας, σκέφτηκα κάπως εξυπνακίστικα. Με αυτή την χρήσιμη συμβουλή, συνέχισα μόνος, να χαζεύω τοίχους και ταβάνια σαν περίεργος τουρίστας. 

dali
Ο πίνακας του Σαλβαντόρ Νταλί

Γύρω μου, υπήρχε ιδιαίτερη και σπάνια ομορφιά. Το πέρασμα του ιστορικού χρόνου σε κάνει να ξεχνάς πως κάποτε, μέσα σε αυτές τις αίθουσες έζησαν βασιλιάδες, πρίγκιπες και αυλικοί. Μάλλον αυτό το κτίριο είναι για πάντα προορισμένο να ανήκει στην εκάστοτε εξουσία. Στις γωνίες ή στις εισόδους, υπάρχουν αγάλματα των μεγάλων της αρχαιότητας. Στους τοίχους, σπάνιες ζωγραφιές και καλλιτεχνικά έργα. Στάθηκα σε ένα έργο του Σαλβαντόρ Νταλί, αφιερωμένο στους αγώνες της φοιτητικής νεολαίας της δεκαετίας του '60.

Κάπου εκεί, υπάρχει το εντευκτήριο, το σημείο που μαζεύονται όλοι οι βουλευτές με τους συνεργάτες τους, μάλλον για να «ξεφύγουν». Βαριές μοκέτες, βαθύ χρώμα στους τοίχους και τα αυστηρά πορτραίτα των προέδρων της Βουλής σαν μαντρόσκυλα που προστατεύουν αυτή την ξεχωριστή αίθουσα. Εντάξει, εντάξει, φεύγω!

Η δική μου περιέργεια για τον περιβάλλοντα χώρο, τράβηξε την περιέργεια και τα βλέμματα των υπαλλήλων και όχι μόνο. Η ερώτησή τους ήταν αναμενόμενη και λίγο πιεστική: «ψάχνετε κάτι;»

Το καφενείο, εκεί που οι άνθρωποι που αποφασίζουν για εμάς, είναι ίσως λίγο πιο χαλαροί. 

Η αίσθηση είναι παράξενη. Πρόσωπα που έχεις συνηθίσει να διαβάζεις γι’ αυτά ή να τα βλέπεις στις οθόνες (κινητού και τηλεόρασης), ξαφνικά τα βλέπεις μπροστά σου μέσα στον χώρο που κάνουν διάλειμμα. Παρελαύνουν ζητώντας καφέ, ψάχνοντας φιλικά πρόσωπα ή φλερτάροντας με το πιο λαχταριστό σάντουιτς στη βιτρίνα. Το προσωπικό πρόθυμο να βοηθήσει και ευγενικό προς όλους. Και αν η εξουσία έχει την τάση να κάνει διακρίσεις, για τους καπνιστές δεν υπάρχει καμία. Βρίσκονται σε μια μικρή προέκταση του χώρου, σχεδόν κρυμμένη σαν μυστικό. 

timokatalogos vouli
Ο τιμοκατάλογος του εστιατορίου της Βουλής

Η αίθουσα του καφενείου έχει μια παράξενη ζεστασιά. Ήθελα να αποφύγω τα βλέμματα όλων, απλώς να κρυφτώ σε μια γωνία μα δεν υπήρχε κάποια διαθέσιμη οπότε αναγκαστικά, κάθισα στο κέντρο. Γύρω μου συζητήσεις για το 13ωρο, η τηλεόραση να παίζει το κανάλι της Βουλής (προφανώς) και ο ήχος από τα τακούνια των παπουτσιών να «ταράζει» το ψηφιδωτό μωσαϊκό. 

Η προσοχή μου ήταν στραμμένη στο «ψηφιδωτό» των ανθρώπων. Γύρω μου, οι συνεργάτες των βουλευτών, να συζητούν κουβαλώντας χαρτοφύλακες και φακέλους για το πού θα καθίσει ο καθένας μέσα στην ολομέλεια. Οι βουλευτές και οι βουλεύτριες πηγαινοέρχονται, πότε προς το εντευκτήριο και πότε προς τα τραπεζάκια και το καπνιστήριο. Ανάμεσα σε όλους αυτούς, και οι…θαυμαστές τους.

Καφενείο, κέικ και ο...Βαγγέλης

Αυτός ο ιδιαίτερος τύπος ανθρώπου (για να το πω όσο πιο ήπια γίνεται), καλοβαλμένος, με μανικετόκουμπα, βαριά κολόνια και γυαλιστερά μοκασίνια. Καμαρωτός και συνάμα δουλοπρεπής, σφίγγει το χέρι του εκάστοτε βουλευτή και τον αγκαλιάζει, σαν απεγνωσμένα να προσπαθεί να του αποδείξει την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του. Και το κάνει ξανά. Και ξανά. Ας μην δώσω άλλη σημασία, σκέφτομαι, θα εστιάσω στον καφέ μου και το κομμάτι κέικ. 3,50 ευρώ και τα δύο!

Δίπλα από το καφενείο, υπάρχει ένα τύπου περιπτεράκι με ψιλικά. Όποιος ξέρει από τα «κατατόπια» της Βουλής, ξέρει πως ο άνθρωπος που το χειρίζεται, έχει να πει πολλά. Ο Βαγγέλης φαίνεται να είναι μια ιστορία της Βουλής από μόνος του. Σχεδόν όλοι όσοι περνάνε από μπροστά του, σταματούν για να του πουν μια κουβέντα. Ανταλλάσουμε μια ζεστή χειραψία και νιώθω πως αυτός ο άνθρωπος έχει μια ανεπιτήδευτη λαϊκότητα που είναι σαν φρέσκος αέρας. Σε «κόβει» με το μάτι χωρίς πολλά πολλά. 

Αποφασίζω να ολοκληρώσω αυτή τη μικρή περιοδεία, ανεβαίνοντας στα θεωρεία. Εκείνη την ημέρα, η ολομέλεια συζητούσε άρσεις ασυλίας βουλευτών αλλά η συζήτηση κατέληξε στο νομοσχέδιο για το 13ωρο. Η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια, όπως άδεια ήταν και τα θεωρεία.

olomeleia
Η είσοδος της Ολομέλειας

Ο χώρος είναι αρκετά στενός. Φαντάσου αν ήταν γεμάτος τι θα γινόταν, ψέλλισα χαμηλόφωνα. Το στρίμωγμα το ένιωσα πολύ περισσότερο όταν προσπάθησα να καθίσω σε μια από τις θέσεις. Ξεπερνώντας το body shaming που έκανα στον εαυτό μου, υπέθεσα πως ο χώρος είναι μάλλον επίτηδες διαμορφωμένος έτσι.

Σε κάθε περίπτωση, χάζεψα τη συνεδρίαση από ψηλά. Προσπάθησα να φέρω στο μυαλό μου όλες τις στιγμές της πολιτικής ιστορίας που αν τα έδρανα είχαν φωνή θα μπορούσαν να διηγηθούν, τις ιστορίες των ανθρώπων που πέρασαν από τους διαδρόμους της εξουσίας και δεν είναι πια εδώ. Βέβαια, ο «ξύλινος» κοινοβουλευτικός λόγος βοήθησε αρκετά να βυθιστώ σε αυτή την ονειροπόληση.

Επανήλθα στην πραγματικότητα και κατευθύνθηκα προς την έξοδο. Πήρα την ταυτότητά μου από τους εργαζομένους που με κοίταξαν με αδιαφορία. Άλλωστε για εκείνους ήταν άλλη μια μέρα στην δουλειά. Καθώς απομακρύνθηκα, σκεφτόμουν τη φράση που μου είπε ο Βαγγέλης πριν, λίγο παιχνιδιάρικα και λίγο για να «σπάσει» την σοβαροφάνεια του χώρου: 

«Πώς το βλέπεις, λεβέντη; Ψηλοτάβανο ε;»

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στις Έφη Μπαρμπάτση και Χριστίνα Κράτση.

Google News

Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.