Για πολλά χρόνια, η εικόνα των ρομπότ που θα αντικαθιστούν τους ανθρώπους στην παραγωγή, έμοιαζε με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, πλέον η τεχνολογία εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Με τα ανθρωποειδή ρομπότ που ξεκινούν να βρίσκουν εφαρμογή σε πραγματικές θέσεις εργασίας στην Κίνα και να αντικαθιστούν εώς και το 60% των εργαζομένων σε ορισμένες περιοχές, το ζήτημα δεν είναι πια αν η ρομποτική θα επηρεάσει την εργασία – γιατί αυτό ήδη έχει αρχίσει να συμβαίνει-, αλλά αν υπάρχει έστω και ένα επάγγελμα που θα παραμείνει ανέγγιχτο από το επερχόμενο κύμα αυτοματισμού.
«Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα διαμορφωθούν θεσμικά αντίβαρα και ρυθμιστικά εργαλεία που θα εξισορροπήσουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της μετάβασης αυτής», όπως αναφέρει στο reader η Διάνα Βουτυράκου, Robotics Software Engineer, Lely και Δρ. Ηθικής της Τεχνητής Νοημοσύνης.

«Κανένα επάγγελμα δε θα μείνει ανεπηρέαστο»
Η ρομποτική θα βρίσκει όλο και μεγαλύτερη εφαρμογή στην καθημερινότητά μας - από την αυτοματοποίηση χειρωνακτικών εργασιών, έως τα ρομπότ συντροφιάς και βελτίωσης της ποιότητας ζωής του ανθρώπου.
«Σε αυτές τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, θεωρώ πως κανένα επάγγελμα δεν θα μείνει ανεπηρέαστο. Ωστόσο, ο βαθμός αντικατάστασης του ανθρώπινου παράγοντα από ρομπότ, εναλλακτικά, ο βαθμός αυτονομίας του ρομπότ, ποικίλλει ανάλογα με το είδος του επαγγέλματος.
Σε επαγγέλματα που προϋποθέτουν άμεση και προσωπική επαφή με τον άνθρωπο, όπως για παράδειγμα η ψυχολογία, η εκπαίδευση, και η ιατρική, η ύπαρξη ανθρώπινου παράγοντα θα συνεχιστεί, καθώς η ανάπτυξη διαπροσωπικής σχέσης και η καλλιέργεια ασφάλειας, έμπνευσης, ενσυναίσθησης και εμπιστοσύνης είναι δύσκολο να επιτευχθούν στη σχέση ανθρώπου-μηχανής.
Παράλληλα οι νομικές επιπτώσεις ενός ενδεχόμενου λάθους (πχ, εσφαλμένη διάγνωση) καθιστούν την ανθρώπινη εποπτεία σημαντική. Παρόλα αυτά, ακόμα και σε τέτοιου είδους επαγγέλματα, είναι αναμενόμενο ότι θα υπάρχει “συνδιαλλαγή” ή “διάλογος” μεταξύ επαγγελματία και αυτοματοποιημένου συστήματος. Αυτό είναι προφανές ότι θα επηρεάσει τη μορφή και φύση της εργασίας, ενώ ενδέχεται να μετατρέψει τον/την επαγγελματία σε χειριστή ή επόπτη του συστήματος», εξηγεί η Δ. Βουτυράκου.
Με αφορμή τις εξελίξεις στην Κίνα, η οποία πια πρωτοπορεί κάνοντας ευρεία χρήση ρομποτικών συστημάτων, οι αλλαγές που μας αφορούν ως εργαζόμενους, είτε είναι ήδη εδώ, είτε καθοδόν.
«Ενδεικτικά, μόνο το 2025, 295.000 ρομπότ εγκαταστάθηκαν σε κινεζικές βιομηχανίες και βρίσκουν εφαρμογές από τον τουρισμό και τη φιλοξενία έως τον ιατρικό κλάδο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υιοθέτηση ρομποτικών συστημάτων οδήγησε σε μείωση του ανθρώπινου προσωπικού έως και 60%, όπως π.χ. στο λιμάνι της Τζιαντζίν.
Ειδικότερα προσμετρώντας την σύζευξη ρομποτικών συστημάτων με τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες επίσης εξελίσσονται ραγδαία, μια πρόβλεψη σχετικά με το ποιοι κλάδοι και ομάδες εργαζομένων θα επηρεαστούν, με ποιον τρόπο και πότε θα συμβεί αυτό, καθίσταται ιδιαίτερα δύσκολη. Το σίγουρο είναι ότι και να μη βιώσουμε την καθολική εφαρμογή της ρομποτικής, θα γίνουμε σε κάποιο βαθμό χειριστές ρομποτικών μηχανημάτων εντός της εργασίας μας και της καθημερινότητάς μας», επισημαίνει.

«Χρειάζεται πολιτική βούληση ώστε η τεχνολογία να λειτουργεί με όρους ανθρωποκεντρικούς»
Οι αλλαγές αυτές δεν θα εφαρμοστούν ταυτόχρονα και καθολικά. Οι ανισότητες μεταξύ χωρών θα παίξουν κρίσιμο ρόλο, αφού μία οικονομικά ανεπτυγμένη και μία αναπτυσσόμενη χώρα δεν θα παράξουν, προμηθευτούν και επωφεληθούν από την τεχνολογία με τον ίδιο τρόπο. Στο ατομικό επίπεδο, η εγκατάσταση ρομποτικών συστημάτων στην εργασία και την καθημερινότητα εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
«Βασικές παράμετροι είναι η οικονομική και γνωσιακή προσβασιμότητα, εάν δηλαδή ο πολίτης θα έχει την οικονομική δυνατότητα και τις απαραίτητες τεχνικές δεξιότητες ώστε να επωφεληθεί από μια ρομποτική εργασία ή όχι. Για αυτό και δεν πρέπει να απουσιάζει από το δημόσιο διάλογο η αξία του πληροφοριακού γραμματισμού, με σκοπό οι πολίτες να κατανοούν πως να επεξεργάζονται και να αξιολογούν τα παραγόμενα αποτελέσματα των τεχνολογικών μέσων που χρησιμοποιούν, και δη τα πιθανά σφάλματα τους.
Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το πότε θα δούμε τις ριζικές αλλαγές που ευαγγελίζεται η ρομποτική τεχνολογία, αυτό που ήδη απουσιάζει είναι η πολιτική βούληση καθώς και η θέσπιση νομοθετικών εργαλείων ώστε να διασφαλιστεί ότι η τεχνολογική πρόοδος θα λειτουργεί με όρους ανθρωποκεντρικούς και όχι με όρους κεφαλαίου και κέρδους. Συνεπώς η ανάπτυξη της ρομποτικής δεν είναι ζήτημα αμιγώς τεχνολογικό, ούτε ουδέτερο ιδεολογικά, αλλά βαθιά κοινωνικοπολιτικό και θα πρέπει -επιτέλους- να αντιμετωπίζεται ως τέτοιο».
«Επιπτώσεις σε ηλικιωμένους και εργαζόμενους χωρίς ανώτερη εκπαίδευση»
Σε αυτό το πλαίσιο, το θέμα είναι αν κινδυνεύει περισσότερο ο εργάτης στο εργοστάσιο που αντικαθίσταται από ένα ανθρωποειδές ή ο υπάλληλος γραφείου που αντικαθίσταται από το software.
«Πριν λίγα χρόνια, θα απαντούσα με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Ότι δηλαδή μπορεί κάποια επαγγέλματα να χαθούν, κυρίως με την αυτοματοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας, αλλά θα δημιουργηθούν νέα, όπως λόγου χάρη προγραμματιστές, κατασκευαστές, και συντηρητές των συστημάτων αυτών. Δυστυχώς, οι εξελίξεις με οδηγούν σε πιο απαισιόδοξες προβλέψεις. Πρώτον τα επαγγέλματα που θα δημιουργηθούν απαιτούν κατάλληλη εκπαίδευση και τεχνολογικό υπόβαθρο, γεγονός που καθιστά δύσκολη την προσαρμογή σε αυτή τη νέα εργασιακή πραγματικότητα σε ανθρώπους χωρίς τις απαραίτητες γνώσεις. Αυτό επηρεάζει κυρίως εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας ή/και χωρίς πανεπιστημιακή/ανώτερη εκπαίδευση, χωρίς ωστόσο να περιορίζεται μόνο σε αυτούς. Δεύτερον, οι θέσεις εργασίας που θα χαθούν φαίνεται πως θα είναι δυσανάλογα περισσότερες από αυτές που θα δημιουργηθούν.
Ταυτόχρονα βιώνουμε για πρώτη φορά τη μαζική αντικατάσταση της πνευματικής (και όχι μόνο χειρωνακτικής) εργασίας, καθώς εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης υπεισέρχονται σε τομείς δημιουργίας περιεχομένου όπως διαφήμιση, μάρκετινγκ, ακόμα και αρθρογραφίας, ενώ άλλες εφαρμογές ΤΝ υπόσχονται παραγωγή κώδικα εφάμιλλη με ολόκληρης ομάδας προγραμματιστών. Ο κίνδυνος αντικατάστασης του ανθρώπινου δυναμικού από τέτοια εργαλεία είναι παραπάνω από εμφανής. Ήδη έχουμε σχετικά παραδείγματα, όπως την αντικατάσταση αυτούσιων τμημάτων εξυπηρέτησης πελατών από chatbots βασισμένα στην ΤΝ.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αφορά στα επαγγέλματα εκτέλεσης παρόμοιων και επαναλαμβανόμενων ενεργειών, είτε αυτό αφορά μία εργοστασιακή γραμμή παραγωγής, είτε καθήκοντα διοικητικών υπαλλήλων και γραμματειακής υποστήριξης. Αντίθετα, τα επαγγέλματα που (φαίνεται να) διατρέχουν τον μικρότερο κίνδυνο είναι αυτά που βασίζονται στη δημιουργικότητα και την παραγωγή νέας γνώσης (έρευνα και καινοτομία), αφού η υπάρχουσα τεχνολογία αφορά κυρίως στη σύνθεση πληροφοριών και στην εξαγωγή συμπερασμάτων από προϋπάρχοντα δεδομένα», υπογραμμίζει η Δ. Βουτυράκου.

Μείωση κόστους και αύξηση παραγωγικότητας προς όφελος των εταιρειών
Σύμφωνα με την ίδια, σε ένα ιδεολογικό πολιτικό πλαίσιο όπου κυριαρχεί η λογική της μεγιστοποίησης του κέρδους, το κίνητρο αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας από ρομπότ είναι σαφές: μείωση κόστους και αύξηση παραγωγικότητας. Η αυτοματοποίηση, επομένως, εμφανίζεται ως λογική και αναμενόμενη επιχειρηματική επιλογή. Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι η τεχνολογία που αναπτύσσεται σήμερα δεν αποτελεί δημόσιο αγαθό, αλλά ελέγχεται κατά κύριο λόγο από μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες κατέχουν τα δικαιώματα, τα δεδομένα και τις υποδομές.
Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση της παραγωγικότητας και του παραγόμενου πλούτου δεν διαχέεται αυτόματα στην κοινωνία, αλλά συγκεντρώνεται σε περιορισμένο αριθμό ατόμων. Όταν τα μέσα παραγωγής, στην προκειμένη περίπτωση τα ρομποτικά συστήματα και τα αντίστοιχα λογισμικά τους, ανήκουν σε λίγους, τότε και τα οφέλη της τεχνολογικής προόδου κατανέμονται και διαχέονται άνισα, οξύνοντας κοινωνικές ανισότητες.
«Το κρίσιμο λοιπόν ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αντικατάσταση της εργασίας από ρομπότ, γιατί αυτή σε ένα βαθμό έχει ξεκινήσει ήδη, αλλά αν θα διαμορφωθούν θεσμικά αντίβαρα και ρυθμιστικά εργαλεία που θα εξισορροπήσουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της μετάβασης αυτής. Για παράδειγμα, η φορολόγηση της αυτοματοποιημένης παραγωγής ή η διεύρυνση των εργοδοτικών εισφορών ώστε να λαμβάνεται υπόψη και η χρήση ρομποτικών συστημάτων από μία εταιρεία, μπορούν να αποτελέσουν μέρος ενδεχόμενων λύσεων. Διότι, εάν μια επιχείρηση μειώσει δραστικά το μισθολογικό της κόστος μέσω αυτοματοποίησης, παύει να συνεισφέρει αναλογικά στα ασφαλιστικά ταμεία και στη φορολογική βάση που στηρίζεται κυρίως στην ανθρώπινη εργασία. Από αυτή τη βάση χρηματοδοτούνται η υγεία, η παιδεία και οι λοιπές δημόσιες παροχές. Χωρίς προσαρμογή του συστήματος, δημιουργείται δημοσιονομικό κενό. Συνεπώς, η φορολόγηση της αυτοματοποίησης και η αναπροσαρμογή εισφορών λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης της κοινωνικής ισορροπίας και της βιωσιμότητας του κοινωνικού κράτους».
Η εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων δεν είναι μόνο θέμα φορολογίας, αλλά συνδέεται και με ευρύτερες πολιτικές ενεργητικής αναδιανομής. Για παράδειγμα, μέρος των κερδών που προκύπτουν από την αυτοματοποίηση μπορεί να κατευθυνθεί στην ενίσχυση του κοινωνικού κράτους, μέσω της δημιουργίας καλύτερων δημόσιων δομών και υπηρεσιών υγείας και παιδείας, προγράμματα δια βίου μάθησης και μετεκπαίδευσης ώστε οι εργαζόμενοι να προσαρμόζονται στις τεχνολογικές μεταβολές.
Παράλληλα, η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας και η συμμετοχή των εργαζομένων σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με την εισαγωγή της τεχνολογίας μπορούν να περιορίσουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της αυτοματοποίησης και να εξασφαλίσουν ότι τα ρομπότ θα συμπληρώνουν την ανθρώπινη εργασία αντί να την αντικαθιστούν μαζικά.
«Για παράδειγμα στη Γερμανία σύμφωνα με το Works Constitution Act (BetrVG), το σωματείο των εργαζομένων (Works Council) έχει δικαίωμα συν-απόφασης όταν η επιχείρηση σκοπεύει να εισαγάγει τεχνολογικά μέσα που μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά, την απόδοση ή τις συνθήκες εργασίας των εργαζομένων.

Παρόμοιες πρακτικές συναντώνται και στην Ιρλανδία, όπου η συμφωνία Public Service Agreement 2024–2026 καθιστά την εισαγωγή ψηφιακών τεχνολογιών και διαδικασιών αντικείμενο συλλογικής διαπραγμάτευσης, καθιστώντας αναγκαία τη συνεργασία μεταξύ εργαζομένων και εργοδοσίας», σημειώνει η Δ. Βουτυράκου.
«Χρειάζεται αξιοποίηση των θετικών δυνατοτήτων της ρομποτικής»
Το βασικό ζητούμενο δεν είναι μόνο η αποτροπή των αρνητικών συνεπειών, αλλά η ενεργή αξιοποίηση των θετικών δυνατοτήτων της ρομποτικής. Εφόσον η τεχνολογία αυξάνει σημαντικά την παραγωγικότητα, αυτό σημαίνει ότι η ίδια ποσότητα αγαθών και υπηρεσιών μπορεί να παραχθεί με λιγότερο ανθρώπινο χρόνο.
«Ιστορικά, η αύξηση της παραγωγικότητας οδήγησε, σε συνδυασμό με κοινωνικούς αγώνες και πολιτικές παρεμβάσεις, σε μείωση του εργάσιμου χρόνου, όπως συνέβη με την καθιέρωση του οκταώρου. Σήμερα, μια αντίστοιχη προσαρμογή θα μπορούσε να μεταφραστεί σε τετραήμερη εργασία ή μείωση εβδομαδιαίων ωρών χωρίς μείωση των αποδοχών, ενώ η ενσωμάτωση κοινωνικών κερδών από την αυτοματοποίηση θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει προγράμματα δια βίου μάθησης, επανακατάρτισης και ενεργητικής απασχόλησης, ώστε οι εργαζόμενοι να καλλιεργούν δεξιότητες που θα γίνονται αναγκαίες στην αγορά εργασίας.
Η αναβάθμιση της ποιότητας ζωής δεν αφορά μόνο το εισόδημα, αλλά και τον χρόνο. Αν η αυτοματοποίηση απαλλάσσει τους ανθρώπους από επαναλαμβανόμενες ή επικίνδυνες εργασίες, τότε δημιουργείται χώρος για μεγαλύτερη συμμετοχή σε δημιουργικές, πολιτιστικές και κοινωνικές δραστηριότητες, για συλλογική δράση και για κοινωνική και πολιτική συμμετοχή.
Για να διασφαλιστεί όμως ότι η ενσωμάτωση των ρομπότ στην εργασία δε θα συμβάλλει σε μία δυστοπική πραγματικότητα, αλλά θα γίνει με όρους κοινωνικής προόδου, απαιτείται ενεργή διεκδίκηση και πολιτική πίεση από εργαζόμενους, συνδικάτα και κοινωνικές ομάδες ώστε να καθιερωθούν μηχανισμοί που θα εγγυώνται ότι η αυτοματοποίηση δεν θα μετατραπεί σε εργαλείο συσσώρευσης κέρδους και μαζικών απολύσεων. Η συμμετοχή των εργαζομένων σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων σχετικά με την εισαγωγή ρομποτικών συστημάτων, η ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων και η διασφάλιση εκπαιδευτικών προγραμμάτων είναι απαραίτητα στοιχεία για την επίτευξη μιας κοινωνικά δίκαιης τεχνολογικής μετάβασης.
Το διακύβευμα της επόμενης δεκαετίας έγκειται στην επαναδιαπραγμάτευση του τρόπου με τον οποίο ο πλούτος που παράγεται από μη ανθρώπινα μέσα επιστρέφει στη βάση της κοινωνίας. Η μετάβαση σε μια οικονομία υψηλής αυτοματοποίησης απαιτεί τη μετατόπιση από το μοντέλο της ιδιωτικής συσσώρευσης σε ένα μοντέλο κοινωνικής ανταποδοτικότητας της καινοτομίας».
«Να εκμεταλλευτούμε τη ρομποτική προς όφελος των πολλών»
Πρέπει να υπάρξει ένα θεσμικό και ρυθμιστικό πλαίσιο ώστε η ρομποτική να ενσωματωθεί μαζικά στην παραγωγή. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται τα σημαντικά οφέλη αυτής της εξέλιξης, ιδιαίτερα στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία.
«Η αντικατάσταση ανθρώπων σε βαρέα, ανθυγιεινά ή υψηλού κινδύνου επαγγέλματα (3D επαγγέλματα - Dirty, Dangerous, Dull) από ρομποτικά συστήματα μπορεί να οδηγήσει σε δραστική μείωση των εργατικών ατυχημάτων και των χρόνιων ασθενειών που συνδέονται με αυτά, αναβαθμίζοντας την ποιότητα της εργασιακής ζωής. Ταυτόχρονα, η αύξηση της παραγωγικότητας, η επαναληψιμότητα και η ακρίβεια που προσφέρει η ρομποτική μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά σε κλάδους με ελλείψεις εργατικού δυναμικού, όπως είναι ο αγροκτηνοτροφικός τομέας. Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία δεν λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον άνθρωπο, αλλά συμπληρωματικά. Το κρίσιμο είναι να εκμεταλλευτούμε τις δυνατότητες που προσφέρει η ρομποτική προς όφελος των πολλών, δηλαδή της μεγάλης μάζας των πολιτών και των εργαζομένων», λέει καταλήγοντας η Δ. Βουτυράκου.
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.