Μπαίνοντας στη Μεταμόρφωση από την Εθνική Οδό και κινούμενος στη λεωφόρο Τατοΐου, σε κάποια διχάλα που κάνει ο δρόμος, στο δεξί σου χέρι θα δεις μία μαρμάρινη προτομή. Γύρω στα 10-15 μέτρα πιο κάτω βρίσκεται ένα άδειο οικόπεδο στο μέσο πυκνού αστικού ιστού, ένα από τα κομμάτια της πόλης όπου η απουσία τσιμέντου σε προϊδεάζει για κάποια ιστορία.
Η προτομή ανήκει στον Παναγιώτη Πολυκανδριώτη και σε αυτό το οικόπεδο πράγματι κρύβεται μία οικογενειακή τραγωδία. Στον σεισμό της Πάρνηθας του 1999, ο Παναγιώτης Πολυκανδριώτης, άλλοτε κορυφαίος πυγμάχος, έχασε τη ζωή του, όταν το σπίτι στο οποίο διέμενε με την οικογένειά του κατέρρευσε. Το σώμα του, ωστόσο, ήταν αυτό που έσωσε τα τρία μικρά παιδιά του.
Ακριβώς 27 χρόνια μετά από εκείνο το μεσημέρι της 7ης Σεπτεμβρίου του 1999, το ένα από τα παιδιά του Παναγιώτη Πολυκανδριώτη, ο Τζανής, ήρθε στην κάμερα του Normal Πίπολ για να μιλήσει για την ιστορία του.
Το πώς βίωσε τον 24ωρο εγκλωβισμό του κάτω από τα χαλάσματα, τον απεγκλωβισμό του από τα στελέχη της ΕΜΑΚ, αλλά και τον τρόπο που, δεκαετίες μετά, διαχειρίζεται εκείνη τη στιγμή που θα καθόριζε τη ζωή του.
Ο Τζανής Πολυκανδριώτης στο Normal Πίπολ
Με δικά του λόγια
«Ονομάζομαι Τζανής Πολυκανδριώτης και είμαι επιζήσας του σεισμού που έγινε πριν 27 χρόνια, δηλαδή το 1999 στην Αθήνα. Μου συνέβη κάτι που θα παρακαλούσα να ήταν εφιάλτης, αλλά ήταν πραγματικότητα. Ήμουν 10 χρονών και καθόμουν με τον πατέρα μου και την αδερφή μου στο σπίτι. Ξαφνικά έγινε σεισμός, είδα τους τοίχους να ανοίγουν. Έτρεξα στο υπνοδωμάτιο που ήταν ο πατέρας μου με τις αδερφές μου».
«Εκεί άκουγα τις κολώνες να σπάνε και έβλεπα τον πατέρα μου στα μάτια. Μετά σκοτάδι, σκόνες, από εκεί που ήμασταν όρθιοι, γίναμε ξαπλωμένοι. Είπα στην αδερφή μου να με σκουντήξει για να ξυπνήσω. Μου φαινόταν ότι όλο αυτό ήταν ένα κακό όνειρο».
«Στα χαλάσματα έμεινα 24 ώρες. Στην αρχή φωνάζαμε για να βρουν σε ποιο σημείο ήμασταν εγώ και οι αδερφές μου. Για να ανοίξουν μία τρύπα, να μπουν και να μας βρουν. Χρειάστηκε να περάσουν 12 ώρες για να βγουν οι αδερφές μου. Τις τράβηξα εγώ και τις έδωσα στους ανθρώπους της ΕΜΑΚ».
«Μετά μπήκαν για να βρουν εμένα. Εκεί ήταν το δύσκολο, γιατί στα πόδια μου είχε πέσει το καλοριφέρ και ήταν αδύνατο να με τραβήξουν απλά και να βγω, γιατί ήμουν εγκλωβισμένος».

«Τα πάντα θυμάμαι από εκείνες τις 24 ώρες. Δεν κοιμήθηκα καθόλου. Για εμένα μπαινόβγαιναν οι ΕΜΑΚίτες και προσπαθούσαν να με βγάλουν. Τους φώναζα να με βγάλουν, σε κάποια φάση έβριζα κιόλας λίγο, σαν παιδάκι. Ρώταγα για τη μαμά και τον μπαμπά μου. Μου έλεγαν ότι είναι έξω και περιμένουν να βγω. Τι να μου έλεγαν; Ότι ο πατέρας μου δεν ζει;».
«Έπεσε η πλάκα πάνω στον πατέρα μου και, στο κενό που δημιουργήθηκε χάρη στο σώμα του, μείναμε τα τρία παιδιά. Σε άλλη περίπτωση, θα είχε πέσει η πλάκα επάνω μας και σήμερα δεν θα ζούσαμε. Το σώμα του πατέρα μας είναι που μας έσωσε».
«Ο πατέρας μου ήταν 7 φορές πρωταθλητής Ελλάδος και Βαλκανιονίκης στην πυγμαχία. Λειτουργούσε ως ένα πρότυπο δυνατού άντρα. Βοηθούσε πολύ κόσμο, είχε κάνει πολλά καλά σαν άνθρωπος. Ακόμα και στο τέλος του έγινε θυσία για τα παιδιά του. Πλέον, ακριβώς απέναντι από το τότε σπίτι μας, υπάρχει ένα άγαλμα προς τιμήν του».
«Όταν απεγκλωβίστηκα, μου είπαν οι πυροσβέστες: “Αν μετρήσουμε μέχρι το τρία και σε βγάλουμε, θα κεράσεις μπίρα;”. Ρε, βγάλτε εσείς και ό,τι θέλετε. Πάνω εκεί θυμάμαι ότι με τράβηξαν και με έβγαλαν έξω. Μου φόρεσαν και ένα καπελάκι λόγω της διαφοράς σκοταδιού με ήλιο. Ο κόσμος χειροκροτούσε και τους έλεγε ήρωες. Δεν έχουν άδικο».
«Ακόμα και τώρα, τον σταυρό τον κουβαλάω, έχοντας τεχνητό μέλος, αλλά προσπαθώ πάντα, με την πίστη στον Θεό, να είμαι λογικός. Δεν παίρνω κάτι για να είμαι καλά. Ξέρω ότι κάποιες μέρες θα είναι πιο δύσκολες από άλλες, αλλά οι δυσκολίες είναι δυσκολίες και πρέπει να επιβιώσουμε».

«Η μητέρα μου πάντα έκανε τόσο πολλά για εμάς. Δούλευε, γύρναγε 5 η ώρα το απόγευμα, οπότε και εμείς μάθαμε λίγο να ζούμε μόνοι μας. Ήταν πάνω μας πάντα, ακόμα και τώρα. Και εκείνη, για μένα, είναι ήρωας. Και οι δύο είναι παραδείγματα πολύ-πολύ καλά».
«Γιατί το δικό μου; Το σκεπτικό είναι να έπεφτε κάποιου άλλου; Όχι, δεν θα το ήθελα. Τι να κάνω; Έζησα εγώ τις δυσκολίες. Βέβαια, έπεσαν πολλές πολυκατοικίες τότε».
«Οι βάσεις που είχαν χτιστεί σε εκείνο το κτίριο ήταν για ένα ισόγειο μαγαζί. Σήκωσαν, όμως, άλλους δύο ορόφους. Ο πατέρας μου αγόρασε τον δεύτερο όροφο. Φώναξε και έναν μηχανικό και του είπε: “Το σπίτι αυτό σηκώνει και ουρανοξύστη”. Πού να ήξερε και ο πατέρας μου; Το έκανε. Αγόρασε τον δεύτερο και έφτιαχνε σιγά-σιγά και τον τρίτο. Τελικά, κατέληξαν οι κόποι μίας ζωής, αυτό το “να έχουμε ένα σπίτι”, να πέσουν και να μας πλακώσουν».
«Τα πρώτα χρόνια είχα πάει εκεί που ήταν η έδρα των ΕΜΑΚ. Είναι επάγγελμά τους, αλλά στην πραγματικότητα είναι και ήρωες, ναι. Η Σοφία η Μπεφώνη, που ήταν μαζί μου στα συντρίμμια, μετά από 2 χρόνια έπεσε το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ και σκοτώθηκε».
«Όταν γίνεται ένας σεισμός, σκέφτομαι ότι η λογική λέει ότι δεν γίνεται πάλι να είμαι σε ένα σπίτι που θα ξαναπέσει. Αν συμβεί πάλι αυτό, να πω χαλάλι».
«Η 7η Σεπτεμβρίου δεν είναι μία ημέρα σαν τις υπόλοιπες. Είναι η μέρα που ξανάρχισε η ζωή μου από το μηδέν, με όλες τις δυσκολίες που συνεπάγονται. Περπάτησα μετά από έναν χρόνο, ήξερα ότι από τα 10 μου δεν θα ξαναδώ τον πατέρα μου. Επίσης, δεν είχαμε σπίτι να μείνουμε, χάσαμε τα πάντα».
Ακολουθήστε το Reader στα Google News για να είστε πάντα ενημερωμένοι για όλες τις ειδήσεις και τα νέα από την Ελλάδα και τον κόσμο.